Από το Β Καλτσά στάλθηκε η πιο κάτω ανάρτηση :
Μία πολύ διδακτική ιστορία.

Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.

Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.

Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήσαν πολλά.

Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.

Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε.Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού. Ηθικό δίδαγμα 1Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω. Ηθικό δίδαγμα 2:Προσοχή!  Όταν πρόκειται για γαϊδούρια -πολιτικούς,  ρίχνουμε τσιμέντο ταχείας πήξεως. 

Αρχιτέκτονας στην Αθήνα, μελισσοκόμος στην Κίμωλο

Προσωπική αφήγηση εμπειρίας με αισιόδοξη διάθεση.
Χρόνος ανάγνωσης: 
7

Είμαι αρχιτέκτονας εδώ και πολλά χρόνια. Με την κρίση η δουλειά έγινε λιγότερο απαιτητική και έτσι βρέθηκα με αρκετό διαθέσιμο χρόνο στα χέρια μου. Ευτυχώς, χάρη στην ευγένεια της συζύγου μου, δεν με βάρυνε έντονα το άγχος της επιβίωσης. Από χρόνια, στην αποθήκη της φιλοδοξίας μου υπήρχε η επιθυμία για μια νέα δουλειά που θα πάντρευε μια αγροτική δραστηριότητα με μια ιδέα καινοτομική και ίσως τεχνολογική. Έτσι, λοιπόν, ιεραρχώντας τα δεδομένα –όπως πάντα ερασιτεχνικά– και έχοντας διαρκώς στα αυτιά μου την κλισέ ρήση του Κομφούκιου περί εργασίας«Αν κάνεις τη δουλειά που αγαπάς, δε θα χρειαστεί να εργαστείς ούτε μια μέρα στη ζωή σου», Κομφούκιος, η πρόκληση δεν άργησε να εμφανιστεί στο πρόσωπο του Μήτσου, που είναι φίλος κολλητός εδώ και 42 χρόνια.Ο Μήτσος είχε επίσης απελευθερώσει χρόνο και είχε ήδη στήσει ένα μελισσοκομείο στην Κίμωλο μαζί με έναν από τους τοπικούς ήρωες. Όταν ένας αστός ξεκινάει μια δουλειά στην επαρχία, κουβαλάει μαζί του όλη την προηγουμένη εμπειρία του, συνεπώς η συνεργασία με έναν ντόπιο είναι εξαιρετικά δύσκολη. Δηλαδή ο Μήτσος δεν θα είναι ποτέ αγρότης, θα είναι Κτηνίατρος, Επιχειρηματίας και Mελισσοκόμος και ο ντόπιος θα είναι 500 επαγγέλματα, δηλαδή θα προσπαθεί, όπως όλοι όσοι ζουν σε χωριό, να συμπληρώσει το εισόδημα του και να ζήσει την οικογένεια του αξιοποιώντας όλες τις ευκαιρίες εργασίας που δίνει ο τόπος, που είναι λίγες –και χαμηλά αμειβόμενες. Οι δύο αυτοί άνθρωποι συνέπεσαν στη μελισσοκομία, όμως η αντίληψή τους για το επιχειρείν ήταν διαμετρικά αντίθετη. Έτσι η συνεργασία χάλασε και ο καθένας τους βρήκε νέο συνέταιρο. Ο δε Μήτσος, εμένα.

Η Κίμωλος με ενδιέφερε για την χλωρίδα της, διότι εξέταζα τότε την περίπτωση μιας δραστηριότητας με αιθέρια έλαια. Τα μελίσσια τα άκουγα μόνο από τον φίλο μου. Όμως το καλοκαίρι του 2014, προκειμένου να βοηθήσω τον Μήτσο, παραβρέθηκα στον τρύγο. Η διαδικασία με μάγεψε. Όμως ακόμα δεν με είχε τσιμπήσει μέλισσα, άρα, όπως όλοι μου έλεγαν, δεν ήμουν ακόμα ούτε βοηθός μελισσοκόμου. Είδα όμως το μέλι να τρέχει, ένοιωσα την μυρωδιά του να γεμίζει την ατμόσφαιρα στην αποθήκη που κάναμε την μελιτοεξαγωγή. Άρχισα να διαβάζω το πανεπιστημιακό σύγγραμμα του Βασίλη ΛιάκουΤο βιβλίο «Επιχειρηματική μελισσοκομία» στο Public που κρατούσε την έδρα μελισσοκομίας στην Κτηνιατρική Σχολή του ΑΠΘ.
Όσο διάβαζα, τόσο με ρουφούσε το θέμα και μεγάλωνε η όρεξη μου να ασχοληθώ με αυτό, από θαυμασμό προς την μέλισσα κατά κύριο λόγο, αλλά και προς το επάγγελμα, που είναι εξαιρετικά τεχνικό. Η μελέτη είναι ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο για την προσέγγιση που κάνει ένας αστός σε ένα παραδοσιακό επάγγελμα. Η άλλη προσέγγιση, που συνήθως επικρατεί στο χωριό, είναι το να μαθαίνεις τη δουλειά βοηθώντας έναν έμπειρο επαγγελματία. Εδώ πρέπει να επισημανθεί ένας παράγοντας που αφορά την μελισσοκομία αλλά και όλα τα υπόλοιπα υπαίθρια επαγγέλματα: όσο και να διαβάσεις και να ασχοληθείς θεωρητικά, οι τοπικές συνθήκες επηρεάζουν τόσο πολύ τους χειρισμούς, που έχεις απόλυτη ανάγκη τη συμβουλή και τη βοήθεια του έμπειρου ντόπιου συναδέλφου. Για παράδειγμα, είναι τελείως διαφορετικοί οι χειρισμοί που γίνονται για τα μελίσσια στην ορεινή Ελλάδα από αυτούς που γίνονται στα νησιά.
 

img_20160218_161452.jpg

Με εφόδιο λοιπόν την τόλμη, το αίσθημα αλληλεγγύης προς τον φίλο μου και τα κολλυβογράμματα της αυτοδιδαχής μου, αποφάσισα να γίνω μελισσοκόμος. Το Μάιο του 2015 κάναμε ένα μικρό τρύγο από όσα μελίσσια είχαν απομείνει και τον Φλεβάρη του ’16 αγοράσαμε καινούργια σμήνη. Εκτός από τους χειρισμούς που αφορούν την παραγωγή, ο μελισσοκόμος κάνει πολλές χειρωνακτικές εργασίες για τη συντήρηση του εξοπλισμού, τις οποίες εξετέλεσα σχεδόν με ευχαρίστηση. Άλλωστε, διαρκώς τις συνέκρινα με τις ανάλογες εργασίες της οικοδομής και με αυτό τον τρόπο το να τρίψεις και να βάψεις μια κυψέλη μου φάνηκε παιχνίδι. Οι λεπτομέρειες της δουλειάς έχουν ενδιαφέρον, αλλά είναι περισσότερες από αυτές που χωρούν σε αυτήν την μικρή προσωπική εξομολόγηση.

Το κέρδος δεν είναι ο κύριος λόγος που δραστηριοποιούμαστε στο επάγγελμα. Μια ευνοϊκή συγκυρία συντελεί στο να παράγουμε ένα μέλι με ιδιαίτερο χαρακτήρα σε ένα τόπο επίσης ιδιαίτερο. Το ηφαιστειακό έδαφος της Κιμώλου είναι μάλλον η κύρια αιτία που το φυτό που κυριαρχεί και διαφοροποιεί το μέλι μας είναι η άγρια λεβάντα (Lavandula StoechasWikipedia). Στο σημείο που φιλοξενούνται τα μελίσσια μας δεν υπάρχουν οργανωμένες καλλιέργειες, λιπάσματα, φυτοφάρμακα και η συχνότητα διέλευσης οχήματος είναι ένα ανά έξι ώρες. Συνεπώς φροντίζουμε έναν από τους ευτυχέστερους πληθυσμούς μελισσών.Οι οικονομικές μελέτες λένε ότι η μελισσοκομία είναι από τις λίγες δουλειές που σου επιστρέφουν σε ένα έτος τα χρήματα που επενδύεις. Αυτό είναι ένα θεώρημα που ισχύει με επιφύλαξη, για δύο κυρίως λόγους. Ο ένας έχει σχέση με το κλίμα, ξεκινά από την ετήσια βροχόπτωση και καταλήγει στην κλιματική αλλαγή. Ο άλλος έχει σχέση με την επένδυση, διότι ό,τι τυχόν κερδίσεις συνήθως επανεπενδύεται στη δουλειά.

Με το φίλο και συνέταιρό μου πολύ συχνά διαφωνούμε πάνω στα Excel που φτιάχνουμε για τα έξοδα, για το αν κάποια δαπάνη πρέπει να θεωρηθεί πάγιος εξοπλισμός ή πρέπει να ενταχθεί στο ετήσιο κόστος παραγωγής. Το επάγγελμα μπορείς, είναι η αλήθεια, να το εξασκήσεις με ελάχιστο εξοπλισμό, όπως εμείς επί του παρόντος, αλλά οι ανάγκες είναι ατελείωτες. Βάζουμε το μυαλό μας διαρκώς να αναζητά χαμηλού κόστους εναλλακτικές για να αντιμετωπίσουμε τις ελλείψεις, όμως χρειάζεται χώρος, μηχανήματα, μεταφορικά μέσα και όταν εξασφαλιστούν αυτά που κάθε περίοδο θεωρείς απαραίτητα, μετά μπαίνεις στη διαδικασία βελτίωσης. Νομίζω ότι με τα δεδομένα της στιγμής, κανένας μελισσοκόμος δεν εξασφαλίζει από αυτήν την δραστηριότητα επαρκές εισόδημα για να ζήσει, έχει ανάγκη και από άλλους πόρους.
Κάνοντας χιούμορ, λέω ότι τώρα κερδίζω σε έναν χρόνο όσα παλαιότερα κέρδιζα με μια υπογραφή, το οποίο δεν απέχει πολύ από την αλήθεια

Πολύ συχνά, κάνοντας χιούμορ, λέω ότι τώρα κερδίζω σε έναν χρόνο όσα παλαιότερα κέρδιζα με μια υπογραφή, το οποίο δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Επαρκές μπορεί να γίνει το εισόδημα όταν η παραγωγή ανέλθει σε κάποιους τόνους και τότε ανακύπτει το πρόβλημα της διάθεσης, οπότε πρέπει να εξασφαλιστεί η εξαγωγή. Ευτυχώς η νομοθεσία είναι ευνοϊκή για τους μελισσοκόμους και μπορούν οι ίδιοι εύκολα να διαθέτουν την παραγωγή τους στην κατανάλωση. Όταν όμως το προϊόν αυξηθεί σε ποσότητα, οι δυνάμεις και οι δυνατότητες του παραγωγού ατομικά συνήθως δεν αρκούν για να το πουλήσει. Έτσι, πάρα το γεγονός ότι τα περισσότερα ελληνικά μέλια είναι ποιοτικά, μεγάλες ποσότητες παραμένουν στις αποθήκες ή διατίθενται σε εξευτελιστικές τιμές σε έναν μεγάλο έμπορο μεταποιητή ή σε μεταπράτες που έχουν διεισδύσει σε αγορές εκτός Ελλάδος.

 

viber_image4.jpg

Η ανάγκη των ανθρώπων να καταναλώνουν ανεπεξέργαστες εύγευστες τροφές διαρκώς θα μεγαλώνει, οι μέλισσες διαρκώς θα λιγοστεύουν λόγω του παγκόσμιου φαινόμενου της απώλειας πληθυσμών, επομένως διεθνώς η ζήτηση για το μέλι διαρκώς θα αυξάνεται. Είναι ένα προϊόν που η χρήση του επιτρέπεται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και είναι ιδιαίτερα ευεργετικό για τις ευαίσθητες ηλικίες (παιδιά και υπερήλικες). Είναι λάθος να απορρίπτουμε εκ των προτέρων την αγορά μελιού προηγούμενης χρονιάς αν το έχουμε δοκιμάσει και μας αρέσει. Το μέλι, σε δροσερές και ξηρές συνθήκες, μπορεί να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση για αιώνες. Σημειωτέον ότι η διαφημιστική δαπάνη για το προϊόν είναι μηδενική και οι καταναλωτές δεν ενημερώνονται για τις ευεργετικές του επιδράσεις στον οργανισμό. Είναι ζωντανό προϊόν, οπτικά μπορεί να μεταβάλλεται στη διάρκεια του χρόνου χωρίς να αλλοιώνεται, κρυσταλλώνει, δεν είναι ίδιο κάθε χρονιά και για τον λόγο αυτόν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε γευσιγνωστικά, όπως το κρασί. Πάντα θα υπάρχουν καλές και καλύτερες χρονιές.

Η χλωρίδα της χώρας μας βοηθά το μέλι που παράγουμε να έχει έντονα γευστικά χαρακτηριστικά, με δημοφιλέστερο και πιο διάσημο το μέλι από θυμάρι. Το ελληνικό ανεπεξέργαστο μέλι που δεν νοθεύεται είναι προϊόν με συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι του ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών χωρών του Νότου και της Τουρκίας. Οι παραπάνω συνθήκες συνήθως ικανοποιούνται από μικρούς παραγωγούς, που εξασφαλίζουν για το προϊόν τους και καλύτερες από το μέσο όρο τιμές.

Η ιδιομορφία της δικής μας παραγωγής οφείλεται στο γεγονός ότι στην Κίμωλο, σε αντιδιαστολή με άλλα Κυκλαδονήσια, διαθέτουμε ελάχιστο θυμάρι. Έχουμε όμως την άγρια λεβάντα. Στα τόσα χρόνια που ασκείται η δραστηριότητα της μελισσοκομίας στο νησί, ούτε ένας παραγωγός δεν έγραφε στην ετικέτα του το όνομα του εξαιρετικού αυτού βοτάνου, που είναι η πολύτιμη προίκα μας. Όλοι ανέφεραν το μέλι τους ως μέλι ανθέων, κάτι που είναι πολύ γενικό και δεν δίνει στο προϊόν την δυναμική που του αξίζει. Η πρώτη πανελληνίως ετικέτα «Μέλι Λεβάντας» στολίζει το δικό μας μέλι.
 

Από λεβάντα παράγεται μέλι και στην Ιβηρική, τα ανατολικά Πυρηναία και την Κορσική. Δεν έχω δοκιμάσει ακόμα το προϊόν των Γάλλων και των Ισπανών συναδέλφων και πιστεύω ότι μια τέτοια διαδικασία γευσιγνωσίας θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Θα ήταν ταυτόχρονα και ένας ανταγωνισμός και τρόπος επικοινωνίας. Άλλωστε δεν θα με πείραζε καθόλου να διαπίστωνα ότι το κορσικάνικο μέλι άγριας λεβάντας είναι καλύτερο από το κιμωλάτικο διότι τους Κορσικανούς τους συμπαθώ από παιδί χάρη στην περίφημη περιπέτεια του ΑστερίξΑπό τη Μαμουθοκόμιξ.Αυτοί που διακηρύσσουν ότι το παραγωγικό μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται στην τεχνολογία, μάλλον ξεχνούν ότι εξακολουθούμε να διαθέτουμε αγροτική παραγωγή που μπορεί να είναι ανταγωνιστική. Άλλωστε το μέλι MānukaWikipedia της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας είναι ενδεικτικό για το πώς ένα αγροτικό προϊόν μπορεί να γίνει προϊόν αιχμής για μια οικονομία. Το βήμα που οφείλουμε να κάνουμε αφορά κυρίως τις εξαγωγές, ενώ ταυτόχρονα είναι απαραίτητη η αλλαγή της νοοτροπίας ημών των παραγωγών και της διαδικασίας άσκησης του επαγγέλματος. Οι παραγωγές πρέπει να δεκαπλασιαστούν, να υπάρξουν συνενώσεις παραγωγών και οι τιμές χονδρικής να σταθεροποιηθούν στο επίπεδο των τουλάχιστον €10 το κιλό για όλες τις ποικιλίες μελιού, έτσι ώστε να ξεφύγει η παραγωγική δραστηριότητα από το ερασιτεχνικό επίπεδο. Εάν η ΕΒΖ παρήγαγε βιολογικά προϊόντα μελισσοτρόφων για τις δύσκολες εποχές, όταν οι μέλισσες πρέπει να ταΐζονται, θα εξασφαλίζαμε ευκολότερα την βιολογική πιστοποίηση και η εμπορική αξία του προϊόντος θα αυξανότανΌλα αυτά βέβαια εάν βοηθήσει και η Αθήνα, πέσει και μια βροχούλα το Σεπτέμβρη στις Κυκλάδες και δεν ερημοποιηθούμε πολύ γρήγορα.

Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ. Έχει συνεργαστεί με αρχιτεκτονικά γραφεία, και από το 1993 διατηρεί ιδιωτικό αρχιτεκτονικό γραφείο με την επωνυμία «Θέρος Αρχιτεκτονική». Από το 2014 διατηρεί μελίσσια στην Κίμωλο, όπου παράγει το ομώνυμο μέλι «Κίμωλος».

Αφιερωμένο στους φίλους Γιάννη και Σπύρο , ο Γιάννης το έκοψε οριστικά ο Σπύρος  το προσπαθεί και ελπίζω σύντομα να τα καταφέρει ..

Κανονικά τις επετείους των χωρισμών δεν τις γιορτάζουμε, ούτε καν τις μνημονεύουμε δημόσια -εδώ θα κάνω μιαν εξαίρεση. Τέτοια μέρα πριν από 14 χρόνια, 22 Αυγούστου του 2002, διέκοψα μια σχέση που βαστούσε -πόσο αλήθεια; Δεν έχω κρατήσει την ακριβή ημερομηνία που άρχισε, αλλά κράτησε πάνω-κάτω εικοσπέντε χρόνια.Δεν το είχα πάει απόφαση να διακόψω -ήρθε μόνο του. Ήθελα να ξεφύγω από τη σχέση αυτή, αλλά μου έλειπε το θάρρος να το επιχειρήσω, φοβόμουν πως δεν θα το άντεχα. Τελικά ήταν πολύ πιο εύκολο απ’ όσο το είχα φανταστεί.Θα μπορούσα να συνεχίσω κι άλλο την εισαγωγική αυτή φλυαρία, κρατώντας σας σε αμφιβολία ως προς τη φύση της σχέσης και το είδος του χωρισμού, αλλα θα χάσει το γούστο του, οπότε αφήνω τις περιστροφές.Η επέτειος που μνημονεύω σήμερα είναι απλώς τα 14 χρόνια που έχω σταματήσει να καπνίζω.Κάπνιζα από τις τελευταίες τάξεις του (εξαταξίου) γυμνασίου, μάλλον από την Ε’ τάξη. Καρέλια, Άσο φίλτρο, Ελλάς σπέσιαλ με το ωραίο πακέτο -αλλά δεν τα έβρισκα εύκολα- ώσπου τελικά κατέληξα στον Άσο σκέτο, πολλά χρόνια.Όταν έφυγα για έξω, είχα πάρει μαζί μου μια ποσότητα, αλλά σύντομα εξαντλήθηκε, οπότε βρήκα μια ντόπια μάρκα, τη μοναδική που έβγαζε και άφιλτρα, σε ροζ πακέτο, Μέριλαντ το όνομα. Επειδή τα εδώ πακέτα είχαν 25 τσιγάρα αντί για είκοσι των ελληνικών, ασυναίσθητα συνέχιζα να καπνίζω «το ίδιο», δηλαδή λίγο παραπάνω από ένα πακέτο, ενώ βέβαια κάπνιζα περισσότερο -σαν τον γιωταχή που δεν καταλαβαίνει την αύξηση της τιμής της βενζίνης επειδή εκείνος βάζει σταθερά ένα πενηντάρικο.Ωστόσο, δεν ξέχασα τον Άσο, διότι το κάπνισμα, σε μένα, είχε οικολογικούς περιορισμούς: δεν άντεχα τα ελληνικά τσιγάρα στην εσπερία και τα ξένα τσιγάρα στην Ελλάδα -και είχα φτιάξει τη θεωρία ότι είναι προσαρμοσμένα για την υγρασία του τόπου άρα ακατάλληλα για μέρη με διαφορετική υγρασία. (Παρόμοια οικολογική ευαισθησία έχω και στα ποτά -δεν μου αρέσει το ούζο έξω ή το κονιάκ στην Ελλάδα, αν και το τσίπουρο περνάει τα σύνορα).Με τον καιρό είχα φτάσει να καπνίζω περισσότερο, καμιά σαρανταριά τσιγάρα. Ήθελα να το κόψω, δεν το αποφάσιζα όμως. Πρέπει όμως να πω ότι προσαρμοζόμουν χωρίς να δυσανασχετώ σε περιορισμούς -αν απαγορευόταν να καπνίσω, δεν κάπνιζα και δεν αισθανόμουν φοβερό πρόβλημα. Επίσης, από τότε που γεννήθηκαν τα παιδιά, για να καπνίσω έβγαινα έξω ή στο μπαλκόνι.Πριν από 14 χρόνια τέτοιες μέρες βρισκόμουν στην Ελλάδα με άδεια, και μια αρρώστια των παιδιών μας είχε κάνει να ματαιώσουμε τις διακοπές που σχεδιάζαμε. Ήμουν εκνευρισμένος και με κάτι άλλες μικροαναποδιές, που τις έχω ξεχάσει, κι έτσι κάπνιζα περισσότερο. Το απόγευμα γυρίζαμε σπίτι από κάτι ψώνια, κι είχα στο νου μου να πάρω τσιγάρα από τη γωνία, αλλά μετά το ξέχασα -και όταν είδα πως έχω απομείνει με δυο τσιγάρα στο πακέτο, από τον εκνευρισμό μου το πέταξα. Το βράδυ εκείνο δεν βγήκαμε -ήταν τα παιδιά άρρωστα- και δεν βγήκα κι εγώ, ούτε για το περίπτερο.Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί είχα συμπληρώσει 16 ώρες ατσίγαρος -κάτι που ελάχιστες φορές μου είχε συμβεί στη ζωή μου ως τότε. Είπα λοιπόν να μην αγοράσω τσιγάρα, να δω πού θα πάει. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα μεγάλη επιθυμία, κι από την άλλη  μου άρεσε η ασυνήθιστη κατάσταση, να μην έχω τσιγάρο στο χέρι ή πακέτο στην τσέπη.Όταν πια συμπλήρωσα εικοστετράωρο ατσιγαρίας, για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου, λυπόμουν να χαλάσω αυτό το ρεκόρ που είχα πετύχει, κι έτσι συνέχιζα άκαπνος. Την τρίτη και την τέταρτη μέρα είχα κάτι μικροσπασμούς στο στομάχι, αλλά ανεπαίσθητους. Κανένα άλλο σύμπτωμα στέρησης. Κι όταν πια έφτασα να έχω πέντε μέρες άκαπνος κατάλαβα ότι θα το κόψω διά παντός, διότι ήξερα ότι δεν έχω την εγκράτεια να το ξανακόψω αν τυχόν ενέδιδα και ξανάρχιζα. Στις οχτώ μέρες πάνω πήγα σε ένα φιλικό σπίτι, σε πάρτι, όπου κάπνιζαν αρειμανίως οι περισσότεροι, και δεν αισθάνθηκα καμιά επιθυμία να ανάψω κι εγώ.– Το’κοψες, ρε; με ρωτούσανε βλέποντάς με να μην κρατάω στο χέρι πακέτο και αναπτήρα.– Έχω σταματήσει να καπνίζω, απαντούσα.Λίγο μετά ξανάφυγα για έξω -η περιπτερού που ψώνιζα καθημερινά τσιγάρα και εφημερίδα, βλέποντάς με να μην ζητάω τσιγάρα, απόρησε. Όταν της είπα ότι δεν καπνίζω πια, αναστατώθηκε -τη συγκεκριμένη μάρκα την έφερνε μόνο για μένα και είχε κάμποσα αποθέματα.Καθώς περνούσε ο  καιρός, δεν αισθανόμουν την επιθυμία να καπνίσω, όταν όμως τύχαινε να περάσω από μέρη όπου μου άρεσε να ανάβω τσιγάρο με κυρίευε μια βαθιά λύπη, μια και ήξερα πως την απόλαυση αυτή δεν θα τη δοκίμαζα ξανά. Απόλαυση βέβαια είναι το ένα τσιγάρο στα εκατό -τα άλλα 99 είναι εξάρτηση και σακατιλίκι. Καμιά φορά στον ύπνο μου έβλεπα όνειρο πως καπνίζω -την πρώτη φορά ξύπνησα σοκαρισμένος. Είχα, και ίσως έχω ακόμα, την πεποίθηση πως αν ξαναδοκίμαζα, έστω και μια φορά, μπορεί να το ξανάρχιζα για τα καλά, γι’ αυτό αρνιόμουν κατηγορηματικά όποτε μου πρόσφεραν.Είχα στο νου μου και μιαν ιστορία που είχα ακούσει απ’ τον θείο μου τον Μιχάλη, για έναν συνάδελφό του που το είχε κόψει χρόνια δώδεκα, και μια μέρα στο τραμ (αυτά γίνονται γύρω στο 1960), ενώ καθόταν στον εξώστη, ένας φίλος από τα παλιά τού πρόσφερε φορτικά τσιγάρο, εκείνος άναψε, και, λέει, τόσο πολύ αναζωπυρώθηκε η κοιμισμένη επιθυμία με τις τρεις πρώτες ρουφηξιές, που κατέβηκε στην επόμενη στάση και αγόρασε πακέτο και ξανάρχισε.Κι έτσι, όταν πήγαμε εκδρομή στη Δαμασκό το 2007, όλη η παρέα κάπνισε ναργιλέ, ακόμα και κάποιοι έφηβοι -εγώ αντιστάθηκα. Ωστόσο, δεν μ’ ενοχλεί αν θ’ανάψει τσιγάρο κάποιος στην παρέα μου -και μάλιστα μου αρέσει η μυρωδιά του καπνού. Με ενοχλεί, βέβαια, καμιά φορά, ότι καπνίζουν -αλλά όχι ο καπνός.Από την άλλη, δεν είμαι σίγουρος αν η βασική απόλαυση βρίσκεται στο κάπνισμα ή σε όσα συνδέουμε με το κάπνισμα, στο τελετουργικό του ανοίγματος του πακέτου και του ανάμματος, στον καφέ ή στο ποτό που συνοδεύει, στην παρέα μας ή στη μουσική που ακούμε.Είχα βέβαια και παρενέργειες από το σταμάτημα του τσιγάρου -άλλαξε ο μεταβολισμός μου και για αρκετόν καιρό έπαιρνα ένα κιλό το μήνα, αλλά χαλάλι αφού απαλλάχτηκα από τον δυνάστη.Από μιαν άποψη, στάθηκα και τυχερός. Θέλω να πω, έτυχε να σταματήσω λίγο πριν αρχίσουν να ψηφίζονται διαδοχικές και ολοένα και πιο αυστηρές απαγορεύσεις του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, οπότε γλίτωσα το κυνηγητό. Με τον καιρό, αλλάζουν και οι συνειδήσεις -ας πούμε, σήμερα είναι σχεδόν αδιανόητο να καπνίσει κανείς στο αεροπλάνο -κι όμως, έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, μπορεί και αργότερα, το κάπνισμα επιτρεπόταν σε ορισμένες θέσεις, συνήθως τις πίσω θέσεις, και επικρατούσε ένα ανυπόφορο ντουμάνι. Όταν άρχισαν οι απαγορεύσεις, το Εκόνομιστ, που το διάβαζα τότε, είχε θυμάμαι γράψει ότι είναι αδύνατον οι καπνιστές να αντέξουν τη στέρηση στις υπερατλαντικές πτήσεις -όπως αποδείχτηκε, ήταν πανεύκολο.Δεν πρόλαβα να καπνίζουν στα αστικά λεωφορεία, μόνο στα υπεραστικά ΚΤΕΛ -θυμάμαι όμως ότι στην Ισπανία το 1980 είδα λεωφορεία που είχαν θέσεις καθημένων μπροστά και πίσω, ενώ στο μέσον ήταν μόνο όρθιοι και μπορούσες να καπνίσεις. Επίσης, μια φορά που είχα πάει επίσκεψη σε φίλους στο Λονδίνο (θα ήταν το 1984 ή το 1986)  έπεσα πάνω στην απαγόρευση του καπνίσματος στα βαγόνια του μετρό -ως τότε, υπήρχε ένα βαγόνι καπνιζόντων και μάλιστα το τελευταίο βράδυ πριν από την απαγόρευση έτυχε να είμαστε μέσα στο καπνιστικό βαγόνι και να μας πάρει η τηλεόραση που έκανε ρεπορτάζ -αλλά δεν ξέρω αν μας έδειξε.Είμαι υπέρ της ολοσχερούς απαγόρευσης του καπνίσματος -ήμουν και τότε που κάπνιζα, ενώ για τα ναρκωτικά είμαι υπέρ της άρσης της απαγόρευσης (μονολεκτικά, το θέμα είναι πολύ περίπλοκο). Ισχυρίζομαι ότι δεν θα προκαλέσει έξαρση του λαθραίου καπνίσματος (όπως έγινε στις ΗΠΑ με την ποτοαπαγόρευση), ούτε εκτίναξη των τιμών όπως με τα ναρκωτικά. Και εξηγούμαι. Το κάπνισμα είναι εξάρτηση όπως το ναρκωτικό ή το ποτό, αλλά διαφέρει στον χαρακτήρα. Ο τοξικομανής παίρνει τη δόση του και είναι ικανοποιημένος για αρκετές ώρες. Ο πότης, εκτός από βαριά αλκοολικούς, τα πίνει για 2-3 ώρες. Ο καπνιστής καπνίζει με τακτικό ρυθμό, ας πούμε ένα τσιγάρο κάθε 30-40 λεπτά κατά μέσον όρο τις ώρες που είναι ξύπνιος. Μπορεί το πρωί να καπνίζει πιο λίγο και το βράδυ πιο πολύ, αλλά δεν μπορεί να κλειστεί κάπου και να καπνίσει μέσα σε μία ώρα τα 30 τσιγάρα της καθημερινής του κατανάλωσης’ επίσης, το κάπνισμα είναι κοινωνική συνήθεια, δεν γίνεται κρυφά αλλά δημόσια. Γι’ αυτό η ολοσχερής απαγόρευση πιστεύω πως θα είναι λυσιτελής. Νομίζω ότι ο Καναδάς κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι αφενός ότι είμαστε καπνοπαραγωγική χώρα και αφετέρου ότι του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει (λέμε). Από ολόκληρη την Ευρώπη, μόνο στην Ελλάδα έχει αποτύχει πανηγυρικά και σχεδόν ολοκληρωτικά κάθε προσπάθεια περιορισμού του καπνίσματος στον δημόσιο χώρο. Οι αδελφοί Κύπριοι εφαρμόζουν αρκετά περισσότερο τις απαγορεύσεις, ενώ οι αδελφοί Σέρβοι, όπως μαθαίνω, είναι κι αυτοί αρκούντως ανυπότακτοι.Επίσης, το κάπνισμα, πέρα από τις άλλες θανατηφόρες και μη επιπτώσεις που έχει στην υγεία, φαίνεται ότι προκαλεί και απόπτωση των εγκεφαλικών κυττάρων -διότι δεν εξηγείται αλλιώς το μεγάλο ποσοστό γιατρών που καπνίζουν, ούτε το γεγονός ότι ο καπνιστής είναι αδύνατον να συζητήσει σοβαρά για το κάπνισμα. Νομίζω ότι στους πίνακες της κατά κεφαλήν κατανάλωσης προϊόντων καπνού η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στην Ευρώπη, και αυτό αποτελεί την ισχυρότερη ένδειξη, πολύ περισσότερο από τα αμφιλεγόμενα τεστ Pisa, ότι δεν είμαστε ο εξυπνότερος λαός του κόσμου, κάθε άλλο μάλιστα.Σε ένα αμερικάνικο μυθιστόρημα που είχα διαβάσει στα νιάτα μου (να είναι του Στάινμπεκ; ) ένας ήρωας, που είναι παλιός κομμουνιστής, ρωτάει τον νεαρό σύντροφό του αν καπνίζει και, όταν ο νεαρός απαντάει αρνητικά, εκείνος του συνιστά να αρχίσει το κάπνισμα επειδή είναι μια χρήσιμη κοινωνική συνήθεια. Δεν ξέρω βέβαια αν υπήρχε όντως στα χρόνια του 1930 μια τέτοια γραμμή ή αν είναι εφεύρημα του συγγραφέα -ασφαλώς το τσιγάρο είναι συνήθεια κοινωνική, και εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος της έλξης του, και ασφαλώς υπάρχει μια συνενοχή μεταξύ καπνιστών, αλλά νομίζω ότι σήμερα μπορεί κανείς να προσεγγίσει τους ανθρώπους και με άλλον τρόπο. Θυμάμαι με φρίκη τα ντουμανιασμένα δωμάτια των συνεδριάσεών μας (τα ζωντανεύει καλούτσικα ο Μπουλμέτης στον Νοτιά) και ελπίζω να έχει σταματήσει πια αυτή η ηλίθια συνήθεια.Τέλος πάντων, το θέμα είναι μεγάλο και δεν το κάλυψα -θα έχουμε άλλωστε και τα σχόλια. Την επέτειο του χωρισμού μου ήθελα να τιμήσω, και να ελπίσω να είναι παντοτινός.

Επέτειος ενός χωρισμού

by sarant

Το εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη βρίσκεται στην κορυφή ενός βράχου ύψους περίπου 100 μ. και για να φτάσει κανείς σε αυτό πρέπει να ανέβει περίπου 106 σκαλοπάτια λαξευμένα πάνω στο βράχο.

 ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΖΩΗ …. 2016 ….                                                                                                                               Η ΖΩΗ ΚΑΠΟΤΕ & ΣΗΜΕΡΑ     

Η διαφορά σε απλά καθημερινά πράγματα στο πέρασμα του χρόνου.Η αντίληψη των πραγμάτων από μια γενιά που έζησε διαφορετικά.

Κ Α Π Ο Τ Ε. ΣΗΜΕΡΑ.
ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές έχει δύο  
δουλεύαμε οκτώ ώρες έχουμε χάσει το μέτρημα  
είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας τα λέμε μέσω MSN και Skype  
είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει . Είτε είναι καλός, είτε κακός.  
πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά πίνουμε εμφιαλωμένο και … αρρωσταίνουμε …  
παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation  
είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα  
κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ. 3000 κυβικών  
είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας δεν έχουμε χρόνο για κανένα ..  
η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό είναι ..κουταμάρα  
λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό μας τa λέει ο navigator  
ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και.ήμασταν ευτυχισμένοι ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα.  
είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος τα βλέπουμε στην τηλεόραση  
ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά το λέμε και με SMS  
αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο  
τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από ανθρώπους σα το Σεφέρη παίρνουν από τον Καρβέλα  
ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία δεν πάμε γιατί είναι.μπανάλ και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες  
μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ.  
οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή τραγουδούν με κάτι άλλο.  
ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου  
είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος». Λέμε «Αυτός φταίει».  
Τα παιδιά έβλέπαν στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα βλέπουν τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν.τους κακούς.  
νοιαζόμασταν για το γείτονα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.  
Ζούσαμε με ένα μισθό ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε  
Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια ..  
τα δανεικά τα έδινε ο αδελφός μας δανείζουν οι τράπεζες  
δουλεύαμε για να ζήσουμε ζούμε για να δουλεύουμε  
δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο αισιόδοξοι, ακόμη κι ευτυχισμένοι! έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.  

Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν ζωή .. 

 

 Θα πρότεινα: Το “Κάποτε” το έλεγαν “Ζωή Χαρισάμενη”      Το “Σήμερα” το λένε