Δ Σαββόπουλος:
“ήταν όλα μια ψευτιά, μα ακούγονταν ευχάριστα στο αυτί μας”.

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Δ Σαββόπουλος:
Κυριάκος Ντελόπουλος – Στύρα, 1970
Συνεπώς στο ερώτημα »κοινό ή χωριστό ταμείο» η θέση του γράφοντος είναι προφανώς υπέρ του κοινού… Όχι όμως σαν ένα καταναγκαστικό κανόνα για μία επιτυχή συμβίωση – εξάλλου τίποτα δεν εξασφαλίζει κάτι τέτοιο παρά μόνο η συναισθηματική σύμπνοια, η εμπιστοσύνη και η αποδοχή του άλλου γι’ αυτό που είναι, αλλά σαν ένα πρώτο, συμβολικό βήμα για την ολοκλήρωση της ενότητας που λέγεται »ζευγάρι» – και στην συνέχεια »οικογένεια».Ένα είναι το σίγουρο: σε αυτήν την ενότητα, την αληθινή και ουσιαστική ένωση των δύο συντρόφων, ούτε που θα μας νοιάζει σε ποιανού το όνομα »θα μπούνε» τα λεφτά, γιατί τότε τα σημαντικά και τα κρίσιμα μετατοπίζονται αλλού: στην αγάπη, την εκτίμηση και την ανάγκη εν τέλει να είσαι μαζί με τον άλλον… ~ Γιάννης Ξηντάρας , Ψυχολόγος Πηγή: blog.nowdoctor.gr
| Ο Λουκάς Α. Κονανδρέας, πολύπλευρη προσωπικότητα με επιτυχίες παντού από τή Δωρίδα
ΣΤΑΜΦΟΡΝΤ, ΚΟΝΕΚΤΙΚΑΤ. Ο Δρ. Λουκάς Κονανδρέας είναι γνωστός στο Στάμφορντ και σε γύρω περιοχές του Κονέκτικατ, διότι ήταν ο πρώτος που ίδρυσε ιδιόκτητο Κέντρο Επειγόντων Περιστατικών στο Στάμφορντ, που προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει τη δυνατότητα σε χιλιάδες ασθενείς να έχουν καλύτερη υγεία και να απολαμβάνουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.
Είναι επίσης γνωστός λόγω της ενασχόλησής του με τα κοινά και την κοινότητα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Στάμφορντ Κονέκτικατ, καθώς επίσης και λόγω των επιτυχιών του στο γκολφ που του είχε εξασφαλίσει πολλές πρωτιές συμπεριλαμβανομένου και του τίτλου του πρωταθλητή στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα.
Είναι επίσης ο μοναδικός ομογενής του Κονέκτικατ, από ό,τι είναι γνωστό, που το ελληνικό όνομά του θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα, καθώς μια από τις νεότερες οδούς στα βόρεια προάστια του Στάμφορντ φέρει το όνομά του «Konandreas Drive».
Προ δύο ετών ξεδίπλωσε ένα κρυφό του ταλέντο και προσέφερε το δικό του πετραδάκι στην αγγλική και ελληνική λογοτεχνία. Πρόκειται για το βιβλίο «Παναγιώτα: Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη – Αληθινή ιστορία φόνου», το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα από τον εκδοτικό οργανισμό CaptainBook.grκαι κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό στην Ελληνική αποτελεί μετάφραση του πρωτότυπου «Better Dead Than Divorced: The Trial of Panayota – A True Story» που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Hard Work Publications» και κυκλοφόρησε στις 27 Σεπτεμβρίου 2014.
Η αγγλική έκδοση διατίθεται από την www.amazon.com και το 2015 απέσπασε το χάλκινο μετάλλιο του οργανισμού «Nonfiction Authors Association», ενώ η ελληνική έκδοση διατίθεται από το Βιβλιοπωλείο του «Εθνικού Κήρυκα».
Ο «Εθνικός Κήρυκας» λαμβάνοντας υπόψη του την πολυσχιδή δράση και προσφορά του Δρ. Λουκά Κονανδρέα αποφάσισε να τον τιμήσει αναδεικνύοντάς τον Πρόσωπο του τρέχοντος τεύχους του «Περιοδικού».
Η συνέντευξη
Η πρώτη επικοινωνία με τον ιατρό – συγγραφέα Λουκά Κονανδρέα έγινε λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία στην ελληνική γλώσσα του βιβλίου του «Παναγιώτα: Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη – Αληθινή ιστορία φόνου». Ο συγγραφέας έστειλε σαν δώρο ένα βιβλίο του στα κεντρικά γραφεία του «Εθνικού Κήρυκα» και παράλληλα ζήτησε να το αξιολογήσουμε μέσα από μια κριτική.
Με το διάβασμα του βιβλίου, μάθαμε αρκετά για τις «ρίζες» του γιατρού και συγγραφέα κ. Κονανδρέα. Αυτό, αλλά και η προσφορά του Δρα Κονανδρέα στην Ιατρική και στην Ομογένεια του Στάμφορντ μας ώθησαν να κάνουμε τη συνέντευξη στο σπίτι του επί της Οδού Κονανδρέα (Konandreas Drive), αφ’ ενός μεν για να έχουμε την άνεση του χώρου και του χρόνου, αφ’ ετέρου δε να γνωρίσουμε την σύζυγό του Τζόρτζια (Γεωργία) και τα παιδιά τους Τζόναθαν και Παναγιώτη που συνέβαλαν στην καταγραφή της ιστορίας και οι οποίοι, όπως αναφέρει και στον πρόλογο του βιβλίου, επέμειναν «να μην ξεφύγει ούτε πόντο από την πραγματικότητα».
Ο Λουκάς Κονανδρέας και η Τζόρτζια μας υποδέχτηκαν τηρώντας με ευλάβεια τις παραδόσεις των ιδιαίτερών τους πατρίδων, του Κουπακίου και της Βορδόνιας, αντίστοιχα.
Το Κουπάκιο Δωρίδος είναι ένα ορεινό χωριό του Νομού Φωκίδος στο οποίο τον Σεπτέμβριο 1953 διεπράχθη η δολοφονία της Παναγιώτας και την οποία ο Δρ. Κονανδρέας έκανε βιβλίο, ενώ η Βορδόνια ανήκει στο Δήμο της Σπάρτης του Νομού Λακωνίας.
Η συνέντευξη μάς έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε καλύτερα τον ρόλο της Τζόρτζια στην επαγγελματική σταδιοδρομία του Δρ. Λουκά Κονανδρέα, στη δημιουργία μιας αξιοζήλευτης οικογένειας και στη συγγραφή του βιβλίου.
Ο Δρ. Κονανδρέας τόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης όσο και στον πρόλογο του βιβλίου του, εξήγησε το λόγο για τον οποίο μισό αιώνα μετά το ειδεχθές έγκλημα αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό και να ερευνήσει σε βάθος τη δικογραφία, τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού και περιφερειακού Τύπου.
Αν και τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του έζησαν από κοντά την τραγωδία, τις δίκες και τον αγώνα του πατέρα τους Αθανασίου Κονανδρέα, να τιμωρηθούν τόσο αυτός που τράβηξε τη σκανδάλη, όσο και ο ηθικός αυτουργός –ο Γεώργιος Νίτσος- και δεν χρειάζονταν άλλες μαρτυρίες, εν τούτοις ο συγγραφέας αφιέρωσε μια ολόκληρη δεκαετία (από το 2003 μέχρι το 2013) στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταγραφή των καταθέσεων των μαρτύρων αυτού του στυγερού εγκλήματος και όσων παρακολούθησαν από κοντά την πρώτη δίκη που έγινε στην Αθήνα και κατέληξε να χαρακτηριστεί «πεπλανημένη» και τη δεύτερη δίκη που έγινε στη Χαλκίδα.
Η πρωταγωνίστρια
Η Παναγιώτα γεννήθηκε στο Κουπάκι και σε νηπιακή ηλικία έμεινε ορφανή. Ο πατέρας της είχε έρθει για πρώτη φορά στην Αμερική περί το 1910, αλλά επέστρεφε στην Ελλάδα, οπότε και γεννήθηκε η Παναγιώτα. Ξαναέφυγε μετά για την Αμερική αλλά μετά από μια εγχείρηση στο Σικάγο για στομαχικά προβλήματα πέθανε. Ετσι η Παναγιώτα υποχρεώθηκε να δουλεύει σε μια εύπορη οικογένεια στο χωριό της. Το 1935 γύρισε στο Κουπάκι από την Πάτρα όπου ζούσε ο Γιώργος Νίτσος, 18 χρόνων, του οποίου επίσης ο πατέρας έφυγε για την Αμερική.
Όπως μας τα διηγήθηκε ο Δρ. Κονανδρέας, «η Παναγιώτα και ο Γιώργος, που είχαν περίπου την ίδια ηλικία, τα έφτιαξαν, η σχέση τους μαθεύτηκε και αυτό οδήγησε σε γιατρό για τεστ παρθενίας. Ο γιατρός αποφάνθηκε ότι δεν ήταν παρθένα και ο πατέρας μου, σαν εκπρόσωπος της οικογένειας, βρήκε τον Νίτσο και τον ‘πίεσε’. Του είπε να τιμήσει τον λόγο που είχε δώσει στην Παναγιώτα, ότι θα την παντρευόταν και έτσι εκείνη συμφώνησε να κάνει σεξ μαζί του. Παντρεύτηκαν το ‘40 λίγο πριν τον πόλεμο. Το 1940-41 λόγω του πολέμου γύρισαν κάποιοι φοιτητές από το χωριό που ζούσαν στην Αθήνα και έφεραν έναν χοροδιδάσκαλο για να διδάξει στους χωρικούς ευρωπαϊκούς χορούς. Ο άντρας της Παναγιώτας ερωτεύτηκε μια από τις νεοφερμένες και άρχισε να αναζητεί ανθρώπους να σκοτώσουν τη γυναίκα του. Ο πατέρας μου που έμαθε για τις προθέσεις του αυτές προειδοποίησε την Παναγιώτα , ότι ο άνδρας της θα την σκοτώσει, να φύγει, αλλά αυτή δεν τον άκουσε.
Μετά τον Εμφύλιο και γύρω στο 1950, ο πατέρας μου με την προτροπή της Παναγιώτας φτιάχνει το μαγαζί του στο χωριό και συνεταιρίζεται με τον άνδρα της, Γιώργο Νίτσο.
Εναν χρόνο μετά ο Γιώργος τα έφτιαξε με μια άλλη δεκαοχτάχρονη και αυτή τη φορά διάφοροι άνθρωποι πήγαν στον πατέρα μου και του είπαν ότι ο Νίτσος τους έδινε λίρες για να σκοτώσουν την Παναγιώτα. Ο Γιώργος είχε πολλά χρήματα που έρχονταν σε δολάρια, από την οικογένειά του στην Αμερική.
Ο πατέρας μου ανησύχησε. Πήγε βρήκε την Παναγιώτα και την προέτρεψε πολλές φορές να τον αφήσει και να φύγει από το χωριό για να σώσει την ζωή της.
‘Δεν θέλω να γίνω η μόνη γυναίκα χωρισμένη στο χωριό. Καλύτερα σκοτωμένη, παρά χωρισμένη’, του απαντούσε η Παναγιώτα.
Ενδοοικογενειακή βία
Σε όλα τα 14 χρόνια του γάμου τους ο Γιώργος κακομεταχειριζόταν την Παναγιώτα. Ηταν βίαιος, την χτυπούσε και την έκανε να υποφέρει ψυχολογικά. Εκείνη με τον τρόπο της φρόντιζε να κρύβει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε ακριβώς σε τι βαθμό υπέφερε η νέα γυναίκα.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1953 στο χωριό είχε μια χοροεσπερίδα. Ο Γιώργος Νίτσος με την Παναγιώτα δεν πήγαν στη χοροεσπερίδα, αλλά για δείπνο στον γαμπρό του. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι ο Νίτσος έβαλε τον κουμπάρο του και την τουφέκισε μέσα στη ρεματιά. Ξεσηκώθηκε το χωριό. Ο Νίτσος προσπάθησε να ενοχοποιήσει έναν άλλο άνδρα στο χωριό με τον οποίο καλλιεργούσε για χρόνια τεχνητή έχθρα και να πει ότι εκείνος ήθελε να σκοτώσει τον ίδιο και ότι κατά λάθος σκότωσε την γυναίκα του.
Ο πατέρας μου ήξερε τι είχε γίνει και ποιος το έκανε και ήθελε να πάρει το όπλο του να σκοτώσει εκείνο το βράδυ τον Νίτσο, αλλά τον συγκράτησαν οι συγχωριανοί.
Πέθανε η Παναγιώτα σε περίπου 15 λεπτά. Τους συνέλαβαν αλλά ο Νίτσος είχε πολλά χρήματα και πολλές κοινωνικές και πολιτικές διασυνδέσεις.
Το χωριό διαιρέθηκε και οι υποστηρικτές των δυο δραστών άρχισαν να απειλούν τον πατέρα μου, ο οποίος για προστασία κυκλοφορούσε με πιστόλι.
Ο αδελφός της Παναγιώτας που ζούσε στην Αυστραλία προέτρεψε τον πατέρα μου να κυνηγήσει τους εγκληματίες και υποσχέθηκε ότι τα δικαστικά έξοδα θα ήταν δικά του, αλλά μετά από μια αρχική συνδρομή είπε, πως δεν του επέτρεπαν τα οικονομικά του να συνεχίσει τη χρηματική βοήθεια.
|
![]() |
| Oι τρεις γενιές της οικογένειας Κονανδρέα σε μια φωτογραφία από το προσκυνηματικό ταξίδι τους στην ιδιαίτερη πατρίδα. Μεταξύ αυτών υπάρχουν τέσσερις γιατροί, δύο οδοντίατροι, δύο δικηγόροι, τρεις με διδακτορικά πτυχία και συνάμα καθηγητές, ένας μηχανικός-εφευρέτης, δύο με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Επιχειρήσεων και ένας βιβλιοθηκάριος. |