Ο μύθος του ’83 – 100.000 κόσμος στο beach πάρτι της Βουλιαγμένης [photos+vds]
Επιμέλεια Χριστίνα Τσατσαράγκου – Φωτογραφίες: Αρχείο Έθνους

Μια συναυλία που έγινε μύθος! Το πρώτο τεράστιο μπιτς πάρτι της Αθήνας, στο οποίο διασκέδασαν 100 χιλιάδες θεατές και μάλιστα… ημίγυμνοι. Το 1983 η πλαζ του ΕΟΤ έζησε το δικό της παραθαλάσσιο Woodstock στην υπαίθρια συναυλία του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Κοσμοπλημμύρα για το ‘Πάμε μια Βόλτα στη Βουλιαγμένη’, κόντρα στη σοβαροφάνεια της μεταπολίτευσης.Οι εφημερίδες έγραψαν για μια «νύχτα πνιγμένη στα ναρκωτικά», αλλά δεν ήταν αυτή η ουσία. Λίγο μετά τα 40ά του γενέθλια, πίσω στο 1983, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης αποφάσισε να κάνει στην Αθήνα κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν μια έμπνευση της στιγμής, αφού ο «φτωχός και μόνος καουμπόι» από την Κυψέλη προετοίμαζε το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη πάνω από έναν χρόνο.
Κι αν αναρωτιέσαι γιατί αυτό το event ονομάστηκε Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, ο ίδιος Λουκιανός εξηγεί σε συνέντευξή του: «Ένωσα τρία τραγούδια μου που προϋπήρχαν, τα Θερινά Σινεμά (το σημείο που λέει Είναι Κάτι Νύχτες με Φεγγάρι), το (Πάμε μια Βόλτα) Στη Βουλιαγμένη και το (Θέλω ένα Βράδυ να κάνω ένα) Πάρτυ».
Η έμπνευση πίσω από το περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη»
«Ο κόσμος μπήκε από τις πόρτες αλλά και από τα κάγκελα, γιατί δεν ξέρανε όλοι ότι οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Έγινε ένα τρελοκομείο»
Ο απόφοιτος αρχιτεκτονικής Λουκιανός Κελαηδόνης οραματίστηκε μαζί με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά, «μια λαϊκή βραδιά με κάποιο αισθητήριο», μία μουσική γιορτή μέσα στο κατακαλόκαιρο. Με κεφάτες παρέες να λικνίζονται στη μουσική του κάτω από το φως του φεγγαριού. Με μπίρες, πυροτεχνήματα, χαρά και ξενοιασιά.Η ιδέα ήταν να κλείσει την πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη μια νύχτα με πανσέληνο και να την μεταμορφώσει σε συναυλιακό χώρο. Και ήταν ο πρώτος που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα (χαρακτηριστικό των πολιτικών συναυλιών της Μεταπολίτευσης) και τις τοποθέτησε σε φυσικούς χώρους.
Όπως λέει ο ίδιος: «Πηγαινοερχόμουν έξι μήνες. Μέτρησα τα πάντα. Το μόνο που δεν προέβλεψα ήταν η μεγάλη προσέλευση του κόσμου» Καλά το καταλαβαίνουμε αυτό, αφού δεν υπήρχε καμία εμπειρία διοργάνωσης μεγάλων συναυλιών – με νοικιασμένα από την τροχαία γουόκι τόκι επικοινωνούσαν για τα διαδικαστικά εκείνη τη βραδιά! Το event έγινε γνωστό στο κοινό με μια λιτή αφίσα και ανακοινώσεις στο ραδιόφωνο.Σε άλλη συνέντευξή του ο δημιουργός αναφέρει για την αρχική έμπνευση της ιστορικής συναυλίας:«Το 1982 κάνω τον πρώτο μου Λυκαβηττό, για τον οποίο έγραψα μετά και το τραγουδάκι “κι αν περνούσε η ώρα κι ανέβαιναν πολλοί” κλπ. Αφού γέμισε ο Λυκαβηττός και είχε μείνει άλλος ένας Λυκαβηττός απ’ έξω, ήρθαν οι μπάτσοι και μου λένε «Φωνάζουν απ’ έξω να μπούνε μέσα, να μπούνε;». Λέω «Να μπούνε, αφού δεν έχει άλλα εισιτήρια, να μπούνε».
Ο Λυκαβηττός χωράει γύρω στις 3500 χιλιάδες με εισιτήρια, πρέπει να μπήκαν 5.000, 5.500, 6.000, γύρω γύρω, παντού. Εκείνο το βράδυ λοιπόν ήταν η πρώτη μαζική αντιμετώπιση που είχα από τον κόσμο. Για να ευχαριστήσω λοιπόν αυτό τον κόσμο, σκεφτόμουν για το επόμενο καλοκαίρι, να κάνω ένα πάρτυ και να περάσουμε καλά. Σκέφτηκα λοιπόν να το κάνω σ’ ένα δασάκι στο Ψυχικό. Και σκέφτομαι «Τι μαλακίες λες, εκεί δε χωράνε ούτε τριακόσιοι…»μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, συνέλαβα την ιδέα, ότι όπως είναι το Ρωμαϊκό θέατρο κι εμείς παίζουμε στον κύκλο, θα κάνω στη Βουλιαγμένη που την αγαπούσα, στην Πλαζ κι εκεί που είναι ο κύκλος θα βάλω μια πλατφόρμα και θα μπω να τραγουδήσω μέσα εκεί… Αγαπούσα τη Βουλιαγμένη, είχα γράψει ήδη τη «Βουλιαγμένη».
Το Γενάρη διάλεξα την ημερομηνία, την Πανσέληνο του Ιουλίου. Τότε διευθυντής στην τηλεόραση ήταν ο Βασίλης ο Βασιλικός, είμαστε φίλοι, μαθαίνει ότι θα κάνω τη συναυλία στη Βουλιαγμένη και μου λέει «Να το μεταδώσουμε ζωντανά». Του λέω «Θα μου κόψει εισιτήρια κλπ». Μου λέει «Μην ανησυχείς καθόλου, δεν πρόκειται να σου κόψει τίποτα». Πράγματι έτσι έγινε. Τότε ήταν δυο κανάλια. Την άλλη μέρα όλη η Ελλάδα είχε δει τη «Βουλιαγμένη». Ήταν μια εξαιρετική βραδιά…
«Ο κόσμος θα ήταν σε ένα ημικύκλιο. Λογικά η ορχήστρα, το κέντρο δηλαδή του κύκλου, θα ήταν μέσα στη θάλασσα». Και έτσι ήρθε η ιδέα για την πλωτή εξέδρα, πήγε στο Κερατσίνι και τη βρήκε. Στερεώθηκε και με τέσσερις άγκυρες και όσοι έπρεπε να ανέβουν πηγαινοέρχονταν με κρις κραφτ.
προσδοκία!
Κόπηκαν γύρω στα 25.000 εισιτήρια, αλλά μέσα στο χώρο βρέθηκαν ίσως και 100.000 άνθρωποι.
Κίνησε γη και ουρανό! Πήγε στη Μελίνα Μερκούρη, υπουργό Πολιτισμού τότε με το ΠΑΣΟΚ, και της είπε: «Θέλω μια πλαζ του ΕΟΤ για εκείνη τη μέρα, που θα έχει και φεγγάρι», της ζήτησε να έχει και… πυγολαμπίδες και το τότε υπουργείο Γεωργίας τού είπε πως τον Ιούλιο δεν θα είναι η εποχή τους!
«Ήθελα να θάψω και ουίσκι κάτω από την άμμο. Θα γινόταν μία κόλαση», να το έψαχναν, να έπαιζαν, να γίνονταν όλοι ένα, να χαλάρωναν και να περνούσαν όμορφα. Να γίνονταν παιδιά. «Μετά το είπαν beach party και έμαθα ότι στην Αμερική είχαν τέτοια, εγώ δεν ήξερα τι ήταν τα beach party, εγώ ήθελα να κάνω απλώς ένα πάρτυ», λέει ο Λουκιανός.«Ήθελα την ώρα που θα μπαίνει ο κόσμος να ακούγεται μουσική καουμπόικη, αυτά που παίζανε στα saloon, όπως και έγινε. Βρήκα την Έλλη τη Σεμιτέκολο, μία καταπληκτική πιανίστρια, και πριν τη δύση του ήλιου έπαιξε ένα μεγάλο κομμάτι από Scott Joplin, αυτά τα ragtime που λέμε. Ήθελα και μια μεγάλη μπάντα με πνευστά να παίξει κομμάτια του Glen Miller, το Moonlight Serenade για παράδειγμα, και τελικά τα κατάφερα, είχα μία ορχήστρα γύρω στα 16-17 άτομα».
Τι έγραψε ο Τύπος για το «Woodstock» του Κηλαηδόνη!
Έλειπε το βερμούτ και οι Μπητλς, υπήρχε ο Λουκιανός, ο Νιόνιος και χιλιάδες λίτρα μπίρας!
Την επομένη, ο Τύπος είχε πρωτοσέλιδο το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, αλλά δεν παρέλειψε να παραπονεθεί για την ταλαιπωρία του κόσμου. Η Τροχαία έζησε έναν εφιάλτη με χιλιάδες μικροτρακαρίσματα και το γκαζόν της πλαζ καταστράφηκε ολοσχερώς. Χρειάστηκαν 30 άτομα να δουλεύουν δύο μέρες για να καθαριστεί η πλαζ, που ήταν γεμάτη πλαστικές καρέκλες, κομμένες σαγιονάρες και άδεια κουτάκια μπίρας.
Τι είπε ο Λουκιανός; «Δεν ξέρω αν το επιχειρήσω άλλη φορά στη Βουλιαγμένη, αλλά μία παρόμοια εκδήλωση θα ήθελα να ξαναγίνει. Δε φταίω εγώ παιδιά αν υπήρξε τέτοια μαζική κινητοποίηση προς τη Βουλιαγμένη. Αυτό που σίγουρα λυπάμαι είναι που ταλαιπωρήθηκαν πολλοί φίλοι. Τώρα που διαπιστώσαμε πως δεν υπάρχουν χώροι για τόσες χιλιάδες κόσμου, την επόμενη φορά θα μαζευτούμε στον κάμπο της Θεσσαλίας!» απολογήθηκε με χιούμορ. Σε άλλες του δηλώσεις ξεκαθάρισε ότι τέτοια μαγεία συμβαίνει μόνο μια φορά. Και δεν το ξαναεπιχείρησε!Κάποιοι, όπως ο Β. Φίλιας στην Ελευθεροτυπία, που έγραψε για ένα βράδυ πνιγμένο στα ναρκωτικά και για την αποθέωση του αμερικανικού τρόπου ζωής ή ο Ν. Ζαχόπουλος, που σχολίασε «έναν κάτωχρο Κηλαηδόνη, που δεν είπε παρά τρία μόνο τραγούδια γαντζωμένος από μια κιθάρα», προφανώς δεν εκτίμησαν το… υπερθέαμα. Για όσους όμως θυμούνται ακόμη την πανσέληνο εκείνη πάνω από την αμμουδιά, για τους μουσικούς, τους θεατές, το κοινό που έζησε ή ονειρεύτηκε να είχε ζήσει τη βραδιά, το πάρτι στη Βουλιαγμένη ήταν το πιο επιτυχημένο πάρτι της τότε εποχής.
Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Λουκιανός: «… ήταν μία ευτυχισμένη στιγμή, ήταν ο κόσμος σε ένα άλλο μήκος κύματος, είχε μία άλλη ξενοιασιά, μια άλλη ανάγκη. Αυτό που προσέφερε, πέρα από όλα τα άλλα, είναι ότι ήταν μία πρώτη πρόταση για να σταματήσουν οι συναυλίες να γίνονται στα γήπεδα, που ήταν ένας πολύ σκληρός χώρος για μουσική, για να ψάξουμε άλλους χώρους, έχω την εντύπωση πως η Βουλιαγμένη οδήγησε στο να γίνονται πια συναυλίες στα ποτάμια, στα κάστρα, στους λόφους».
Από τότε έχουν γίνει πολλές συναυλίες, φεστιβάλ και μουσικά θεάματα. Μάλιστα ο ίδιος ο Λουκιανός οργάνωσε πανηγυρικό event αναβίωσης το Σάββατο 15 Ιουνίου 2013 στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής. Τίποτα όμως δεν μπορεί να φέρει πίσω την αθωότητα, τη μαγεία, τον αυθορμητισμό και την αίσθηση ελευθερίας που είχε εκείνο το πάρτυ … πίσω στο 1983.











Του Γιώργου Καραμπελιά*Αυτή την περίοδο εκτυλίσσεται ένας διάλογος στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή μια συγκέντρωση υπό τον τίτλο «παραιτηθείτε που καλείται την 15η Ιουνίου στο Σύνταγμα.Η συζήτηση, δυστυχώς, όπως συχνά συμβαίνει στις ελίτ και στις ψευδοελίτ της παράγκας Ελλάδα, δεν διεξάγεται γύρω από το πραγματικό ερώτημα «πρέπει άραγε να παραιτηθούν», αλλά έχει μετατεθεί περισσότερο στο «ποιος καλεί» και με ποιες προθέσεις σε αυτή τη συγκέντρωση.Όμως, το ζήτημα είναι καθαρό:Εάν κανείς πιστεύει πως πρέπει όντως να παραιτηθεί το συντομότερο δυνατό αυτή η κυβέρνηση, δραστηριοποιείται προς αυτήν την κατεύθυνση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και αυτό το κάνει έστω και εάν δεν συμφωνεί με τα συνθήματα και την φρασεολογία του συγκεκριμένου καλέσματος – οπότε αναπτύσσει άλλες δικές του αυτόνομες δράσεις.Εάν θεωρεί, αντίθετα, πως το αίτημα είναι λανθασμένο κάθε κινητοποίηση με αυτό ως προμετωπίδα θα πρέπει να αποκλείεται.Ως προς την ουσία του ζητήματος, ο συγγραφέας αυτού του άρθρου, πολύ πριν ανέλθει στην προεδρία της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τις… 15 Μαΐου του 2015, είχε εκφράσει το ανάλογο αίτημα σε άρθρο με τον τίτλο «καιρός να φεύγουν», άρθρο που συνάντησε τότε πολύ μεγάλες αντιδράσεις σε όλον τον «αντιμνημονιακό χώρο». Και αυτό διότι τα δείγματα γραφής αυτής της κυβέρνησης τυχοδιωκτών και ανικάνων, (τότε συμπεριλάμβανε και τους ιδεοληπτικούς) ήταν ήδη αρκετά. Έγραφα λοιπόν: «Ο ανίκανος νεανίσκος, από καθυστέρηση σε καθυστέρηση, οδηγεί τα πράγματα στα άκρα… Όσο για το κυβερνητικό έργο, αυτό περιορίζεται σε νομοσχέδια για τις φυλακές, για την ιθαγένεια, για το τζαμί, για την κατεδάφιση της εκπαίδευσης, και στις παράτες της ναπολεόντειας Ζωής στο κοινοβούλιο… Μέσα από την αδυναμία να κάνουν οποιαδήποτε επιλογή, τέσσερις μήνες μετά την άνοδο της κυβέρνησής τους, μας οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο και, πλέον, επειδή δεν μπορούν ούτε να υπογράψουν μία λύση, που θα γίνεται όλο και πιο δρακόντεια σε βάρος της Ελλάδας, ούτε να επιλέξουν κάποια φανταστική ρήξη, που οδηγεί απλώς σε μεγαλύτερη καταστροφή της χώρας, παρατηρούν τις μέρες και τις προθεσμίες να περνούν, φτάνοντας πλέον στο μηδενισμό του κοντέρ. Τι μπορούν και τι πρέπει να κάνουν;
Εάν όντως συμμερίζεται κανείς αυτήν την εκτίμηση, την οποία ο Αλέκος Αλαβάνος την πήγε ακόμα πιο πέρα, χαρακτηρίζοντας την παρούσα κυβέρνηση ως χειρότερη από εκείνη του Παπαδόπουλου και του Μεταξά, τότε δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Αυτή η κυβέρνηση βλάπτει εξόχως τον τόπο και θα πρέπει να απομακρυνθεί.Όσο για το ερώτημα που κουτοπόνηρα τίθεται από διάφορους κρυπτοσυριζαίους, ή στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, «και τι θα γίνει μετά;» αποτελεί ένα ερώτημα εκ του πονηρού. Πρώτονδιότι έτσι, παραπέμπει στα γνωστά διχαστικά σύνδρομα, του τύπου «θέλετε να έρθει ο Μητσοτάκης», που διαιωνίζουν μια εμφυλιοπολεμική αντίληψη – άραγε στο παρελθόν όταν κριτικάραμε τον Σαμαρά, θέλαμε να έρθει ο Σύριζα; Δεύτερον, επειδή το αίτημα «να φύγουν» είναι ήδη πλειοψηφικό στην ελληνική κοινωνία, όποιος αναλαμβάνει να το εκφράσει, κερδίζει πολιτικά και μπορεί και να το εκμεταλλευτεί.Όταν λοιπόν, οι αντιπολιτευόμενοι τον Σύριζα τόσο από την «κεντροαριστερά» όσο και κυρίως από την εκτός Σύριζα αριστερά, αρνούνται να θέσουν αυτό το αίτημα ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές στον ελληνικό λαό, τότε εκ των πραγμάτων ευνοούν όντως τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Διότι όταν μία κυβέρνηση έχει απολέσει την λαϊκή συναίνεση και οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να το εκφράσουν τότε, το λαϊκό αίτημα θα κατευθυνθεί σε εκείνον που το αναλαμβάνει.Το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, το ΚΚΕ, η ΛΑΕ, ακόμα και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, αρνούνται να θέσουν ως αίτημα την άμεση απομάκρυνση αυτής της εθνοκτόνας και λαοκτόνας κυβέρνησης. Αυτό καταδεικνύει πρώτον τις υπόγειες αλλά ισχυρότατες ιδεολογικές διασυνδέσεις τους με την «κυβερνώσα αριστερά», («αν ρίξουμε την κυβέρνηση θα έρθει ο Μητσοτάκης»), όσο και την πολιτική τους ανικανότητα. Αντί με το αίτημα «παραιτηθείτε και γρήγορα» να δραστηριοποιηθούν τα αριστερά κόμματα που έχουν και μεγαλύτερη δυνατότητα κινητοποίησης και να δημιουργήσουν μια νέα πλατεία «αγανακτισμένων» απέναντι στην κυβέρνηση Σύριζα Ανελ, το εγκαταλείπουν. Και μάλιστα αφήνουν το αίτημα αυτό να το εκφράζουν άνθρωποι που στο κάλεσμά τους χαρακτηρίζουν «εθνολαϊκιστική»(sic!) την κυβέρνηση, αντί να την χαρακτηρίζουν ολετήρα της εθνικής κυριαρχίας.Ο Σύριζα από την πλευρά του σε μια κουτοπόνηρη τακτική που πατάει ακριβώς σε αυτές τις ελλείψεις της αριστεράς και της κεντροαριστεράς, προσπαθεί να προβάλλει ως αποκλειστικό διακύβευμα το, «Σύριζα ή Ν.Δ.» ταυτίζοντας το αίτημα «Παραιτηθείτε» με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Άδωνη Γεωργιάδη. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική έχει κοντά ποδάρια. Διότι όταν στην κοινωνία φουντώνει η αγανάκτηση ενάντια στην κυβέρνηση (χαρακτηριστικό το τι συνέβη στην Ιεράπετρα με τον Πολάκη) τότε όσο και να λειτουργήσουν τα τόσο βαθιά ριζωμένα αντιδεξιά ή αντιμητσοτακικά σύνδρομα, εν τέλει, αναπόφευκτα, ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου που αυτή τη στιγμή εισπράττει κατακέφαλα, φόρους, ΕΝΦΙΑ, μείωση συντάξεων, αύξηση του ΦΠΑ, προσφυγικό κ.λπ. θα στραφεί, θέλοντας και μη προς την Ν.Δ.Ο Σύριζα απλώς, ελπίζει πως θα παραμείνει έτσι ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος, μια και οι εν δυνάμει αντίπαλοί του, τόσο της κεντροαριστεράς, όσο και της αντικυβερνητικής αριστεράς, αποδεικνύονται ανίκανοι να εκφράσουν την λαϊκή αγανάκτηση.Κατά συνέπεια λοιπόν, όσοι συμφωνούν με την ανάγκη της άμεσης απομάκρυνσης αυτής της κυβέρνησης, πρέπει να κινητοποιηθούν με όλους τους τρόπους, για να γίνει αυτό δυνατόν το συντομότερο, διότι κάθε ημέρα τους στην εξουσία είναι καταστροφική. Ας μη κρύβονται πίσω από επιχειρήματα του τύπου «ποιος το λέει, ποιος τον συμφέρει» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Η απάντηση είναι απλή. Συμφέρει όλους τους Έλληνες, εκτός από μία μικρή κλίκα που βρίσκεται στην εξουσία και κατά συνέπεια θα πρέπει να το διεκδικούν και να το διακηρύσσουν όλοι οι Έλληνες και όλες οι πολιτικές δυνάμεις, έστω και εάν το κάνει καθένας με τον τρόπο του και από τη σκοπιά του. *Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού «Άρδην» και της εφημερίδας «Ρήξη».



