Ο Μικρός Ήρωας – Έτσι άρχισαν όλα

by Αντικλείδι

mikros_iroas_antikleidi

στις 22 Μαΐου του 1917, γεννήθηκε ο Στέλιος Ανεμοδουράς. Δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας του ιστορικού αναγνώσματος και περιοδικού “Ο Μικρός Ήρως” (με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης). Ο Γιώργος Θαλάσσης, η Κατερίνα, ο Σπίθας. Ας ξαναθυμηθούμε (οι μεγαλύτεροι) τις πρώτες παραγράφους του πρώτου τεύχους αυτού του τόσο αγαπημένου αναγνώσματος χιλιάδων παιδιών κι όχι μόνο (ακολουθεί απόσπασμα από το 1ο τεύχος του περιοδικού με τίτλο “Ελεύθερος σκλάβος” )

Ένα παλικάρι πεθαίνει!Είναι νύχτα. Μια ξάστερη, γλυκιά ανοιξιάτικη νύχτα. Χιλιάδες ασημένια άστρα τρεμοπαίζουν γλυκά πάνω από την κοιμισμένη Αθήνα, σαν να προκαλούν τους κατοίκους της να βγουν έξω και να χαρούν την ομορφιά της νύχτας. Μα οι κάτοικοι τής Αθήνας δεν βγαίνουν από τα σπίτια τους Ξέρουν ότι μέσα στη γλυκιά νύχτα παραμονεύει ο θάνατος!Δεν είναι ελεύθεροι! Είναι σκλάβοι πού στενάζουν κάτω από την μπότα του σκληρού Γερμανού και το μαστίγιο τού νικημένου Ιταλού! Είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους και περιμένουν. Περιμένουν με αγωνία μήπως ακούσουν το χτύπημα του θανάτου, το χτύπημα των Γερμανών στην πόρτα τους!Και περιμένουν με λαχτάρα τη Μεγάλη Στιγμή, όταν πίσω από τα μαύρα σύννεφα τής σκλαβιάς θα ξεπηδήσει ο ήλιος της Ελευθερίας!..Ξαφνικά, μέσα στην ήσυχη νύχτα, ποδοβολητά αντηχούν. Μπότες, βροντούν υπόκωφα τρέχοντας πάνω στην άσφαλτο. Δυνατές κραυγές σε γερμανική γλώσσα ακούγονται.Ένας άνθρωπος τρέχει μέσα σ’ ένα σκοτεινό δρόμο.Πίσω του τρέχουν άλλοι άνθρωποι. Μ’ όλο το σκοτάδι, ξεχωρίζει κανείς εύκολα τη στολή τους. Είναι Γερμανοί. Τέσσερις στρατιώτες κι ένας αξιωματικός!—           Στάσου!, ουρλιάζει ο αξιωματικός στον άνθρωπο πού τρέχει μπροστά! Θα πυροβολήσουμε !Μα ο άνθρωπος δεν σταματάει. Τρέχει ακόμα πιο γρήγορα. ’Ακόμα πιο τρελά.—           Πυρ!, μουγκρίζει ο Γερμανός.Πυροβολισμοί αντηχούν βροντερά. Σφαίρες σφυρίζουν πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου πού φεύγει, κάνοντάς τον να σκύβει.Φτάνει σε μια γωνία. Στρίβει αριστερά και μπαίνει σ’ ένα δρομάκο.Αυτό είναι ένα μοιραίο σφάλμα. Γιατί ό δρομάκος είναι τυφλός. Αδιέξοδος. Ένα σπίτι τον φράζει στο βάθος, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος παγίδας!mikros_iroas_antikleidi2

Ο κυνηγημένος άνθρωπος βρίσκεται έτσι παγιδευμένος!

Ενώ οι Γερμανοί τρέχουν προς το μέρος του πυροβολώντας, αυτός κοιτάζει γύρω ζητώντας νά βρει κάποιο τρόπο νά ξεφύγει.Βλέπει μια ψηλή μάντρα. Πίσω της είναι ένα άχτιστο οικόπεδο. Αν πηδούσε τη μάντρα, θα κατάφερνε ίσως να βγει σε κανέναν άλλο δρόμο και να ξεφύγει!Μ’ ένα πήδημα αρπάζεται από τήν κορυφή τού τοίχου. “Ένα ουρλιαχτό πόνου βγαίνει από τό στήθος του. Στον τοίχο είναι μπηγμένα σπασμένα γυαλιά, που χώνονται στά χέρια του κατακόβοντάς τα!Μα ο δυστυχισμένος άνθρωπος δεν παρατάει τον τοίχο. Ξέρει ότι, αν τον πιάσουν οι Γερμανοί, θα πεθάνει με φριχτά βασανιστήρια!Τα μπράτσα του συσπώνται απότομα. Τό κορμί του πετάγεται προς τα πάνω καί βρίσκεται καθισμένο στή ράχη τού τοίχου.Την ίδια στιγμή μιά σφαίρα από τα πιστόλια τών Γερμανών χτυπάει τον φυγάδα στον αριστερό ώμο!Τα δόντια του ανθρώπου σφίγγονται από τον πόνο καί τό κορμί του λικνίζεται μπρος πίσω καί πάει νά πέσει.Μα κατορθώνει νά διατηρήσει την ισορροπία του. Ενώ οι Γερμανοί πλησιάζουν πυροβολώντας πάντα και ουρλιάζοντας μέ μανία, ο τραυματίας χώνει το δεξιό του χέρι στην τσέπη του και το ξαναβγάζει γοργά.Το χέρι του είναι τώρα οπλισμένο μ’ ένα πιστόλι!Τό δάχτυλό του πιέζει δυο φορές τη σκανδάλη. Δύο μικρές κοκκινοκίτρινες φλογίτσες ξεπηδούν από την κάννη του πιστολιού.Ένας από τούς Γερμανούς σταματάει απότομα. Μένει ακίνητος, με το κεφάλι μισοσκυμμένο σαν νά προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Έπειτα σαν να τού ήρθε ξαφνικά η επιθυμία να χορέψει, τεντώνει τό κορμί του, κάνει μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, διπλώνεται στα δύο, γονατίζει καί ξαπλώνεται απαλά χάμω!Μένει ασάλευτος, με μια σφαίρα καρφωμένη ατό στήθος!Ο κυνηγημένος πηδάει από την άλλη μεριά του τοίχου καί τρέχει με ασταθή βήματα προς το βάθος τού άκτιστου οικοπέδου.Μα δεν προλαβαίνει να προχωρήσει πολύ.Ένας Γερμανός κάνει σκαμνάκι στη βάση τού τοίχου.Ο Αξιωματικός πατάει στην πλάτη του και προβάλλει το κεφάλι του πάνω από τον τοίχο. Σηκώνει το πιστόλι του, σημαδεύει με προσοχή και πιέζει τη σκανδάλη.Χτυπημένος από τη σφαίρα τού Γερμανού στο κεφάλι, ο άνθρωπος πέφτει!Οι Γερμανοί, ο ένας μετά τον άλλο, πηδούν τη μάντρα και τρέχουν κοντά του.Ο αξιωματικός σκύβει και ρίχνει στον άνθρωπο το φως του φαναριού του, φωτίζοντας ένα όμορφο νεανικός καί μελαχρινό πρόσωπο, όπου έχει κιόλας απλωθεί ή χλωράδα τού θανάτου.—           Είναι νεκρός!, λέει ο αξιωματικός, με λύσσα. Έπρεπε να τον πιάσουμε ζωντανό, γιατί ό άνθρωπος αυτός ήταν ένας από τους πιο επικίνδυνους Έλληνες κατασκόπους των Αγγλοαμερικανών και ήξερε πολλά πράγματα ! “Ας είναι όμως… Γλυτώσαμε, τουλάχιστον, από ένα τρομερό αντίπαλο!Ψάχνει, τις τσέπες τού νεκρού, ενώ ένας στρατιώτης τού φέγγει με το φανάρι.Ξαφνικά, ό αξιωματικός αφήνει μια κραυγή χαράς και θριάμβου και σηκώνεται όρθιος κρατώντας ένα χαρτί κι ένα μικρό σημειωματάριο—           Η επιτυχία μας, λέει είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο περίμενα! Όλα όσα θα μπορούσε να μας πει ο άνθρωπος αυτός είναι γραμμένα σ’ αυτό τό χαρτί! Είναι ένας κατάλογος όλων των πρακτόρων μέ τούς όποιους συνεργαζόταν! Βέβαια, τα ονόματα είναι γραμμένα κρυπτογραφικά, άλλα μέσα σ’ αυτό τό σημειωματάριο υπάρχει ό κρυπτογραφικός κώδικας!Γυρίζει στους τρεις στρατιώτες:—           Πηγαίνετε να φέρετε ένα αυτοκίνητο για να πάρετε από αιδώ το πτώμα και τον σύντροφό μας πού τραυματίσθηκε. Εγώ πηγαίνω στο σπίτι μου για να προσπαθήσω να αποκρυπτογραφήσω τον κατάλογο αυτό! Σε λίγο, ολόκληρη ή κατασκοπευτική αυτή οργάνωση θα έχει πέσει στα χέρια μας! Χάϊλ Χίτλερ!— Χάϊλ Χίτλερ!, φωνάζουν και οι στρατιώτες τεντώνοντας το δεξιό τους χέρι.mikros_iroas_antikleidi3

Στην υπηρεσία ενός νεκρού

Οι Γερμανοί απομακρύνονται αφήνοντας τον νεκρό μόνο μέσα στη νύχτα, κάτω από τα ασημένια άστρα που τρεμοπαίζουν ψηλά…Περνούν μερικές στιγμές, ξαφνικά, μιά σιλουέτα πηδάει τον τοίχο, από την άλλη μεριά τού οικοπέδου, και προχωρεί σκυφτά προς το θύμα των Γερμανών.Είναι ένα παιδί. Ένα μελαχρινό παιδί δώδεκα ή δεκατριών χρονών, με μαύρα μαλλιά, γεροδεμένο σώμα και πονηρό προσωπάκι. Τα μάτια του λάμπουν ζωηρά από αγωνία μέσα στο σκοτάδι.Το παιδί γονατίζει κοντά στον “Έλληνα πράκτορα. Δυο πικρά, καφτά δάκρυα κυλούν από τα μάτια του και σταλάζουν πάνω στο πρόσωπο του νεκρού.Το παιδί πού μένει κάπου εκεί κοντά, είχε ακούσει τούς πυροβολισμούς και είχε τρέμει για να δει τι συνέβαινε.Έτσι είχε παρακολουθήσει, κρυμμένο πίσω από τον τοίχο, τη συμπλοκή και το θάνατο τού Έλληνα κατασκόπου!Η ψυχή του, ψυχή ενός περήφανου Ελληνόπουλου που διψάει για Ελευθερία, ματώνει από πόνο καθώς σκύβει πάνω στο θύμα των τυράννων.—            Ο καημένος!, μουρμουρίζει Είναι τόσο νέος, τόσο…Σωπαίνει. Ένα βογκητό βγαίνει από το στήθος τού ανθρώπου. Δεν έχει ακόμα πεθάνει!Ανοίγει τα μάτια του. Κοιτάζει το παιδικό πρόσωπο πού είναι σκυμμένο επάνω του.—           Ποιος είσαι; ψιθυρίζει αδύναμα—           Ένα Ελληνόπουλο!, απαντά- το παιδί με φωνή πού τρέμει από συγκίνηση. Οι Γερμανοί έφυγαν, μα θα ξαναγυρίσουν! Θα σέ κουβαλήσω…—           Μη με πειράξεις, γιατί θα πεθάνω αμέσως, λέει με δυσκολία ό μελλοθάνατοςΒάλε μόνο τό χέρι σου στην εσωτερική αριστερή τσέπη του σακακιού μου. Θα βρεις ένα χαρτί κι’ ένα σημειωματάριο.— Δεν είναι πια εκεί. Τα πήρε ό αξιωματικός. Τον είδα κρυμμένος πίσω από τον τοίχο! Είναι ένας κατάλογος κι ένας κρυπτογραφικός κώδικας, δεν είν’ έτσι;—         Ναι. Πώς το ξέρεις;—         Άκουσα το Γερμανό νά τό λέει! απαντά το παιδί. Ξέρω γερμανικά. Πηγαίνει τώρα σπίτι του για να αποκρυπτογραφήσει τον κατάλογο!—         Θεέ μου!, μουρμουρίζει ό πληγωμένος. Τι να κάνω; Αν δεν ειδοποιηθούν οι άλλοι, θα πιαστούν όλοι από τους Γερμανούς και θα εκτελεσθούν!—         Δεν μπορώ νά βοηθήσω εγώ σέ τίποτα; ρωτάει το παιδί με μάτια πού λάμπουν.—         Εσύ! “Ένα παιδί… Μα για στάσου! Βέβαια! Μπορείς να πας σ’ ένα σπίτι όχι πολύ μακριά από δω, και να ειδοποιήσεις κάποιον;—         Μπορώ!—         Μπράβο, παιδί μου! Άκουσε: Θα πας στο σπίτι αριθμός 313 τής οδού Γεράκη και θα ζητήσεις κάποιον κ. Θωμά Χαρίτο. Θα τού πεις: «Σάς εύχομαι χρόνια πολλά!». Αυτός θα σού απαντήσει: «Χρόνια πολλά σε σένα!» “Έτσι θα καταλάβεις πώς είναι ό άνθρωπος που ζητείς. Θα τού πεις τότε: «Με στέλνει ό Ίκαρος. Τον σκότωσαν απόψε. Τα παιδιά πρέπει νά ειδοποιηθούν γιατί ο κατάλογος είναι στα χέρια τού Γερμανού ταγματάρχη Χάνς Μόλερτερ. Μένει στην οδό Ανατολής αριθμός 11α. ‘Προσπαθήστε να τον πάρετε πίσω!» Θα του πεις επίσης ότι… ότι…Η φωνή του πληγωμένου σβήνει σιγά-σιγά. Τό στόμα του μένει ανοιχτό. Τα μάτια του ορθάνοικτα, κοιτάζουν τα άστρα χωρίς νά βλέπουν. Είναι τώρα νεκρός! Πραγματικά νεκρός!Ένας λυγμός φουσκώνει τό στήθος τού παιδιού. ’Ενώ άφθονοι δάκρυα κυλούν στα μάγουλά του, απλώνει τό χέρι του και κλείνει για πάντα τα μάτια τού παλικαριού, πού πρόσφερε τη ζωή του για την Ελευθερία της πατρίδας του!Έπειτα, με το χέρι ακουμπισμένο στο στήθος τού νεκρού κάνει έναν όρκο:— Εγώ ο Γιώργος Θαλάσσης, ορκίζομαι να αφιερώσω τη ζωή μου στην υπηρεσία τής πατρίδας μου! ‘Ορκίζομαι να κάνω ότι μπορέσω για να προστατεύσω τούς συμπατριώτες μου από τούς απάνθρωπους τυράννους! Ορκίζομαι να πολεμήσω εναντίων των βαρβάρων  επιδρομέων ώσπου να δω την Ελλάδα ελεύθερη και ευτυχισμένη!

Λίγοι το γνώριζαν: Πως λεγόταν η Αθήνα πριν ονομαστεί… Αθήνα;

ceb1ceb8ceb7cebdceb1-001Το αρχικό όνομα της Αθήνας ήταν Ακτή ή Ακτική και το είχε πάρει από τον πρώτο της βασιλιά τον Ακταίο. Το δεύτερο της όνομα ήταν Κεκροπία και οφειλόταν στο βασιλιά Κέκροπα ο οποίος διαδέχθηκε τον Ακταίο, καθώς παντρεύτηκε την κόρη του. Επί βασιλείας του Κέκροπα πήρε το όνομα Αθήνα. Σύμφωνα με το μύθο, όλοι οι άνδρες της πόλης ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Οι γυναίκες υπερτερούσαν κατά μία ψήφο.πηγη athensmagazine.gr

χτυπάτε τύμπανα. Ηχήστε σάλπιγγες. 

Νάτος έρχεται. Σ’ αυτόν τον γκρεμιστή δόθηκε το προνόμιο του χτίστη του φωτός.
Με νου καρδιά, πίστη κι αγάπη άσβηστη, έρχεται:

«Ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. 

Πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας. 

Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια 
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια. 

Και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν’ ανοίξω, 
Και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροντήξω.

Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε.
Γρικάω, βγαίνει από μέσα μου μια προσταγή: Γκρεμίστε!»
(Κωστή Παλαμά.Ο Γκρεμιστής)

Εμπρός, να γκρεμίσουμε τις προβατογκαμήλες τους, σάπιους που μας τυραννούν, τα σάπια, τα παλιά, τα έργα των πανούργων, ανίκανων, μικρών κυβερνητών μας.

Να χτίσουμε, την καινούργια Ελλάδα. Την Ελλάδα που δεν θα ντρεπόμαστε να τη λέμε Ελλάδα.

Ποιος είπε πως επέρασε της λεβεντιάς η ώρα; (Κ. Παλαμάς

24 Μαΐου 2016, 09:03
Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, μπροστά στις δυσκολίες δεν γονατίζω.

Και εις το όνομα της γραίας που τάιζε δικέφαλους αετούς με σπόρο που μάζευε στο μαύρο της μαντίλι. Που σταυροκοπιόταν στην εκκλησιά και έκαμνε τους Αγγέλους να κλαίνε. Που κουβαλούσε τα ασήκωτα τσουβάλια στην πλάτη.

Ω, μικροκαμωμένο θεριό, πόσα εικονίσματα Αγίων χώρεσαν στην αγκαλιά σου; Πόσα βλαστάρια έκαμες ν’ ανθίσουν στον παράδεισο; Σε άλλη γη τα φύτεψες και σ’ άλλη γη τα πότισες με το δάκρυ σου. Σε ντρέπομαι… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα του γέροντα που η γη όργωσε βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του. Που διασκέδαζε με ελληνικά παλαίσματα και αριστοφάνεια επιτραπέζια δίστιχα. Κάθε χάντρα στο κεχριμπαρένιο σου κομπολόι κι ένας αιώνας. Ω, Ίωνα ακατάβλητε, πόσα σχολειά κι εκκλησιές χτίσαν τα χέρια σου με τις μαβιές τους φλέβες; Πόσους συντρόφους έκλαψες στο γυρισμό σου Αργοναύτη; Με την κάμα σου διαμέλισες το χρυσόμαλλο δέρας κι έστειλες από ένα μικρό κομμάτι στις ξενιτιές. Λίγο φως και λίγο αλάτι και γι’ αυτούς. Σε ντρέπομαι… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα του παλικαριού που είχε το Σταυρό των Αποστόλων του σκαρωμένο με φυσεκλίκια στο στήθος. Εγένετο εν πνεύματι τον πυρρίχιον ορχούμενος και κείται ματωμένος. Πότισε με το αίμα του μιας φουντουκιάς τη ρίζα. Κοκκίνισε το ασημοσκαλισμένο κλαδί της αμπέλου στο εγκόλπιο (τη πάππονος δώρημαν) για την ελευθερία και του Χριστού την Πίστη την Αγία.

Εσύ είσαι η άμπελος η αληθινή Κύριε. Στο εικόνισμά Σου μπροστά, στην Παναγιά και στους Αγίους σου γονατίζω. Σε άλλον κανέναν μπροστά δεν γονατίζω. Ντρέπομαι το παλικάρι… Δεν γονατίζω!

Και εις το όνομα εκείνου του Ιερέως. Που κάθε Κυριακή έπαιρνε το Χριστό στην αγκαλιά του και μοίραζε το Φως το Αληθινό. Που ήταν η παρηγοριά των χαροκαμένων και των ορφανών. Που μάτωνε τα γόνατά του κάθε νύχτα αναβλύζοντας ψιθύρους. Κύριε… το ποίμνιο…Κύριε… Τον κρέμασαν, στολίδι στο δέντρο της ζωής. Για να λειτουργεί με τους Αγγέλους και να διώχνει τους επίβουλους πάνω απ’ την κούνια των μωρών με τη βροντοφωνάρα του. Τον ντρέπομαι τον παπά… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα του Εθνομάρτυρα πολίτη. Που σου έδειξε πώς φτιάχνονται οι πόλεις, έτσι που να ’ναι εν τη εώα πασών άριστες. Και σου έγραψε λόγια στερνά σε γράμμα, για να ξέρεις πώς ζουν και πώς πεθαίνουν οι ήρωες, οι λεβέντες οι αθάνατοι Έλληνες. Εξομολογήθηκε, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και έφυγε κατευθείαν για τις Ουράνιες Μονές. Με μια μικρή στάση στην αγχόνη. Πήγε σε εκείνη την πατρίδα που δεν θα τη χάσει ποτέ. Κι εκεί κοντά στον Χριστό προσεύχεται, για να γράφουνε λέει όλα τα Ποντιόπουλα 20 στα διαγωνίσματα. Κι ο παπάς που μαρτυρήσανε μαζί τον μαλώνει. Προσευχή εν αβούτη, νέπε; Μα αυτός ακάθεκτος. Τον ντρέπομαι τον Εθνομάρτυρα πολίτη… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα των άκακων αρνίων. Των βλασταριών που κακοποιήθηκαν, βασανίστηκαν, σφαγιάστηκαν, αρρώστησαν και πέθαναν στο δρόμο. Στον παράδεισο ενηλικιώθηκαν πια και έδωσε ο Θεός και μοιάζουν οι άγουροι σαν πολεμιστές Άγιοι Βυζαντινοί. Στον τύπο κάπως του Άγιου Μερκούριου. Και τα κορτσόπα σαν αμαζόνες. Όταν κανέναν Έλληνα τον πιάνει ο φόβος, έρχονται και τον δορυφορούν αοράτως. Και του διώχνουν τις φοβίες πότε χτυπώντας τον στο φιλότιμο και πότε πιο αυστηρά – το έχουν αυτό το δικαίωμα.

Αυστηρά, με κοφτές ιαχές τον παροτρύνουν. Σήκω πάνω ψοφίμι! Τι φοβάσαι! Σήκω και πολέμα!… Τα ντρέπομαι τα πουλόπα… Δεν γονατίζω!

Και εις το όνομα της γυναίκας εκείνης της σιωπηλής. Για κείνην λέω με τα καθαρά τα ομμάτεα. Που στεκόταν ριζωμένη στη γη σαν βάτος αφλέκτως καιόμενη. Σαν Καρυάτιδα άντεξε αλύγιστη τη θύελλα, την καταιγίδα, τον πόνο, την απώλεια. Σηκώνει αγόγγυστα τα αετώματα με τα κατορθώματα των ηρωικών της τέκνων. Και μπορεί με παρρησία να επικαλείται την Παναγία. Με το δικαίωμα της ρομφαίας που διαπέρασε και τη δική της καρδιά. Σιωπηλή, γονατισμένη, απλώνει τα χέρια. Ικέτιδα. Προστάτης των σύγχρονων νεογέννητων Ηρακλήδων. Που πρέπει να μάθουν από πολύ νωρίς πια πώς να πνίγουν κάθε όφιν νοητόν με τα παιδικά τους χέρια. Την ντρέπομαι τη γυναίκα… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα της δασκάλας και του δασκάλου. Που μέσα στην τάξη μοίραζαν κομμάτια την ψυχή τους. Ένα σε κάθε τους παιδί. Την ψυχή τους την ίδια, αυτήν την εσθιόμενη και μηδέποτε δαπανώμενη. Αυτούς που βλέπανε τα καραβάκια που ρίχνανε στις θάλασσες να εξημερώνουν τον Εύξεινο Πόντο. Και στέκονταν και τα καμαρώνανε σαν φάροι πάνω σε βράχο – ο βράχος συμβολίζει τον Χριστό. Κι εσένα δάσκαλε σε κυνήγησαν τα θηρία από τους πρώτους. Ξέρανε ποιους πρέπει να κυνηγήσουν πρώτους. Κι εκεί που είστε τώρα κοντά στον Κύριο, σας ακούω που προσεύχεστε. Και πιάνουν τ’ αυτιά μου στην προσευχή σας να λέτε συνέχεια τη λέξη «φώτισον».

Όλο «φώτισον» και «φώτισον». Τον ντρέπομαι τον δάσκαλο… Δεν γονατίζω!

Τόσοι και τόσοι Άγιοι έλκουν την καταγωγή τους από τον Πόντο. Κι άλλοι τόσοι ασκήτεψαν, αγίασαν, δίδαξαν και θαυματούργησαν στον Πόντο. Αυτούς τους Αγίους –γνωστούς κι αγνώστους– επικαλούμαι. Να μας δίνουν δύναμη, για να μη γονατίζουμε μπροστά στην κάθε δυσκολία, στο ψέμα, στην αδικία, στην ασέβεια και στην κάθε είδους βρομιά. Με τέτοιους προγόνους δεν μας το πρέπει, είναι ντροπή. Έτσι θα τιμήσουμε εμπράκτως τη μνήμη τους. 


Σπάνια φωτογραφία (1870) που δείχνει την Ιερά οδό να είναι καρόδρομος. Η φωτογραφία είναι σπάνια γιατί ελάχιστες φωτογραφίες υπάρχουν για τα περίχωρα της Αθήνας, καθώς οι φωτογράφοι της εποχής επικέντρωναν τη θεματολογία τους στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας.
σθνέχεια….3

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ ( 1850 – 920 )



1


Aριστερά σταθμευμένες σούστες και κάρο και δεξιά δύο ιππήλατα τραμ στην πλατεία Συντάγματος, τις αρχές του 20ου αιώνα. H πλατεία πιο μεγάλη, με στενότερο τον δρόμο απ’ όπου δύο γραμμές κατευθύνονταν προς τις οδούς Mητροπόλεως και Φιλελλήνων. Πολλοί Αθηναίοι, επειδή οι αποστάσεις στην Αθήνα ήταν μικρές «το έκοβαν με τα πόδια», όπως συνήθιζαν να λένε. Και επειδή όταν έβρεχε κόλλαγε στα παπούτσια τους λάσπη, έλεγαν «έκοψα λάσπη». Από τότε καθιερώθηκε η έκφραση που λέμε μέχρι σήμερα, όταν θέλουμε να πούμε ότι απομακρυνόμαστε γρήγορα από κάτι. 

Συνέχεια….2