Πάει ο Κωστίκας στην Παναγία του Σουμελά και προσεύχεται μπροστά στην εικόνα.
– Αχ Παναγιά μου, σε παρακαλώ κάνε με να κερδίσω στο λόττο 5.000.000 και θα προσφέρω 500.000 στο ναό σου.
Περιμένει γύρω στις δυο βδομάδες κι αφού βλέπει πως δεν κερδίζει πηγαίνει ξανά στο ναό.
– Αχ Παναγία μου κάνε κάτι είμαι πνιγμένος στα χρέη, τα παιδιά μου πεινάνε. Κάνε με σε παρακαλώ να κερδίσω στο λόττο 50.000.000 και θα προσφέρω τα πέντε στο ναό σου.
Αλλά και πάλι δεν κέρδισε τίποτα. Πάει ξανά:
– Αχ Παναγία μου σε παρακαλώ, κάνε με να κερδίσω στο λόττο 100.000.000 και θα προσφέρω τα δέκα στο ναό σου.
Την ώρα που πάει να φύγει ακούει μια φωνή:
– Κωστίκαααααα.
Κοιτάζει γύρω του δεν βλέπει κανένα.
– Μπα η ιδέα μου θα “ναι, λέει και κάνει να ξαναφύγει.
Ακούει ξανά την ίδια φωνή:
– Κωστίκαααααα.
Κοιτάζει ξανά γύρω του δεν βλέπει κανένα και λέει:
– Ποιος με φωνάζει;
– Εγώωωωωω, η Παναγίιιιια.
Και διαπιστώνει ότι όντως του μιλούσε η εικόνα.
– Κωστίκαααααα.
– Ναι Παναγιά μου.
– Τι θα γίνει, θα το παίξεις επιτέλους αυτό το λόττο;

Φυτεύοντας τον σπόρο της γνώσης

by Αντικλείδι

seedsΗ μόρφωση, όπως ακριβώς μια εύφορη γη, φέρνει όλα τα καλά (“Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τ’ αγαθά φέρει”) έλεγε ο Σωκράτης και πιθανών ο νέος να είχε περισσότερη “εξυπνάδα” αν έκανε τον κόπο να μελετήσει τον Αθηναίο φιλόσοφο, διότι θα ήξερε ότι όσο δεν βασίζεται στην πνευματική και ψυχική καλλιέργεια του, τόσο περισσότερο θα οδηγείται στον ατομικισμό, ναρκισσισμό και την φαυλότητα.Read more of this post
«…Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή…!»
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

117
Η ομιλία του Γέρου του Μωριά πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. 
Ήταν 8 Οκτωβρίου 1838 ώρα 10η πρωινή …στην Πνύκα!



«…Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή…!»



Ήταν  7 Οκτωβρίου 1838, όταν ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.
Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του ’21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός
 Η ομιλία του Γέρου του Μωριά  πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.
Γράφει λοιπόν η εφημερίδα  :
    Παιδιά μου!
    Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
    Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
    Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
 Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
   Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
    Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!
    Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
    Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η οποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι οποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
    Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
    Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!
ΠΗΓΕΣ :
Sashmera.gr
Wikipedia.gr
Cretalive.gr

Διδακτική ιστορία: Ο παπάς που δεν «έβγαζε» Ανάσταση αν δεν ήσαν όλοι οι χωριανοί παρόντες 

Απ’ όλες τις διηγήσεις των παλαιών γερόντων, που κατά καιρούς έχω ακούσει, την πιο όμορφη και την πιο συγκινητική θεωρώ πως την άκουσα από τον μπάρμπα-Θανάση Παπαντώνη, τον, για πολλά χρόνια, ψάλτη της εκκλησίας μας.

Την άκουσα το Μεγάλο Σαββατο του έτους 1970, μέσα στο σπιτοκάλυβό του, που βρισκόταν στον κάτω μαχαλά του χωριού μας.

Είχε τελειώσει, θυμάμαι, η θεία λειτουργία με την πρώτη Ανάσταση. Εγώ, φεύγοντας από την εκκλησία, ακολούθησα τον μπάρμπα-Θανάση στο σπίτι του. Με αγαπούσε ο γέροντας και η αγάπη του με τραβούσε κοντά του και, όπως μου ‘λεγε, με προετοίμαζε για διάδοχό του στο αναλόγιο.

Όταν φθάσαμε στο σπίτι, καθίσαμε κοντά στο αναμμένο τζάκι. Η θεια Θανάσαινα, αφού με καλωσόρισε, έσπευσε να γεμίσει τη χούφτα μου με ξερά σύκα, καρύδια και σταφίδες.

«Σήμερα παιδί μου», μου είπε, «έχουμε αυστηρή νηστεία, γι’ αυτό σου δίνω, να φας, ξηρούς καρπούς. Αύριο, που θα είναι Λαμπρή, έλα να σε κεράσω κόκκινο αυγό και γλυκιά καρυδόπαστα που έφτιαξα για τη γιορτή».

Την ώρα που η θεια Θανάσαινα μου έλεγε αυτά, είδα τον μπάρμπα-Θανάση να κουνάει δακρυσμένος το κεφάλι του και αυθόρμητα τον ερώτησα: «Τι συμβαίνει μπάρμπα, γιατί κλαις;»

«Αχ, Δημήτρη μου, (αυτό ήταν το κοσμικό μου όνομα) μου είπε, μέρα που είναι σήμερα, ο νους μου πήγε στους παλιότερους χωριανούς μας που έζησαν εδώ στον τόπο μας και που τώρα αναπαύονται κάτω στο κοιμητήριο του χωριού. Ήταν άλλοι άνθρωποι αυτοί, παιδί μου, δεν τούς φτάνουμε εμείς στην πίστη και στην αγιότητα. Αυτοί, χωρίς αμφιβολία, μιλούσαν με τον Θεό και τούς αγίους Του.

Θυμάμαι, σαν απόψε, Μεγάλο Σάββατο, κάτι θαυμαστό που συνέβη εδώ στον διπλανό συνοικισμό. Όταν χτύπησε η καμπάνα της εκκλησιάς, για την Ανάσταση, όλο το χωριό, κατά οικογένειες, ξεκίνησε για την εκκλησιά.

Μαζί τους ανέβαιναν και ο γερο-Γεωργακός, ο τσέλιγκας, με τη φαμελιά του. Μολις πέρασαν τη μεγάλη ανηφόρα, άκουσαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας, πέρα στα μαντριά του Γεωργακού, μεγάλο θόρυβο.

Ο Γεωργακός έκαμε λίγο πιο πέρα και έβαλε αυτί για ν’ ακούσει καλύτερα τι συμβαίνει. Μαζί του στάθηκαν και άλλοι χωριανοί.

«Λύκοι μπήκαν στο μαντρί μου, είπε. Απόψε διάλεξαν να το κάνουν. Ξέρω εγώ, ο σατανάς τούς έστειλε για να με εμποδίσει να πάω στην Ανάσταση, αλλά, έννοια του, δεν θα του κάνω το χατίρι.»

Κοίταξε πέρα προς τα μαντριά και φώναξε δυνατά: «Απόψε προβατάκια μου σας δίνω του Θεού μου». Και στρέφοντας το πρόσωπό του στους συνοδοιπόρους του χωριανούς, τούς είπε: «Εγώ θα πάω στην εκκλησιά να ακούσω το «Χριστός Ανέστη», που τόσο πολύ το περιμένω και το λαχταρώ. Θέλω να λειτουργηθώ με τη φαμελιά μου και να κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. Πενήντα μέρες ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη αυτή νύχτα, δεν τη χάνω με τίποτα.»

«Τι είναι αυτά που λες Γεωργακέ;» του είπαν οι πλησιέστεροι συνοδοιπόροι του.

«Τρέξε γρήγορα να γλυτώσεις τα πρόβατά σου και να σώσεις την περιουσία σου που με πολλούς και πολύχρονους κόπους έφτιαξες. Φύγε γρήγορα, μη χασομεράς. Κάθε λεπτό που περνάει η ζημιά που σου κάνουν οι λύκοι γίνεται και πιο μεγάλη. Σκέψου, σε παρακαλούμε, την οικογένειά σου που ζει απ’ αυτά τα πρόβατα.»

«Ένα να μην μείνει, τούς αποκρίθηκε ο τσέλιγκας, εγώ θα πάω στην Ανάσταση και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει».

Αυτά είπε και κίνησε για το ναό, σκορπίζοντας σ’ όλους τούς χωριανούς του τον θαυμασμό για τη μεγάλη του πίστη!

Στην εκκλησιά, πρώτος και καλύτερος ο τσέλιγκας! Στεκόταν, αγέρωχος, στο στασίδι του κρατώντας στα χέρια του την ολοφώτεινη λαμπάδα του, που με το φως της χάϊδευε το ρυτιδωμένο πρόσωπό του.

Στο κάλεσμα του ιερέα: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», πήγε πρώτος αυτός και μαζί του ιεραρχικά όλη η φαμελιά του και κοινώνησαν τα Άχραντα Μυστήρια.

Όταν ο λειτουργός διάβαζε τον Κατηχητικό Λογο του Ιερού Χρυσοστόμου, ο Γεωργακός στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πυλη και άκουγε με προσοχή.

Στα λόγια του παπά: «Ο Άδης, φησίν, επικράνθη», επαναλάμβανε το «επικράνθη» με πείσμα και θυμό, λες και εκδικιόταν τον Άδη και μαζί του τον διάβολο με τη σκοτεινή δυναστεία του. Και όταν το κείμενο έφτασε στο: «Ανέστη Χριστός και ζωη πολιτεύεται», ο τσέλιγκας, στην κάθε επανάληψη του «Ανέστη», φώναζε δυνατά και θριαμβευτικά, με φωνή που σκέπαζε εκείνες των συνεορταστών του, το δικό του «Ανέστη».

Παρότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, ο τρόπος που αντιδρούσε στο άκουσμα των ρημάτων «επικράνθη και Ανέστη», έδειχνε πως όχι μόνον τα καταλάβαινε, αλλά κυριολεκτικά τα βίωνε μέσα στην ψυχή του. Χωρίς, δηλαδή, να το ξέρει, θεολογούσε!

Βγαίνοντας από την εκκλησιά, αφού είπε το «Χριστός Ανέστη» με τη φαμελιά του και τούς χωριανούς και άκουσε το «Αληθώς Ανέστη», κίνησε για το σπίτι του, γεμάτος αναστάσιμη χαρά και αγαλλίαση.

Όταν έφτασαν στο σπίτι, αφού πρώτα άναψαν το καντήλι με το Αναστάσιμο Φως, έστρωσαν τραπέζι για να φάνε την παραδοσιακή μαγειρίτσα και να τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό.

Αφού φάγανε και οι άλλοι αποσύρθηκαν για ύπνο, ο Γεωργακός, που δεν τον χωρούσε ο τόπος, πήρε την γκλίτσα του και βγήκε από το σπίτι για να πάει στα μαντριά να δει τι ζημιά του έκαναν οι λύκοι και πόσα από τα πρόβατα του απόμειναν. Ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στις στάνες του, με γρήγορο βηματισμό, έχοντας διαρκώς το νου του στα ζωντανά του.

Όταν έφτασε πολύ κοντά τον ανησύχησε η μεγάλη ησυχία που επικρατούσε εκεί.

«Άϊντε, είπε, πάνε τα προβατάκια μου, δεν θα γλύτωσε κανένα», και μ’ αυτές τις σκέψεις, μπήκε στο μαντρί. Εκεί, έζησε όλο το θαύμα της Ανάστασης.

Τα πρόβατά του είχαν στριμωχθεί όλα μαζί στην αριστερή πλευρά του μαντριού, ακίνητα, σαν μαρμαρωμένα. Στην άλλη πλευρά, είδε να γυαλίζουν, μέσα στο σκοτάδι, τέσσερα μάτια.

Πανω στα ξερά χορτάρια που στρώνουν οι βλάχοι για νά ‘ναι τα ζωντανά τους στεγνά και ζεστά, κάθονταν, σαν τα ήμερα σκυλιά, δυο λύκοι και τον κοίταζαν.

Συγκλονισμένος απ’ αυτό που έβλεπε, πήγε αθόρυβα και άνοιξε τη μαντρόπορτα. Ύστερα, στάθηκε λίγο παράμερα και για να διώξει τούς λύκους, κτύπησε με δύναμη τις παλάμες των χεριών του. Οι λύκοι πετάχτηκαν αμέσως έξω απ’ το μαντρί και εξαφανίστηκαν.

Ο Γεωργακός τότε στράφηκε προς τα πρόβατα. Τα μέτρησε ένα προς ένα και ω του θαύματος! Τα βρήκε όλα, όχι μόνο ζωντανά και σωστά στον αριθμό, αλλά και ανέγγιχτα! Οι λύκοι, δηλαδή δεν τα είχαν ακουμπήσει. Ούτε καν μια σταλαγματιά αίματος δεν βρέθηκε πάνω στο μαλλί τους και στο δάπεδο!

Ο πολύπειρος βοσκός, που στα τόσα χρόνια που φρόντιζε τα πρόβατά του, γνώρισε κι άλλες τέτοιες «επισκέψεις», που όλες είχαν το κόστος τους, άλλες μικρό και άλλες μεγάλο, κατάλαβε πως αυτό που του συνέβηκε την Αναστάσιμη αυτή νύχτα, ήταν θεία παρέμβαση!

Χωρίς καμιά, γι’ αυτόν, αμφιβολία, ο Αναστάς Κύριος φίμωσε τα στόματα των λύκων και προστάτευσε τα πρόβατά του. Γι’ αυτό, πήγε και γονάτισε ανάμεσά τους και αφού έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, φώναξε θριαμβευτικά: «Χριστός Ανέστη»! Και τότε, ω των θαυμασίων Σου Κυριε, όπως έλεγε στους χωριανούς του, άκουσε τα πρόβατα να του αποκρίνονται, με ανθρώπινη φωνή: «Αληθώς Ανέστη»!

«Τέτοιοι άνθρωποι, παιδί μου, ζούσαν στα χωριά μας εκείνα τα χρόνια», είπε ο μπάρμπα-Θανάσης τελειώνοντας την ιστορία του, «άνθρωποι, φτωχοί μεν, αλλά αληθινοί χριστιανοί, με μεγάλη πίστη και ευσέβεια». Και συνέχισε:

«Ήταν αδιανόητο, για όλους μας ανεξαιρέτως, να λείψουμε, την αγιασμένη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, απ’ την Ανάσταση του Χριστού μας. Ο παπάς μας δεν «έβγαζε» Ανάσταση αν δεν ήσαν όλοι οι χωριανοί παρόντες, από τα βυζανιάρικα παιδιά μέχρι τούς γέροντες, μόνον οι κατάκοιτοι εξαιρούνταν».

Η ιστορία του μπάρμπα-Θανάση κυριολεκτικά με μάγεψε και από τότε φυτεύτηκε για πάντα μέσα στην ψυχή μου και ποτέ δεν ξαναβγήκε από εκεί.

Κάθε Μεγάλο Σάββατο την αναπολώ και η θύμησή της με συγκινεί βαθύτατα. Την θεωρώ πνευματική ένεση που με δυναμώνει και με ενισχύει πνευματικά για να γιορτάζω και εγώ, με την πρέπουσα ευλάβεια, την Ανάσταση του Κυρίου μου. Την διηγούμαι και στους πιστούς που έρχονται στο μοναστήρι μας για να ωφελούνται και αυτοί.

Πηγή: Γέροντας Δαμασκηνός Ζαχαράκης, καθηγούμενος Ιεράς Μονής Αγάθωνος Φθιώτιδος, “Το πάσχα του Γεωργακού” (apantaortodoxias.blogspot.gr)

Ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

by sarant

Το ιστολόγιό μας έχει υπότιτλο “για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα” και, πράγματι, αφιερώνει στη λογοτεχνία ικανό μερίδιο της ύλης του, κι όμως, μέχρι τώρα, στα εφτάμισι χρόνια της ύπαρξής του δεν έχει σχολιάσει ποτέ την απονομή κάποιου Νόμπελ λογοτεχνίας, από τα εφτά που έχει δει να απονέμονται (και τα θυμίζω: 2009 – Χέρτα Μύλερ, 2010 – Μάριο Βάργκας Γιόσα, 2011 – Τόμας Τρανστρέμερ, 2012 – Μο Γιαν, 2013 – Άλις Μάνρο, 2014 – Πατρίκ Μοντιανό, 2015 – Σβετλάνα Αλεξίεβιτς).Για το φετινό Νόμπελ θα κάνουμε εξαίρεση -διότι το Νόμπελ λογοτεχνίας του 2016 είναι ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Όπως θα ξέρετε, χτες ανακοινώθηκε η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, του Αμερικανού τραγουδοποιού που εξέφρασε το αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και επηρέασε βαθύτατα τις επόμενες γενιές της αμφισβήτησης.Σπάνια η απονομή ενός βραβείου Νόμπελ έχει προκαλέσει τόση αίσθηση -εγώ δεν θυμάμαι καμιά άλλη βράβευση που να συζητήθηκε τόσο, τουλάχιστον μετά τη βράβευση του Κίσινγκερ. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για όνομα διάσημο, ενώ κάποιοι από τους βραβευμένους των τελευταίων ετών ήταν παγκοσμίως άγνωστοι όταν βραβεύτηκαν -και τουλάχιστον ένας έμεινε και μετά.Φυσικά η διασημότητα δεν είναι κριτήριο της αξίας ενός λογοτέχνη και ούτε όλες οι αντιδράσεις στην ανακοίνωση της βράβευσης του Ντίλαν ήταν επιδοκιμαστικές. Πολλοί εξεπλάγησαν από τη βράβευση, αρκετοί εξέφρασαν διαφωνία ενώ κάποιοι αντέδρασαν με θυμηδία -γιατί όχι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είπε κάποιος· η Μαντόνα, είπε κάποιος άλλος.Βλέπετε, ο Ντύλαν βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ είναι τραγουδοποιός, γράφει τραγούδια. Στην απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας τονίζεται ότι βραβεύεται «για τη δημιουργία νέων δρόμων ποιητικής έκφρασης μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού τραγουδιού». Πρωτη φορά βραβεύεται τραγουδοποιός με την ανώτατη διάκριση για έναν λογοτέχνη κι αυτό, εύλογα, ξένισε πολλούς.Εύλογα ξένισε, αν και το όνομα του Ντίλαν δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία -όσοι παρακολουθούν κάπως τα βραβεία Νόμπελ θα θυμούνται ότι και παλιότερα είχε αναφερθεί το όνομά του και είχαν υπάρξει αντιδράσεις υπέρ και κατά ενός τέτοιου ενδεχόμενου (ο φίλος Δαεμάνος στη Λεξιλογία μού θύμισε ένα άρθρο του 2013 υπέρ της βράβευσης του Ντίλαν).Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

by sarant

Το ιστολόγιό μας έχει υπότιτλο “για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα” και, πράγματι, αφιερώνει στη λογοτεχνία ικανό μερίδιο της ύλης του, κι όμως, μέχρι τώρα, στα εφτάμισι χρόνια της ύπαρξής του δεν έχει σχολιάσει ποτέ την απονομή κάποιου Νόμπελ λογοτεχνίας, από τα εφτά που έχει δει να απονέμονται (και τα θυμίζω: 2009 – Χέρτα Μύλερ, 2010 – Μάριο Βάργκας Γιόσα, 2011 – Τόμας Τρανστρέμερ, 2012 – Μο Γιαν, 2013 – Άλις Μάνρο, 2014 – Πατρίκ Μοντιανό, 2015 – Σβετλάνα Αλεξίεβιτς).Για το φετινό Νόμπελ θα κάνουμε εξαίρεση -διότι το Νόμπελ λογοτεχνίας του 2016 είναι ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Όπως θα ξέρετε, χτες ανακοινώθηκε η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, του Αμερικανού τραγουδοποιού που εξέφρασε το αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και επηρέασε βαθύτατα τις επόμενες γενιές της αμφισβήτησης.Σπάνια η απονομή ενός βραβείου Νόμπελ έχει προκαλέσει τόση αίσθηση -εγώ δεν θυμάμαι καμιά άλλη βράβευση που να συζητήθηκε τόσο, τουλάχιστον μετά τη βράβευση του Κίσινγκερ. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για όνομα διάσημο, ενώ κάποιοι από τους βραβευμένους των τελευταίων ετών ήταν παγκοσμίως άγνωστοι όταν βραβεύτηκαν -και τουλάχιστον ένας έμεινε και μετά.Φυσικά η διασημότητα δεν είναι κριτήριο της αξίας ενός λογοτέχνη και ούτε όλες οι αντιδράσεις στην ανακοίνωση της βράβευσης του Ντίλαν ήταν επιδοκιμαστικές. Πολλοί εξεπλάγησαν από τη βράβευση, αρκετοί εξέφρασαν διαφωνία ενώ κάποιοι αντέδρασαν με θυμηδία -γιατί όχι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είπε κάποιος· η Μαντόνα, είπε κάποιος άλλος.Βλέπετε, ο Ντύλαν βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ είναι τραγουδοποιός, γράφει τραγούδια. Στην απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας τονίζεται ότι βραβεύεται «για τη δημιουργία νέων δρόμων ποιητικής έκφρασης μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού τραγουδιού». Πρωτη φορά βραβεύεται τραγουδοποιός με την ανώτατη διάκριση για έναν λογοτέχνη κι αυτό, εύλογα, ξένισε πολλούς.Εύλογα ξένισε, αν και το όνομα του Ντίλαν δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία -όσοι παρακολουθούν κάπως τα βραβεία Νόμπελ θα θυμούνται ότι και παλιότερα είχε αναφερθεί το όνομά του και είχαν υπάρξει αντιδράσεις υπέρ και κατά ενός τέτοιου ενδεχόμενου (ο φίλος Δαεμάνος στη Λεξιλογία μού θύμισε ένα άρθρο του 2013 υπέρ της βράβευσης του Ντίλαν).Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου