Προφήτης Ηλίας Σκούρτα
Πολύτιμοι για την Ευρώπη οι Ελληνες που φεύγουν στο εξωτερικό

Κέρδος online 19/7/2016 15:22
Γιατί η ιδέα μου είναι, πράγματι, για μια… «Ιδέα». Μιλάω για την ποδοσφαιρική ομάδα που θα φτιάξω, η οποία θα είναι και «μαγαζί γωνία», που λένε, και «Ιδέα» ταυτόχρονα.
Κι αν μερικοί σκέφτονται πως τα μαγαζιά δεν είναι ιδέες… κάνουν λάθος. Η δικιά μου ομάδα θα είναι και τα δύο. Και το όνομα αυτής, «Ελλάς». Έτσι θα την ονομάσω την ομάδα.Κι αφού λεφτά δεν έχω, θα πουλήσω φούμαρα και λόγια παχιά. Μη γελάτε τώρα… Θέλει να μου πει κανείς πως στις μέρες μας τα έργα μετράνε περισσότερο από τα λόγια; Κι έτσι θα στήσω ένα μαγαζί – παγίδα επενδυτών που θα έρχονται και θα φεύγουν ρίχνοντας τα λεφτά τους στον κάδο. Κι εγώ θα πίνω στην υγεία των κορόιδων.Και τώρα θα σας αναλύσω λεπτομερώς το πλάνο μου. Πρώτα θα βρω έναν μεγάλο επενδυτή. Ύστερα, με καλές «δημόσιες σχέσεις» και τις κατάλληλες επιλογές σε ψηφοφορίες της διοίκησης του ελληνικού ποδοσφαίρου, θα ανέβουμε τις κατηγορίες. Δεν θα βρούμε κι εμείς ένα άρμα για να δεθούμε και να μας τραβήξει μπροστά; Κι όταν φτάσουμε ψηλά –εκεί που αξίζει να είναι η μεγάλη Ιδέα που τη λένε «Ελλάς»–, αρχίζουμε.Από μικρές ωφέλειες, για να έρθουν τα παιδάκια στις ομάδες «Κ» (αχ… έρημοι γονείς), μέχρι τις μεγάλες με τους μάνατζερ των παικτών και των προπονητών. Θέλει πολλές μεταγραφές το κόλπο βέβαια… Έρχεται όμως κάποια στιγμή που ο επενδυτής αγανακτεί, γιατί δεν βλέπει αποτελέσματα. Τότε λέει «τέρμα οι μεταγραφές – φτάνει πια, παίξτε φέτος με ό,τι έχετε».
Τώρα, λοιπόν, πρέπει να φέρουμε έναν πραγματικά καλό προπονητή, που αγαπά την ομάδα. Έναν προπονητή που δεν μιλά ποτέ, για να μην την βλάψει. Καλό θα ήταν να είναι και καλός χριστιανός. Αυτοί οι τελευταίοι είναι μεγάλα θύματα. Ξεχνούν και συγχωρούν συνέχεια – ό,τι πρέπει.
Αυτός ο προπονητής λοιπόν θα πάει την ομάδα μπροστά μ’ ό,τι υλικό κι αν έχει. Θα κάνει πορείες ενάντια σε όλους και σε όλα. Μπορεί να την πάρει στις τελευταίες θέσεις και να τη βγάλει στην Ευρώπη μέσα σ’ έναν γύρο πρωταθλήματος. Να την βγάλει στο Champions League ή να την έχει πρώτη ενάντια σε φρικτές διαιτησίες. Τότε λοιπόν έρχεται η ώρα κάποιων φίλων μας που παριστάνουν τους δημοσιογράφους.Αυτοί τότε θα αρχίσουν τα γνωστά για τα «καβούρια» που έχει στις τσέπες ο ιδιοκτήτης, για το ότι η ομάδα πάει για πρωτάθλημα και δεν ενισχύεται. Μεταγραφές, μεταγραφές, μεταγραφές! Μόλις λοιπόν ο ιδιοκτήτης αναθαρρήσει με την πορεία της ομάδας και «μπει στα μεράκια», είμαστε και πάλι έτοιμοι για ωφέλειες. Μόνο που υπάρχει ένα εμπόδιο… Ο έντιμος προπονητής που θα θελήσει να έχει λόγο. Και μάλιστα από θέση ισχύος, αφού οδηγεί την ομάδα σε νίκες. Πρόβλημα οι νίκες… Άρα… Εντάξει, θα σταματήσω εδώ. Τη συνέχεια, στην οποία σημαντικό ρόλο θα παίξουν οι μάνατζερ των παικτών και κάποιοι λεγόμενοι δημοσιογράφοι, δεν θα την αναλύσω. Ο έχων νουν ψηφισάτω το όνομα του θηρίου…Επιλεγμένοι δημοσιογράφοι και επιλεγμένοι μάνατζερ θα είναι οι καλύτεροι φίλοι μου. Οι τελευταίοι, βέβαια, θα είναι ακόμα καλύτεροι φίλοι μιας άλλης ομάδας που είναι καλύτερος πελάτης, αφού ξοδεύει περισσότερα για μεταγραφές και παίρνει συνέχεια τα πρωταθλήματα… αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Νομίζετε ότι εγώ με αυτήν την ομάδα, την ισόβια πρωταθλήτρια, θα είμαι εχθρός; Είστε γελασμένοι! Όλα τα χατίρια θα τους τα κάνω.
Εχθρός θα ήμουν αν πραγματικά ήθελα να βγάλω τη δική μου ομάδα μου πρώτη. Αλλά δεν θέλω… Άλλο τι φούμαρα ταΐζω τον επενδυτή μου και τους φιλάθλους.
Έφυγες κύριε προπονητή λοιπόν. Τα έργα σου δεν μετράνε. Πάμε για άλλον τώρα. Έναν κάπως πιο ελεγχόμενο. Έναν από το δικό μου το κύκλωμα. Οι κολλητοί μου να ’ναι καλά. Δηλαδή οι παίκτες που –αξίζουν – δεν αξίζουν– θα τους κλείσω νέο παχυλό συμβόλαιο. Οι δημοσιογράφοι. Που θα τους βγάζουν κάθε Κυριακή πρώτους παίκτες, κι ας τρίβει ο κοσμάκης που είδε το παιχνίδι τα μάτια του. Και τέλος, το πραγματικό αφεντικό μου. Όχι ο επενδυτής της δικιάς μου ομάδας. Όχι! Της άλλης λέμε, που κάνει τα κουμάντα και διοικεί.Και οι μάνατζερ. Οι γλυκύτατοι αυτοί μάνατζερ… Αχ και να ’μουν μάνατζερ, και να υπήρχε τρόπος να ξέρω (από πριν) ποιος νέος παίκτης από την επαρχία θα κληθεί στα κλιμάκια της Εθνικής! Κι έπειτα στην Εθνική παίδων, εφήβων, νέων. Ίσως αυτός που κάνει τα κουμάντα, ξέρετε ο πρόεδρος της άλλης ομάδας, της ισχυρής, να έχει άκρες και στις Εθνικές… Ποτέ δεν ξέρεις. Θυμίστε μου να το ψάξω το ζήτημα…Τα θύματα δεν τα λυπάμαι. Ο επενδυτής, ακόμα κι αν στο τέλος καταλάβει τι γίνεται, ας φύγει αφήνοντας και χρέη. Δεν τρέχει τίποτε. Θα βρεθεί κάποιος από τους επόμενους να τα καλύψει. Και μετά τον διώχνουμε κι αυτόν. Υπάρχουν τρόποι. Άμα χάνει η ομάδα δεν μακροημερεύει κανείς. Δεν θα μας βάλουν δα και φυλακή για μερικά ψωροεκατομμύρια χρέος… Την «Ιδέα» δεν την ακουμπάει κανείς. Και οι φίλαθλοι; Αυτοί που πιστέψαν στην «Ιδέα»; Αυτοί δεν είναι οι ίδιοι που ψηφίζουν στις εθνικές εκλογές κι ακολουθούν κάτι άλλες ομάδες που τις λένε κόμματα; Δεν το συζητώ. Δεν λυπάμαι κανένα. Καιρός να κοιτάξω την πάρτη μου.Λέτε όμως πάλι να κάνω όνειρα ανεδαφικά; Μάλλον… Μπα σε καλό μου. Μονάχα εγώ νομίζω πως είμαι έξυπνος και κατεβάζω τέτοιες ιδέες; Αν αυτά μπορούσαν να γίνουν δεν θα τα είχαν κάνει άλλοι μέχρι τώρα; Και απ’ όσο βλέπω, αυτά τα πράγματα στην Ελλάδα δεν τα έχει κάνει κανείς…
Αλμπέρ Καμυ – Τα παράλογα τείχη
σημασία απ’ αυτή που έχουν συνειδητοποιήσει πως εκφράζουν.
Η συμπάθεια ή αντιπάθεια που νοιώθει μια ψυχή για κάτι οφείλεται στις
συνήθειες της σκέψης ή της δράσης κι ακολουθεί τις συνέπειες που η ίδια
η ψυχή αγνοεί.
Φωτίζουν με το πάθος τους έναν υπέροχο κόσμο όπου ξαναβρίσκουν το κλίμα τους.
Υπάρχει ένας κόσμος ζήλειας, φιλοδοξίας, εγωισμού ή γενναιότητας.
Ένας κόσμος, δηλαδή μια μεταφυσική και πνευματική στάση.
Αυτό που ισχύει για τα ήδη καθορισμένα συναισθήματα ισχύει, ακόμα πιο πολύ,
για τις συγκινήσεις που βασικά είναι τόσο ακαθόριστες και συγχρόνως τόσο
“καθορισμένες”, τόσο μακρινές και τόσο “κοντινές” με τις συγκινήσεις που
μας προσφέρουν την ομορφιά ή μας προκαλούν το συναίσθημα του παράλογου.
άνθρωπο στη στροφή οποιουδήποτε δρόμου. Μέσα στην τρομερή του γύμνια,
στο χωρίς λάμψη φως του, είναι ασύλληπτο. Αλλά αξίζει να σκεφτούμε πάνω σ’ αυτό.
Μάλλον είναι αλήθεια το ότι ένας άνθρωπος μας μένει άγνωστος για πάντα,
το ότι σ’ αυτόν υπάρχει κάτι για πάντα ακαθόριστο.
συμπεριφορά τους, απ’ τις πράξεις τους, απ’ τις συνέπειες που έχει στη ζωή
το πέρασμά τους. Με τον ίδιο τρόπο μπορώ να καθορίσω πρακτικά όλα τα
ακαθόριστα συναισθήματα που η ανάλυση δε θα μπορούσε να έχει καμιά επίδραση
πάνω τους, να τα εξετάσω πρακτικά, να σκεφτώ τις συνέπειές τους, να συλλάβω
και να καταγράψω κάθε τους μορφή, δημιουργώντας έτσι τον κόσμο τους.
ενός ηθοποιού επειδή τον έχω δει να παίζει εκατό φορές. Αν όμως φέρω στο μυαλό
μου το πλήθος των ηρώων που έχει ενσαρκώσει και αν ισχυριστώ πως στον εκατοστό
ήρωα τον γνωρίζω λίγο καλύτερα, καταλαβαίνουμε πως σ’ αυτό υπάρχει μια δόση αλήθειας.
Αυτό το φαινομενικά παράδοξο είναι και μια αλληγορία. Κρύβει ένα νόημα.
Θέλει να πει ότι ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται ευκολότερα όταν υποκρίνεται
παρά όταν φέρεται με ειλικρίνεια.
συναισθήματα που προδίνονται όμως εύκολα απ’ τις πράξεις που κάνουμε και
τις πνευματικές στάσεις που παίρνουμε. Καταλαβαίνει κανείς πως μ’ αυτό τον
τρόπο προτείνω μια μέθοδο. Αλλά με τη μέθοδο αυτή πρόκειται ν’ αναλύσω,
όχι να μάθω. Γιατί οι μέθοδοι έχουν σαν αποτέλεσμα τις μεταφυσικές που με
την άγνοιά τους προδίνουν τα συμπεράσματα που μερικές φορές ισχυρίζονται
πως δεν ξέρουν ακόμα. Έτσι, οι τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου βρίσκονται
ήδη στις πρώτες. Αυτή η αλληλεξάρτηση είναι αναπόφευκτη. Μια αποκλειστική
μέθοδος σημαίνει πως κάθε αληθινή γνώση είναι ανέφικτη. Μονάχα τα φαινόμενα
είναι δυνατό ν’ απαριθμηθούν, μονάχα το περιβάλλον γίνεται αισθητό.
ίσως μπορέσουμε και φτάσουμε στους διαφορετικούς μα αδελφικούς κόσμους
της σκέψης, της τέχνης να ζεις ή γενικά της τέχνης. Αφετηρία είναι το κλίμα του
παραλογισμού. Τέρμα, το παράλογο σύμπαν κι εκείνη η πνευματική στάση που
φωτίζει τον κόσμο μ’ ένα καθαρό φως κάνοντας έτσι να φανεί ένα ξεχωριστό,
ένα προνομιούχο κι αδιάλλακτο πρόσωπο.
Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα
ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος
κόσμος έχει τις ρίζες του σ’ αυτή την άθλια γέννηση. Όταν μερικές φορές, σε
μια ερώτηση που αφορά τις σκέψεις σου απαντάς: “τίποτε”, ίσως να προσποιείσαι.
Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως η απάντηση αυτή είναι ειλικρινής,
αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που
σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να
βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο
σημάδι του παραλογισμού.
ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος
και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος
επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως
γεννιέται το “γιατί” κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση. “Αρχίζουν”,
αυτό είναι ενδιαφέρον. Στο τέλος μιας μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια
όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ’ τον ύπνο και προξενεί
τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική
αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό.
Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν
όλα και μονάχα αυτή αξίζει. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμιά πρωτοτυπία.
Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε
καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το “ενδιαφέρον” αρχίζουν όλα.
στιγμή που πρέπει να τον ανεχτούμε και να τον υπομείνουμε εμείς. Ζούμε με το μέλλον:
“αύριο”, “αργότερα”, “όταν σου δοθεί μια ευκαιρία”, “με τον καιρό θα καταλάβεις”.
Αυτές οι ανακολουθίες είναι περίεργες αφού θα πεθάνουμε. Αλλά φτάνει η μέρα που
ο άνθρωπος διαπιστώνει πως είναι τριάντα χρονών. Επιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του.
Την ίδια όμως στιγμή συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση μέσα σ’ αυτόν. Αναγνωρίζει πως βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή και παραδέχεται πως έχει χρέος να την
περάσει. Ανήκει στο χρόνο και τρομοκρατημένος βλέπει στο πρόσωπο του χρόνου το
χειρότερο εχθρό του. Αύριο, επιθυμούσε το αύριο, τη στιγμή που έπρεπε να μην το
ήθελε μ’ όλο του το είναι. Αυτή η επανάσταση της σάρκας αποτελεί το παράλογο .
αδύνατο ν’ απλοποιήσουμε τα πράγματα, με πόσο πείσμα μπορεί να μας αντιστέκεται
η φύση, ένα τοπίο. Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι
, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους
δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από ένα χαμένο παράδεισο. Η πανάρχαια σκληρότητα
του κόσμου, περνώντας μέσα από χιλιάδες χρόνια, έρχεται να μας συναντήσει.
Για μια στιγμή δεν τη νοιώθουμε, αφού για ένα σωρό αιώνες καταλαβαίναμε μονάχα
τις μορφές και τα σχήματα που δίναμε στον κόσμο. Αλλ’ από δω και στο εξής
δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το τέχνασμα. Ο κόσμος ξαναπαίρνει την
πραγματική του μορφή και μας ξεφεύγει. Αυτά, τα από συνήθεια κρυμμένα σκηνικά
ξαναπαίρνουν το αληθινό τους πρόσωπο. Απομακρύνονται. Με τον ίδιο τρόπο,
υπάρχουν μέρες όπου στο πρόσωπο μιας γνωστής μας, ξαναβρίσκουμε σα μια ξένη,
εκείνη που είχαμε αγαπήσει πριν μήνες ή χρόνια και ίσως επιθυμήσουμε αυτό που
συχνά μας κάνει να νοιώθουμε τόσο μόνοι. Αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα.
Ένα μονάχα πράγμα πρέπει να έχουμε υπόψη μας: τη μυστικότητα κι
ανομοιότητα του κόσμου που αποδεικνύουν το παράλογο.
ν τα πράγματα καθαρά, η μηχανική πλευρά των χειρονομιών τους, η χωρίς νόημα
παντομίμα τους, καθιστά ηλίθιο ότι τους περιβάλλει. Πίσω από μια τζαμαρία, ένας
άνθρωπος μιλάει στο τηλέφωνο δεν τον ακούμε αλλά βλέπουμε τη χωρίς νόημα
μιμική του: αναρωτιόμαστε γιατί ζει. Αυτή η απέχθεια για την απανθρωπιά του
ίδιου του ανθρώπου, η κατακόρυφη πτώση της εικόνας μας, η “ναυτία” όπως τη
χαρακτηρίζει ένας σύγχρονος συγγραφέας, αυτά επίσης αποδεικνύουν το παράλογο.
Όπως το αποδεικνύει ο ξένος που, ορισμένα δευτερόλεπτα, έρχεται να μας
συναντήσει μέσα σ’ έναν καθρέφτη, ο γνωστός μα ενοχλητικός αδελφός που
ξαναβρίσκουμε στις φωτογραφίες μας, ο εαυτός μας.
Πάνω σ’ αυτό έχουν λεχθεί τα πάντα και πρέπει ν’ αποφύγουμε το πάθος.
Ποτέ, πάντως, δε θα εκπλαγούμε αρκετά επειδή όλος ο κόσμος ζει έτσι, δηλαδή σα
“να μην ήξερε κανείς”. Αυτό συμβαίνει γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματικά, μια εμπειρία τη δοκιμάζουμε μονάχα όταν τη ζούμε και τη συνειδητοποιούμε. Εδώ, πρέπει να δούμε αν είναι δυνατό να μιλάμε για την εμπειρία
του θανάτου των άλλων. Αυτή είναι μια πνευματική άποψη που ποτέ δε δεχτήκαμε.
Αυτή η μελαγχολική στάση δεν μπορεί να είναι πειστική. Στην πραγματικότητα, η
φρίκη είναι συνυφασμένη μ’ αυτό τούτο το γεγονός.
Σ’ αυτό το σημείο, για λίγο τουλάχιστον, όλες οι ωραίες συζητήσεις πάνω στην ψυχή
παίρνουν ένα μάθημα απ’ τον αντίπαλό τους. Απ’ αυτό το ασάλευτο κορμί, η ψυχή λείπει.
Αυτή η βασική κι οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος. Κάτω απ’ το θνητό φως αυτού του πεπρωμένου, εμφανίζεται η ματαιότητα.
Καμιά ηθική, καμιά προσπάθεια δε δικαιολογούνται a priori μπροστά στα ανάλγητα
μαθηματικά που ρυθμίζουν την ύπαρξή μας.

















