| Ο Λουκάς Α. Κονανδρέας, πολύπλευρη προσωπικότητα με επιτυχίες παντού από τή Δωρίδα
ΣΤΑΜΦΟΡΝΤ, ΚΟΝΕΚΤΙΚΑΤ. Ο Δρ. Λουκάς Κονανδρέας είναι γνωστός στο Στάμφορντ και σε γύρω περιοχές του Κονέκτικατ, διότι ήταν ο πρώτος που ίδρυσε ιδιόκτητο Κέντρο Επειγόντων Περιστατικών στο Στάμφορντ, που προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει τη δυνατότητα σε χιλιάδες ασθενείς να έχουν καλύτερη υγεία και να απολαμβάνουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.
Είναι επίσης γνωστός λόγω της ενασχόλησής του με τα κοινά και την κοινότητα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Στάμφορντ Κονέκτικατ, καθώς επίσης και λόγω των επιτυχιών του στο γκολφ που του είχε εξασφαλίσει πολλές πρωτιές συμπεριλαμβανομένου και του τίτλου του πρωταθλητή στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα.
Είναι επίσης ο μοναδικός ομογενής του Κονέκτικατ, από ό,τι είναι γνωστό, που το ελληνικό όνομά του θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα, καθώς μια από τις νεότερες οδούς στα βόρεια προάστια του Στάμφορντ φέρει το όνομά του «Konandreas Drive».
Προ δύο ετών ξεδίπλωσε ένα κρυφό του ταλέντο και προσέφερε το δικό του πετραδάκι στην αγγλική και ελληνική λογοτεχνία. Πρόκειται για το βιβλίο «Παναγιώτα: Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη – Αληθινή ιστορία φόνου», το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα από τον εκδοτικό οργανισμό CaptainBook.grκαι κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό στην Ελληνική αποτελεί μετάφραση του πρωτότυπου «Better Dead Than Divorced: The Trial of Panayota – A True Story» που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Hard Work Publications» και κυκλοφόρησε στις 27 Σεπτεμβρίου 2014.
Η αγγλική έκδοση διατίθεται από την www.amazon.com και το 2015 απέσπασε το χάλκινο μετάλλιο του οργανισμού «Nonfiction Authors Association», ενώ η ελληνική έκδοση διατίθεται από το Βιβλιοπωλείο του «Εθνικού Κήρυκα».
Ο «Εθνικός Κήρυκας» λαμβάνοντας υπόψη του την πολυσχιδή δράση και προσφορά του Δρ. Λουκά Κονανδρέα αποφάσισε να τον τιμήσει αναδεικνύοντάς τον Πρόσωπο του τρέχοντος τεύχους του «Περιοδικού».
Η συνέντευξη
Η πρώτη επικοινωνία με τον ιατρό – συγγραφέα Λουκά Κονανδρέα έγινε λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία στην ελληνική γλώσσα του βιβλίου του «Παναγιώτα: Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη – Αληθινή ιστορία φόνου». Ο συγγραφέας έστειλε σαν δώρο ένα βιβλίο του στα κεντρικά γραφεία του «Εθνικού Κήρυκα» και παράλληλα ζήτησε να το αξιολογήσουμε μέσα από μια κριτική.
Με το διάβασμα του βιβλίου, μάθαμε αρκετά για τις «ρίζες» του γιατρού και συγγραφέα κ. Κονανδρέα. Αυτό, αλλά και η προσφορά του Δρα Κονανδρέα στην Ιατρική και στην Ομογένεια του Στάμφορντ μας ώθησαν να κάνουμε τη συνέντευξη στο σπίτι του επί της Οδού Κονανδρέα (Konandreas Drive), αφ’ ενός μεν για να έχουμε την άνεση του χώρου και του χρόνου, αφ’ ετέρου δε να γνωρίσουμε την σύζυγό του Τζόρτζια (Γεωργία) και τα παιδιά τους Τζόναθαν και Παναγιώτη που συνέβαλαν στην καταγραφή της ιστορίας και οι οποίοι, όπως αναφέρει και στον πρόλογο του βιβλίου, επέμειναν «να μην ξεφύγει ούτε πόντο από την πραγματικότητα».
Ο Λουκάς Κονανδρέας και η Τζόρτζια μας υποδέχτηκαν τηρώντας με ευλάβεια τις παραδόσεις των ιδιαίτερών τους πατρίδων, του Κουπακίου και της Βορδόνιας, αντίστοιχα.
Το Κουπάκιο Δωρίδος είναι ένα ορεινό χωριό του Νομού Φωκίδος στο οποίο τον Σεπτέμβριο 1953 διεπράχθη η δολοφονία της Παναγιώτας και την οποία ο Δρ. Κονανδρέας έκανε βιβλίο, ενώ η Βορδόνια ανήκει στο Δήμο της Σπάρτης του Νομού Λακωνίας.
Η συνέντευξη μάς έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε καλύτερα τον ρόλο της Τζόρτζια στην επαγγελματική σταδιοδρομία του Δρ. Λουκά Κονανδρέα, στη δημιουργία μιας αξιοζήλευτης οικογένειας και στη συγγραφή του βιβλίου.
Ο Δρ. Κονανδρέας τόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης όσο και στον πρόλογο του βιβλίου του, εξήγησε το λόγο για τον οποίο μισό αιώνα μετά το ειδεχθές έγκλημα αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό και να ερευνήσει σε βάθος τη δικογραφία, τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού και περιφερειακού Τύπου.
Αν και τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του έζησαν από κοντά την τραγωδία, τις δίκες και τον αγώνα του πατέρα τους Αθανασίου Κονανδρέα, να τιμωρηθούν τόσο αυτός που τράβηξε τη σκανδάλη, όσο και ο ηθικός αυτουργός –ο Γεώργιος Νίτσος- και δεν χρειάζονταν άλλες μαρτυρίες, εν τούτοις ο συγγραφέας αφιέρωσε μια ολόκληρη δεκαετία (από το 2003 μέχρι το 2013) στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταγραφή των καταθέσεων των μαρτύρων αυτού του στυγερού εγκλήματος και όσων παρακολούθησαν από κοντά την πρώτη δίκη που έγινε στην Αθήνα και κατέληξε να χαρακτηριστεί «πεπλανημένη» και τη δεύτερη δίκη που έγινε στη Χαλκίδα.
Η πρωταγωνίστρια
Η Παναγιώτα γεννήθηκε στο Κουπάκι και σε νηπιακή ηλικία έμεινε ορφανή. Ο πατέρας της είχε έρθει για πρώτη φορά στην Αμερική περί το 1910, αλλά επέστρεφε στην Ελλάδα, οπότε και γεννήθηκε η Παναγιώτα. Ξαναέφυγε μετά για την Αμερική αλλά μετά από μια εγχείρηση στο Σικάγο για στομαχικά προβλήματα πέθανε. Ετσι η Παναγιώτα υποχρεώθηκε να δουλεύει σε μια εύπορη οικογένεια στο χωριό της. Το 1935 γύρισε στο Κουπάκι από την Πάτρα όπου ζούσε ο Γιώργος Νίτσος, 18 χρόνων, του οποίου επίσης ο πατέρας έφυγε για την Αμερική.
Όπως μας τα διηγήθηκε ο Δρ. Κονανδρέας, «η Παναγιώτα και ο Γιώργος, που είχαν περίπου την ίδια ηλικία, τα έφτιαξαν, η σχέση τους μαθεύτηκε και αυτό οδήγησε σε γιατρό για τεστ παρθενίας. Ο γιατρός αποφάνθηκε ότι δεν ήταν παρθένα και ο πατέρας μου, σαν εκπρόσωπος της οικογένειας, βρήκε τον Νίτσο και τον ‘πίεσε’. Του είπε να τιμήσει τον λόγο που είχε δώσει στην Παναγιώτα, ότι θα την παντρευόταν και έτσι εκείνη συμφώνησε να κάνει σεξ μαζί του. Παντρεύτηκαν το ‘40 λίγο πριν τον πόλεμο. Το 1940-41 λόγω του πολέμου γύρισαν κάποιοι φοιτητές από το χωριό που ζούσαν στην Αθήνα και έφεραν έναν χοροδιδάσκαλο για να διδάξει στους χωρικούς ευρωπαϊκούς χορούς. Ο άντρας της Παναγιώτας ερωτεύτηκε μια από τις νεοφερμένες και άρχισε να αναζητεί ανθρώπους να σκοτώσουν τη γυναίκα του. Ο πατέρας μου που έμαθε για τις προθέσεις του αυτές προειδοποίησε την Παναγιώτα , ότι ο άνδρας της θα την σκοτώσει, να φύγει, αλλά αυτή δεν τον άκουσε.
Μετά τον Εμφύλιο και γύρω στο 1950, ο πατέρας μου με την προτροπή της Παναγιώτας φτιάχνει το μαγαζί του στο χωριό και συνεταιρίζεται με τον άνδρα της, Γιώργο Νίτσο.
Εναν χρόνο μετά ο Γιώργος τα έφτιαξε με μια άλλη δεκαοχτάχρονη και αυτή τη φορά διάφοροι άνθρωποι πήγαν στον πατέρα μου και του είπαν ότι ο Νίτσος τους έδινε λίρες για να σκοτώσουν την Παναγιώτα. Ο Γιώργος είχε πολλά χρήματα που έρχονταν σε δολάρια, από την οικογένειά του στην Αμερική.
Ο πατέρας μου ανησύχησε. Πήγε βρήκε την Παναγιώτα και την προέτρεψε πολλές φορές να τον αφήσει και να φύγει από το χωριό για να σώσει την ζωή της.
‘Δεν θέλω να γίνω η μόνη γυναίκα χωρισμένη στο χωριό. Καλύτερα σκοτωμένη, παρά χωρισμένη’, του απαντούσε η Παναγιώτα.
Ενδοοικογενειακή βία
Σε όλα τα 14 χρόνια του γάμου τους ο Γιώργος κακομεταχειριζόταν την Παναγιώτα. Ηταν βίαιος, την χτυπούσε και την έκανε να υποφέρει ψυχολογικά. Εκείνη με τον τρόπο της φρόντιζε να κρύβει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε ακριβώς σε τι βαθμό υπέφερε η νέα γυναίκα.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1953 στο χωριό είχε μια χοροεσπερίδα. Ο Γιώργος Νίτσος με την Παναγιώτα δεν πήγαν στη χοροεσπερίδα, αλλά για δείπνο στον γαμπρό του. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι ο Νίτσος έβαλε τον κουμπάρο του και την τουφέκισε μέσα στη ρεματιά. Ξεσηκώθηκε το χωριό. Ο Νίτσος προσπάθησε να ενοχοποιήσει έναν άλλο άνδρα στο χωριό με τον οποίο καλλιεργούσε για χρόνια τεχνητή έχθρα και να πει ότι εκείνος ήθελε να σκοτώσει τον ίδιο και ότι κατά λάθος σκότωσε την γυναίκα του.
Ο πατέρας μου ήξερε τι είχε γίνει και ποιος το έκανε και ήθελε να πάρει το όπλο του να σκοτώσει εκείνο το βράδυ τον Νίτσο, αλλά τον συγκράτησαν οι συγχωριανοί.
Πέθανε η Παναγιώτα σε περίπου 15 λεπτά. Τους συνέλαβαν αλλά ο Νίτσος είχε πολλά χρήματα και πολλές κοινωνικές και πολιτικές διασυνδέσεις.
Το χωριό διαιρέθηκε και οι υποστηρικτές των δυο δραστών άρχισαν να απειλούν τον πατέρα μου, ο οποίος για προστασία κυκλοφορούσε με πιστόλι.
Ο αδελφός της Παναγιώτας που ζούσε στην Αυστραλία προέτρεψε τον πατέρα μου να κυνηγήσει τους εγκληματίες και υποσχέθηκε ότι τα δικαστικά έξοδα θα ήταν δικά του, αλλά μετά από μια αρχική συνδρομή είπε, πως δεν του επέτρεπαν τα οικονομικά του να συνεχίσει τη χρηματική βοήθεια.
|
![]() |
| Oι τρεις γενιές της οικογένειας Κονανδρέα σε μια φωτογραφία από το προσκυνηματικό ταξίδι τους στην ιδιαίτερη πατρίδα. Μεταξύ αυτών υπάρχουν τέσσερις γιατροί, δύο οδοντίατροι, δύο δικηγόροι, τρεις με διδακτορικά πτυχία και συνάμα καθηγητές, ένας μηχανικός-εφευρέτης, δύο με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Επιχειρήσεων και ένας βιβλιοθηκάριος. |




















Του Γιώργου Καραμπελιά*Αυτή την περίοδο εκτυλίσσεται ένας διάλογος στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή μια συγκέντρωση υπό τον τίτλο «παραιτηθείτε που καλείται την 15η Ιουνίου στο Σύνταγμα.Η συζήτηση, δυστυχώς, όπως συχνά συμβαίνει στις ελίτ και στις ψευδοελίτ της παράγκας Ελλάδα, δεν διεξάγεται γύρω από το πραγματικό ερώτημα «πρέπει άραγε να παραιτηθούν», αλλά έχει μετατεθεί περισσότερο στο «ποιος καλεί» και με ποιες προθέσεις σε αυτή τη συγκέντρωση.Όμως, το ζήτημα είναι καθαρό:Εάν κανείς πιστεύει πως πρέπει όντως να παραιτηθεί το συντομότερο δυνατό αυτή η κυβέρνηση, δραστηριοποιείται προς αυτήν την κατεύθυνση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και αυτό το κάνει έστω και εάν δεν συμφωνεί με τα συνθήματα και την φρασεολογία του συγκεκριμένου καλέσματος – οπότε αναπτύσσει άλλες δικές του αυτόνομες δράσεις.Εάν θεωρεί, αντίθετα, πως το αίτημα είναι λανθασμένο κάθε κινητοποίηση με αυτό ως προμετωπίδα θα πρέπει να αποκλείεται.Ως προς την ουσία του ζητήματος, ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, πολύ πριν ανέλθει στην προεδρία της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τις… 15 Μαΐου του 2015, είχε εκφράσει το ανάλογο αίτημα σε άρθρο με τον τίτλο «καιρός να φεύγουν», άρθρο που συνάντησε τότε πολύ μεγάλες αντιδράσεις σε όλον τον «αντιμνημονιακό χώρο». Και αυτό διότι τα δείγματα γραφής αυτής της κυβέρνησης τυχοδιωκτών και ανικάνων, (τότε συμπεριλάμβανε και τους ιδεοληπτικούς) ήταν ήδη αρκετά. Έγραφα λοιπόν: «Ο ανίκανος νεανίσκος, από καθυστέρηση σε καθυστέρηση, οδηγεί τα πράγματα στα άκρα… Όσο για το κυβερνητικό έργο, αυτό περιορίζεται σε νομοσχέδια για τις φυλακές, για την ιθαγένεια, για το τζαμί, για την κατεδάφιση της εκπαίδευσης, και στις παράτες της ναπολεόντειας Ζωής στο κοινοβούλιο… Μέσα από την αδυναμία να κάνουν οποιαδήποτε επιλογή, τέσσερις μήνες μετά την άνοδο της κυβέρνησής τους, μας οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο και, πλέον, επειδή δεν μπορούν ούτε να υπογράψουν μία λύση, που θα γίνεται όλο και πιο δρακόντεια σε βάρος της Ελλάδας, ούτε να επιλέξουν κάποια φανταστική ρήξη, που οδηγεί απλώς σε μεγαλύτερη καταστροφή της χώρας, παρατηρούν τις μέρες και τις προθεσμίες να περνούν, φτάνοντας πλέον στο μηδενισμό του κοντέρ. Τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν;
Εάν όντως συμμερίζεται κανείς αυτήν την εκτίμηση, την οποία ο Αλέκος Αλαβάνος την πήγε ακόμα πιο πέρα, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κυβέρνηση ως χειρότερη από εκείνη του Παπαδόπουλου και του Μεταξά, τότε δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Αυτή η κυβέρνηση βλάπτει εξόχως τον τόπο και θα πρέπει να απομακρυνθεί.Όσο για το ερώτημα που κουτοπόνηρα τίθεται από διάφορους κρυπτοσυριζαίους, ή στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, «και τι θα γίνει μετά;» αποτελεί ένα ερώτημα εκ του πονηρού. Πρώτονδιότι έτσι, παραπέμπει στα γνωστά διχαστικά σύνδρομα, του τύπου «θέλετε να έρθει ο Μητσοτάκης», που διαιωνίζουν μια εμφυλιοπολεμική αντίληψη – άραγε στο παρελθόν όταν κριτικάραμε τον Σαμαρά, θέλαμε να έρθει ο Σύριζα; Δεύτερον, επειδή το αίτημα «να φύγουν» είναι ήδη πλειοψηφικό στην ελληνική κοινωνία, όποιος αναλαμβάνει να το εκφράσει, κερδίζει πολιτικά και μπορεί και να το εκμεταλλευτεί.Όταν λοιπόν, οι αντιπολιτευόμενοι τον Σύριζα τόσο από την «κεντροαριστερά» όσο και κυρίως από την εκτός Σύριζα αριστερά, αρνούνται να θέσουν αυτό το αίτημα ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές στον ελληνικό λαό, τότε εκ των πραγμάτων ευνοούν όντως τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Διότι όταν μία κυβέρνηση έχει απολέσει την λαϊκή συναίνεση και οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να το εκφράσουν τότε, το λαϊκό αίτημα θα κατευθυνθεί σε εκείνον που το αναλαμβάνει.Το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, το ΚΚΕ, η ΛΑΕ, ακόμα και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, αρνούνται να θέσουν ως αίτημα την άμεση απομάκρυνση αυτής της εθνοκτόνας και λαοκτόνας κυβέρνησης. Αυτό καταδεικνύει πρώτον τις υπόγειες αλλά ισχυρότατες ιδεολογικές διασυνδέσεις τους με την «κυβερνώσα αριστερά», («αν ρίξουμε την κυβέρνηση θα έρθει ο Μητσοτάκης»), όσο και την πολιτική τους ανικανότητα. Αντί με το αίτημα «παραιτηθείτε και γρήγορα» να δραστηριοποιηθούν τα αριστερά κόμματα που έχουν και μεγαλύτερη δυνατότητα κινητοποίησης και να δημιουργήσουν μια νέα πλατεία «αγανακτισμένων» απέναντι στην κυβέρνηση Σύριζα Ανελ, το εγκαταλείπουν. Και μάλιστα αφήνουν το αίτημα αυτό να το εκφράζουν άνθρωποι που στο κάλεσμά τους χαρακτηρίζουν «εθνολαϊκιστική»(sic!) την κυβέρνηση, αντί να την χαρακτηρίζουν ολετήρα της εθνικής κυριαρχίας.Ο Σύριζα από την πλευρά του σε μια κουτοπόνηρη τακτική που πατάει ακριβώς σε αυτές τις ελλείψεις της αριστεράς και της κεντροαριστεράς, προσπαθεί να προβάλλει ως αποκλειστικό διακύβευμα το, «Σύριζα ή Ν.Δ.» ταυτίζοντας το αίτημα «Παραιτηθείτε» με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Άδωνη Γεωργιάδη. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική έχει κοντά ποδάρια. Διότι όταν στην κοινωνία φουντώνει η αγανάκτηση ενάντια στην κυβέρνηση (χαρακτηριστικό το τι συνέβη στην Ιεράπετρα με τον Πολάκη) τότε όσο και να λειτουργήσουν τα τόσο βαθιά ριζωμένα αντιδεξιά ή αντιμητσοτακικά σύνδρομα, εν τέλει, αναπόφευκτα, ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου που αυτή τη στιγμή εισπράττει κατακέφαλα, φόρους, ΕΝΦΙΑ, μείωση συντάξεων, αύξηση του ΦΠΑ, προσφυγικό κ.λπ. θα στραφεί, θέλοντας και μη προς την Ν.Δ.Ο Σύριζα απλώς, ελπίζει πως θα παραμείνει έτσι ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος, μια και οι εν δυνάμει αντίπαλοί του, τόσο της κεντροαριστεράς, όσο και της αντικυβερνητικής αριστεράς, αποδεικνύονται ανίκανοι να εκφράσουν την λαϊκή αγανάκτηση.Κατά συνέπεια λοιπόν, όσοι συμφωνούν με την ανάγκη της άμεσης απομάκρυνσης αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να κινητοποιηθούν με όλους τους τρόπους, για να γίνει αυτό δυνατόν το συντομότερο, διότι κάθε ημέρα τους στην εξουσία είναι καταστροφική. Ας μη κρύβονται πίσω από επιχειρήματα του τύπου «ποιος το λέει, ποιος τον συμφέρει» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Η απάντηση είναι απλή. Συμφέρει όλους τους Έλληνες, εκτός από μία μικρή κλίκα που βρίσκεται στην εξουσία και κατά συνέπεια θα πρέπει να το διεκδικούν και να το διακηρύσσουν όλοι οι Έλληνες και όλες οι πολιτικές δυνάμεις, έστω και εάν το κάνει καθένας με τον τρόπο του και από τη σκοπιά του. *Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού «Άρδην» και της εφημερίδας «Ρήξη».
