Τα παράσιτα της Μεταπολίτευσης

by 

exofKαταδικασμένοι στη λήθηΤου Γ.Κ., από τη Ρήξη, φ. 123, που θα κυκλοφορήσει το Σάββατο 14 Μαΐου 

Τα παράσιτα του ΣΥΡΙΖΑ το έκαναν και πάλι το θαύμα τους! Κολλημένα σαν βδέλλες στην εξουσία, απομυζούν την τελευταία ικμάδα του ελληνικού λαού, υπογράφοντας το πιο καταστροφικό μνημόνιο που μεταβάλλει τη χώρα, οριστικά, τελεσίδικα, σε προτεκτοράτο. Δεσμεύουν τις μελλοντικές κυβερνήσεις και τον ελληνικό λαό μέχρι τρίτης γενεάς τουλάχιστον. Παράλληλα, μέσα από την προσφυγική κρίση, επιταχύνουν την υποταγή της χώρας στην Τουρκία και το ΝΑΤΟ, ενώ ανοίγουν τον δρόμο για την ισλαμοποίηση που ακολουθεί.
Τους ζούμε εδώ και σαράντα χρόνια σε όλη τη μεταπολίτευση. Πάντα παράσιτα. Ξεκίνησαν, εξαργυρώνοντας πανάκριβα την όποια συμμετοχή τους στο αντιδικτατορικό κίνημα –όπου και εκεί με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονταν, βλέπε την καταγγελία του Πολυτεχνείου από τον Δρακόπουλο του ΚΚΕεσ. και την Πανσπουδαστική– και έγιναν ισόβιοι βουλευτές, αιώνιοι συνδικαλιστές, καθηγητές πανεπιστημίων, μεγαλοδημοσιογράφοι, επιχειρηματίες. Με τη συμβολή και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, κατέστρεψαν τα πανεπιστήμια και την εκπαίδευση, στρέφοντας τους φοιτητές και τους νέους στη λογική του εύκολου πτυχίου (του «πολιτικού πέντε») και των αντιγραφών, ενώ υπονόμευσαν καθοριστικά την άμυνα της χώρας ως προς τη συμμετοχή του λαού στον στρατό.
Διείσδυσαν μέσα από διαφόρους διαύλους στη νέα εξουσία του ΠΑΣΟΚ – ποιος από τους παλιούς δεν θυμάται τον Λαλιώτη, τον Ευθυμίου και τη «Γραμματεία Νέας Γενιάς» όπου συνωστίζονταν οι «αριστεροί αγωνιστές»; Και έκτοτε λειτουργούσαν ως το think tank του ΠΑΣΟΚ σε όλη τη μεταπολίτευση.
Η Σοβιετία, η… Ρουμανία και η Ανατολική Γερμανία έπαψαν να υπάρχουν, έμειναν όμως τα ορφανά τους… καθώς και ο Μπόμπολας ή ο Κόκκαλης – εξάλλου, ο τελευταίος, μαζί με τη Ζήμενς, φρόντισε να ανταμείψει και τους συντρόφους του ενιαίου Συνασπισμού στην περιβόητη διακομματική μοιρασιά της κυβέρνησης Τζαννετάκη.
Από το 1990 και μετά, ξεσάλωσαν, παίζοντας σε όλα τα ταμπλό. Παρασιτώντας σε όλα τα κινήματα, έγιναν και «αντιπαγκοσμιοποιητικοί», έχοντας προηγουμένως ψηφίσει το Μάαστριχτ, και τάχθηκαν «ενάντια» στους Ολυμπιακούς, αφού πρώτα, το 1996, είχαν συμμετάσχει στη διεκδίκησή τους. Πάντα δίπλα στον Σημίτη, –Λιάκος, Τσουκαλάς, Αναγνωστοπούλου–, έχοντας αλώσει όλα τα «ιδρύματα» των Τραπεζών και των εφοπλιστών, τασσόμενοι υπέρ του Σχεδίου Ανάν και της Ρεπούση, έφθασαν μέχρις εδώ.
Όταν ο παρασιτικός εκσυγχρονισμός μπήκε στην επιθανάτια κρίση του, ανέλαβαν τα κατεξοχήν παράσιτα της μεταπολίτευσης, που επιβίωσαν δολιχοδρομώντας μέσα από όλες τις κρίσεις και τις καταρρεύσεις, να προσφέρουν την τεχνογνωσία τους, το παρασιτιλίκι στην αποθέωσή του, ολοκληρώνοντας την καταστροφή της χώρας. Ως πρωταθλητές της παρασιτικής ενσωμάτωσης θα αναλάμβαναν και την τελευταία πινελιά στον πίνακα του δράματος.
Όμως νιώθουν κατά βάθος πως δεν έχει πλέον άλλες πιρουέτες διαφυγής, η Damnatio memoriae τους περιμένει. «Σκατόψυχοι»… σε απλά ελληνικά.
μαθαίνοντας την ΑΘΉΝΑ….

 Σε ποιο δρόμο γυρίστηκε η τελευταία σκηνή της ταινίας «Στέλλα»;
Στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια
 .
Η σκηνή του μαχαιρώματος της ταινίας «Στέλλα», του 1953, γυρίστηκε στη συμβολή των οδών Καλλιδρομίου, Πλαπούτα και Τσαμαδού στα Εξάρχεια. 

Το περιφρονημένο φρούτο που μου αρέσει

by sarant

Το περιφρονημένο φρούτο

Προχτές στη λαϊκή είχαν φέρει ωραία, μεγάλα μούσμουλα Κορινθίας, ακριβούτσικα μάλιστα -ίσως δεν είναι ακόμα εντελώς η εποχή τους. Οπότε, σκέφτηκα να γράψω γι’ αυτό το περιφρονημένο φρούτο -μεταξύ άλλων για να δω αν όντως είναι περιφρονημένο. Διότι σκεφτόμουν πως αν κάναμε, στο ιστολόγιο, δημοψήφισμα  για το λιγότερο αγαπημένο φρούτο, το μούσμουλο έχει σοβαρή πιθανότητα να βρεθεί σε μια από τις πρώτες, δηλαδή τις τελευταίες, θέσεις. Μπορεί όμως να πέφτω έξω.Είναι βέβαια αρωματικό, δροσερό και νόστιμο το μούσμουλο, αλλά έτσι όπως έχει  πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και  σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα,  δεν βρίσκεται στις πρώτες μου αγάπες, όσο κι αν είναι πολύ ωραίο το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης. Οι σημερινές μουσμουλιές ανήκουν στην μεσπιλέα την ιαπωνική, που ήρθε στα μέρη μας τον 19ο αιώνα, και όχι στην παλαιότερη μεσπιλέα τη γερμανική, που παρά το βοτανικό της όνομα είναι αυτοφυής της Μικράς Ασίας και πρέπει να ήρθε στα μέρη μας την κλασική εποχή· τότε λεγόταν, και λέγεται στην καθαρεύουσα, μεσπιλέα, αν και κάποια αρχαία ποικιλία ήταν η αμαμηλίς ή επιμηλίς. Για να μη μπερδευόμαστε, την παλιότερη ποικιλία θα την αναφέρω ως «μέσπιλα» και «μεσπιλιά» το αντίστοιχο δέντρο, αλλά να έχετε υπόψη ότι αυτή τη διάκριση τώρα τη σκέφτηκα, δεν εφαρμόζεται από άλλους.

Μέσπιλα (από τη Βικιπαίδεια)

Τα μέσπιλα δεν τα είχαν και σε πολύ μεγάλη εκτίμηση οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, πάντως σημειώνουν τις στυπτικές τους ιδιότητες. Δεν τους αδικώ, διότι το μέσπιλο της αρχαιότητας ήταν σκληρό και στυφό, σχεδόν δεν τρωγόταν, παρά μόνο υπερώριμο. Τα μούσμουλα που τρώμε σήμερα είναι της νεότερης ποικιλίας, της ιαπωνικής, που υποκατέστησε την παλιότερη σχεδόν παντού. Οι δυο τύποι έχουν και εμφανισιακά μεγάλη διαφορά, αφού το μέσπιλο είναι στρογγυλό με πλατιά σέπαλα στην ουρά του, όχι ωοειδές.Η διάκριση ανάμεσα σε μούσμουλο και μέσπιλο είναι εμφανής μόνο στην αγγλική γλώσσα, αφού το μέσπιλο λέγεται medlar, ενώ τον νεότερο καρπό, το μούσμουλο, το λένε loquat, όνομα κινεζικής αρχής, που έχει το ίδιο δεύτερο συνθετικό με το κουμ-κουάτ. Πάντως, ακόμα και στα αγγλικά η διάκριση συχνά δεν τηρείται –πάρα πολλές φορές, θα δείτε να αποκαλούν medlar τα μούσμουλα, και στα λεξικά. Στις περισσότερες άλλες γλώσσες, υπάρχει μία λέξη και για τις δύο ποικιλίες, οπότε πρέπει να έχουμε κατά νου ότι όλες οι αναφορές που διαβάζουμε σε ευρωπαϊκά συμφραζόμενα έως περίπου το1900 περίπου αφορούν το παλαιότερο είδος, ενώ μετά το 1900 το νεότερο είδος.Η λέξη μέσπιλον της αρχαίας είναι άγνωστης ετυμολογίας. Πέρασε στα λατινικά ως mespilum και από εκεί διαδόθηκε στις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, ωστόσο με πολλές παραφθορές σε σημείο που να είναι σχεδόν αγνώριστη. Στα γαλλικά το μούσμουλο (και το μέσπιλο) λέγεται nèfle, αλλά υπήρξαν και πολλές άλλες παραλλαγές, και από μια παλαιογαλλική παραλλαγή, medler, προέκυψε η σημερινή αγγλική λέξη, medlar. Αντίθετα, στα τούρκικα, το μούσμουλο λέγεται musmula, ολοφάνερο δάνειο από τα ελληνικά (δανείστηκαν τον πληθυντικό αριθμό, αλλά το musmula είναι ενικός!) και η ίδια λέξη έχει περάσει στα ρώσικα και στα σερβοκροάτικα.Το μέσπιλον έγινε μέσπουλον και μούσπουλον στα μεσαιωνικά χρόνια. (Στον Πωρικολόγο ο Μούσπουλος είναι ένας από τους γραμματικούς). Η τροπή από το π στο σημερινό μ οφείλεται σε αφομοίωση, αν και ο Ψυχάρης υποστήριξε ότι μεσολάβησε δανεισμός και αντιδανεισμός από τα τουρκικά, δηλαδή ότι η λέξη «μούσμουλο» είναι αντιδάνειο. Αυτό δεν φαίνεται πολύ πιθανό, ωστόσο άλλες ελληνικές ονομασίες του μούσμουλου είναι σίγουρα αντιδάνεια. Από το ιταλικό nespola, στα Εφτάνησα ακούγονται τύποι όπως «η μέσπολα» (Κεφαλονιά), «νέσπολα» σε Παξούς και Κέρκυρα, ενώ στην Κρήτη, που κι αυτή γνώρισε Ενετοκρατία, έχουμε τον τύπο «οι δέσπολες». Αν υπάρχουν άλλες τοπικές παραλλαγές της ονομασίας του μούσμουλου, θα σας παρακαλούσα να τις αναφέρετε.Στα τούρκικα τα μούσμουλα λέγονται και Malta erigi (μαλτέζικα δαμάσκηνα, κατά λέξη) ενώ στην Κύπρο λέγονται (ή λέγονταν) μέσπιλα, μόσφιλα αλλά και πολεμίδια ή πομηλίδια (υπάρχει και χωριό Πολεμίδια). Αυτά τα πολεμίδια δεν έχουν καμιά σχέση με τον πόλεμο, αλλά εικάζω πως είναι εξέλιξη του αρχαίου «επιμηλίδες».Σχετικά με το μέσπιλο, το medlar, υπάρχει ένα αρκετά γνωστό άσεμνο απόσπασμα στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σέξπιρ:If love be blind, love cannot hit the mark.
Now will he sit under a medlar tree,
And wish his mistress were that kind of fruit
As maids call medlars, when they laugh alone.
O Romeo, that she were, O that she were
An open-arse, thou a pop’rin pear!Στα αγγλικά της εποχής, medlar ήταν vulgarism for female genitalia, αλλά και τα μούσμουλα τα αποκαλούσαν, λόγω του σχήματός τους, open-arse. Το ‘pop’rin pear’ είναι αχλάδι από το Poperinghe, αλλά και αργκό για την ψωλή. Ο τελευταίος στίχος παλαιότερα διορθωνόταν συχνά σε «open etcetera» (θα τον βρείτε έτσι και στο Διαδίκτυο καμιά φορά). Να δούμε κανα-δυο αποδόσεις, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία:
Άμα ο έρωτας είναι τυφλός, δεν βρίσκει τον στόχο του.
Τώρα θα ’χει ξαπλώσει κάτω από μια μουσμουλιά
και θα παρακαλάει να γίνει με την καλή του αυτό
που οι κοπέλες ρωτάνε κρυφά η μια την άλλη: «Την κούνησες
εσύ τη μουσμουλιά;» Ρωμαίο, σου εύχομαι χωρίς δόλο
να γίνεις ζουμερό αχλάδι και να της μπεις στον κώλο!
(Μετ.: Ερρίκου Μπελιέ)Ο Μπελιές μεταφράζει χωρίς περιστροφές και με πολύ καλό αποτέλεσμα, ενώ ο Ρώτας, αναγκασμένος λόγω εποχής σε μεγαλύτερη σεμνότητα, αποφεύγει τις κακοτοπιές:Αν είν’ ο Έρωτας στραβός, ο Έρωτας δε βρίσκει
τον στόχο. Να, θα κάτσει κάτω από μια μουσμουλιά
και θα παρακαλιέται να ’τανε η καλή του
φρούτο, από κείνα που τα λένε μούσμουλα οι κοπέλες
όταν γελάνε μεταξύ τους. –Ε, Ρωμαίο,
να ’ταν, ω να ’τανε το φρούτο μες στο στόμα
κι ας ήτανε κι αχλάδι παραγινωμένο.
(Μετ.: Βασίλη Ρώτα)Βέβαια, τον προπερασμένο αιώνα, ο Άγγ. Βλάχος είναι ακόμα σεμνότερος:Αν τυφλός
ο έρως είνε, θ’ αστοχήση του σκοπού.
Τώρα υπό μηλέαν που θά κάθηται,
της ερωμένης του ονειρευόμενος
τα μήλα.Ας περάσουμε τώρα στα δικά μας φρασεολογικά. Μια παλιά έκφραση με τα μούσμουλα, είναι η «έφαγε τα μούσμουλα» ή «έφαγε τα μούσμουλα ξινά», που λεγόταν για ερωτευμένο που δεν βρήκε ανταπόκριση, εντελώς αντίστοιχη με τη σημερινή «έφαγε τη χυλόπιτα». Την έκφραση την έχω αποδελτιώσει στον Φιάκα του Μισιτζή, θεατρικό έργο του 19ου αιώνα, οπότε είναι πιθανό να αναφέρεται στα μέσπιλα, που ήταν πολύ πιο ξινά από τον σημερινά μούσμουλα.Ένα άλλο χαρακτηριστικό για τα μούσμουλα είναι ότι ακόμα κι αν πάτε στο πιο πλούσιο και πολυποίκιλα εφοδιασμένο παγωτατζίδικο, μου φαίνεται πως δεν θα  βρείτε παγωτό με γεύση μούσμουλο· όπως επίσης δεν θα βρείτε χυμό μούσμουλο, ούτε μαρμελάδα μούσμουλο ή γλυκό κουταλιού, τουλάχιστον στο εμπόριο·  είναι φρούτο χωρίς παράγωγο προϊόν. Μόνο το μουσμουλί χρώμα έχει τη δική του λέξη, αλλά κι αυτήν δεν θα τη βρείτε στα λεξικά, παρά μονάχα στο ρεμπέτικο τραγούδι για το Ερηνάκι με το μουσμουλί γοβάκι, που έχει τρελάνει τον μερακλή του τραγουδιού, γιατί εκείνος του μιλάει μα αυτή δεν μιλιέται, σκάει απ’ τα γέλια κι όλο κουνιέται. Και φοράει και γοβάκι που δεν το έχουν τα λεξικά, η αφιλότιμη!