Στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα
Τ Θεοδωρόπουλος
Τότε γιατί η ανάγνωση του Πλάτωνος μου είναι απαραίτητη; Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχω μνήμη αποστήθισης και δεν μπορώ να απαγγέλλω χωρία ολόκληρα, όπως ξέρω ότι έκανε ο μακαρίτης Δεσποτόπουλος στους συγκρατουμένους του στη Μακρόνησο. Ούτε να εντυπωσιάζω την ομήγυρη με κάποια φράση από την αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία, μιαν απ’ αυτές που αντάλλαξε ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν με τον καθηγητή του στον «Κονφορμίστα» του Μπερτολούτσι. Μήπως αισθάνομαι την ανάγκη να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω Πλάτωνα –και όχι μόνον Πλάτωνα εννοείται, απλώς είναι ο κορυφαίος– από κάποιου είδους πολιτισμική υποχρέωση; Μπορεί. Κάπου στο βάθος αυτό το αντανακλαστικό που μου το πέρασαν στα σχολικά θρανία, αλλά και αργότερα στο πανεπιστήμιο, είναι ακόμη ενεργό. Είναι ένα βαθύ αντανακλαστικό του πολιτισμού μας: το κλασικό οφείλεις να το εκτιμάς ακόμη κι αν σε καταπιέζει.Και η αρχαία γραμματεία με καταπίεσε αρκούντως στα σχολικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να έχω καλούς δασκάλους, όπως τον νυν εκδότη Στέφανο Πατάκη και τον μακαρίτη Κρίτωνα Πανηγύρη, όμως παρά τις προσπάθειές τους και την αγάπη που έδειχναν στο μάθημα, εμείς οι έφηβοι δεν μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως η αρχαιότητα ήταν μέρος του τρίπτυχου Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Την ζημιά που έκανε η δικτατορία στη σχέση μας με την αρχαιότητα την πληρώνουμε ακόμη και σήμερα.Την Ελλάδα έμαθα να την αγαπάω στο Παρίσι όπου, παρ’ ότι σπούδαζα σύγχρονη λογοτεχνία, οι αναφορές στη λατινική και στην ελληνική αρχαιότητα ήσαν συνεχείς. Ηταν παρούσα ακόμη και στη διανοούμενη πρωτοπορία της εποχής. Θυμάμαι τον Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ, αυτόν που επινόησε τον όρο «μετανεωτερικό» να λέει: «Προσπαθούμε να σκεφτούμε πέρα από τους Ελληνες, όμως πέρα από τους Ελληνες ενδέχεται να μην υπάρχει σκέψη». Είχε γράψει για τον Μαρξ και τον Φρόιντ και επί δύο χρόνια το σεμινάριό του στο πανεπιστήμιο ήταν αφιερωμένο στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη.Κλασικός, εκ του λατινικού classicus. Ο,τι ξεχωρίζει με την καθαρότητά του – μια σκέψη, ένα κείμενο, μια εικόνα. Classici ήσαν οι πολίτες της πρώτης κοινωνικής τάξης σε κάποιο από τα συντάγματα της Ρώμης. Classis λεγόταν και η παράταξη που σχηματιζόταν μετά το παράγγελμα στις λεγεώνες, η καλά οργανωμένη σύνταξη. Σε έναν κόσμο που δεν αποδέχεται ούτε τα πρότυπα, ούτε τις ιεραρχίες το κλασικό μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης. Παρωχημένο, ξεπερασμένο, αποδεχόμαστε μόνον την ύπαρξή του από ιστορική αδράνεια. Τον Παρθενώνα οφείλουμε να τον συντηρούμε. Γιατί; Γιατί είναι κλασικός. Και τι σημαίνει κλασικός; Σημαίνει, όπως λέει ο Ιταλο Καλβίνο στο «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς», ένα βιβλίο που όλοι θέλουν να έχουν στη βιβλιοθήκη τους αλλά κανείς δεν θέλει να διαβάσει.Κλασικό, ένα έργο που το προσδόκιμό του δεν ταυτίζεται με τα χρονικά όρια της εποχής του. Ανήκει όμως στους ανθρώπους. Είναι το μεγάλο σύνορο ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και στο ισλάμ. Η κατάργηση της έννοιας του κλασικού σημαίνει μία ακόμη ήττα του δυτικού πολιτισμού απέναντι στις θεοκρατίες που αναγνωρίζουν ως μόνον χρόνο της αιωνιότητας, τον χρόνο του θεού τους.Γιατί όμως στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα; Γιατί μου προσφέρει την καθαρότητα του βλέμματος που μου στερεί η θολούρα της ζωής μου. Ο Κρίτων που παροτρύνει τον Σωκράτη να μην πιει το κώνειο για να μην τον χάσει. Ενα γεροντάκι στα εβδομήντα του που φοβάται τη μοναξιά. Κι ο άλλος, φίλος μιας ολόκληρης ζωής, του απαντάει ότι αν δραπετεύσει θα γελάνε μαζί του, γιατί διέσυρε ό,τι τους έλεγε όσο ζούσε. Αξιοπρέπεια; Ισως και κάτι παραπάνω: η στιβαρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης σε λέξεις που αντέχουν σαν να τις χάραξαν στο μάρμαρο. Κάποιος μπήκε στον κόπο να τις γράψει λες και ήξερε πως θα τις διαβάζαμε εμείς απ’ την άλλη άκρη του χρόνου. Και πώς το αίσθημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν αναγνωρίζεις στις λέξεις αυτές τη δική σου γλώσσα; Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής για να συγκινηθείς από τον Σωκράτη του Φαίδωνα. Αρκεί να ακούσεις τη φωνή του και να αισθανθείς ότι η ανθρώπινη συνθήκη δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την απουσία προοπτικής του σήμερα.Επειδή σας έχω κουράσει επιχειρηματολογώντας υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, είπα σήμερα να γράψω κάτι πιο προσωπικό, για να δείξω πως αυτοί οι άνθρωποι που μας μιλούν από την άλλη άκρη του χρόνου δεν αξίζουν μόνον επειδή υπηρετούν μια πολιτισμική ευπρέπεια. Εχουν και ένα υπαρξιακό αντίκρισμα το οποίο, αν το χάσουμε, θα αφεθούμε στη συλλογική μας κατάθλιψη.

Πρόκειται για το περίφημο ασημένιο, πλουμιστό καριοφίλι του οπλαρχηγού Ιωάννη Ρούκη από την Αρτοτίνα Φωκίδας που απέκτησε πατριώτης συλλέκτης και εκτός από την προαναφερθείσα τιμή έχει ιδιαίτερη σημασία η ιστορία του: Μας την αφηγείται η Ελένη Μπίστικα στην «Καθημερινή», καθώς την ξέρει καλά, διότι, όπως γράφει η ίδια, «έπαιξε κι αυτή μεγάλο ρόλο στη ζήτηση για την απόκτησή του…».

Αλήθειες και μυθοι – Το άρθρο που γκρεμίζει τις προκαταλήψεις για τον Τσοβόλα
Η καταγωγήΝομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό που πάντα με βασάνιζε είναι σύνθετη και, πάντως, δεν είναι μόνο πολιτική. Ο Τσοβόλας, λοιπόν, δεν άρεσε στο κατεστημένο, γιατί η καταγωγή του ήταν λαϊκή και ξεχώριζε σαν ο καθημερινός άνθρωπος του δρόμου, ακόμη και από τους λουσάτους συντρόφους του που, όταν ανεδείχθησαν στην εξουσία, άλλαξαν ντύσιμο, τρόπους συμπεριφοράς, μετακόμισαν στα πολυτελή προάστια και κυκλοφορούσαν απρόσιτοι μέσα στα πολυτελή κυβερνητικά αμάξια, ακολουθούμενοι από φρουρούς και παρακοιμωμένους. Ο Τσοβόλας από πριν το ’81, που ήταν στέλεχος και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, επί 8 χρόνια που χρημάτισε υπουργός, εν συνεχεία αρχηγός του ΔΗΚΚΙ και τώρα μεγαλοδικηγόρος έμενε και μένει στο μικροαστικό διαμέρισμα της Αχαρνών 300. Ως υπουργός πήγαινε στην Καραγεώργη Σερβίας με το λεωφορείο, όπως και ο Κουλουριάνος και δεν είχε φρουρούς.Αποδεικτικό στοιχείο τρανό ότι η αντιπάθεια κάποιων προς τον Τσοβόλα είχε στοιχεία κοινωνικού ρατσισμού, ήταν το δημοσίευμα του «Βήματος» με το οποίο εσκιαγραφείτο η προσωπικότητα και η δραστηριότητα του Τσοβόλα και το οποίο είχε τον τίτλο «Ο Μήτσος της Ρήνης από τους Μελισσουργούς της Αρτας!» και υπότιτλο «Ο γιος του αγωγιάτη!». Το άρθρο καθρέφτιζε τη στάση της ελιτίστικης Αριστεράς απέναντι σε έναν πολιτικό που δεν είχε πίσω του σόι, δεν ήταν από τζάκι και δεν το έπαιζε προοδευτικός διανοούμενος.Ο λαόςΟ Δημήτρης Τσοβόλας ήταν όντως από τους Μελισσουργούς, από τα Τζουμέρκα και ο πατέρας του ήταν πράγματι αγωγιάτης και αγωνιστής του ΕΑΜ. Συνελήφθη ο πατέρας του από τους Γερμανούς και έμεινε έγκλειστος στο κολαστήριο του Νταχάου μέχρι το 1944 και επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον έστειλαν εξορία. Η κυρά Ρήνη, πάντως, που ζει ακόμη, δύο φορές που είχα πάει στο σπίτι της Αχαρνών με φίλεψε χορτόπιτες και κρεατόπιτες που θυμάμαι ακόμη τη νοστιμιά τους. Οσο, όμως, το κατεστημένο της εποχής μισούσε τον Τσοβόλα, άλλο τόσο και περισσότερο τον αγαπούσε ο απλός λαός και ιδιαίτερα τον λάτρευε ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ.Το κοινωνικά ρατσιστικό δημοσίευμα του «Βήματος», που ήταν και εφημερίδα του ΠΑΣΟΚ, προκάλεσε λαϊκή θύελλα και χρειάστηκε να παρέμβει ο ίδιος ο Τσοβόλας και ο κομματικός μηχανισμός, για να μην κάψουν τα φύλλα του στις πλατείες στα Γιάννενα, τη Λάρισα, την Αρτα κ.λπ. Μέχρι και λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έγιναν τότε, στις οποίες κυριαρχούσε το σύνθημα: «Τιμή και δόξα στον γιο του αγωγιάτη!». Πού οφειλόταν, άραγε, αυτή η αγάπη των ανώνυμων οπαδών του ΠΑΣΟΚ και έφτανε μέχρι του σημείου στις συγκεντρώσεις του κόμματος οι οπαδοί να υψώνουν πανό με φωτογραφίες του Ανδρέα, αλλά και του Δημήτρη; Νομίζω ότι οι μη προνομιούχοι έχουν πάντα ένα αλάνθαστο ένστικτο και είχαν αντιληφθεί ότι ο Τσοβόλας ήταν σεμνός, εργατικός και προπαντός έντιμος. Θα μου πείτε ότι χιλιάδες άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας έχουν τα ίδια προτερήματα και όμως δεν έχουν αξιωθεί κοινωνικής αναγνώρισης. Σύμφωνοι, αλλά ο λαός βαθμολογεί πρώτα τους άρχοντές του, αυτούς που τον κυβερνούν και δυστυχώς οι αρετές που έχουν οι απλοί άνθρωποι σπανίζουν ενίοτε στους υπουργούς, τουλάχιστον σε πάρα πολλούς!Η εντιμότητα του Τσοβόλα, η ακεραιότητά του στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και αναγνωρίστηκε και από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Οκτώ ολόκληρα χρόνια στο υπουργείο Οικονομικών και δεν βρέθηκε κάτι να καταμαρτυρήσουν σε βάρος του υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας που τον διαδέχθηκαν, πολλοί από τους οποίους μάλιστα τον μισούσαν για την επιθετικότητα που είχε δείξει και ο ίδιος εναντίον τους, όταν ήταν υπουργός. Είναι γνωστό ότι ιδιαίτερα προς τον πρόεδρο της Ν.Δ. Κώστα Μητσοτάκη η συμπεριφορά του ήταν μερικές φορές απρεπής, γιατί τον παρέσυρε προς την κατεύθυνση αυτή ο Μένιος Κουτσόγιωργας. Αλλά και οι σχέσεις του με την κομματική τρόικα (Γεννηματάς, Τσοχατζόπουλος, Λαλιώτης), δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, και πάντως όχι συντροφικές. Τον αντιπαθούσαν, γιατί ήταν δημοφιλής και τον φθονούσαν, γιατί μετά τον Ανδρέα εισέπραττε τα περισσότερα χειροκροτήματα από τον λαό στις συγκεντρώσεις. Γενικά, ο Τσοβόλας μπορεί να ήταν ένας «μπρούτος» πασόκος, αλλά δεν ήταν ποτέ άνθρωπος του κομματικού μηχανισμού και όταν τον έπαιρνε η νομενκλατούρα τηλέφωνο δεν έκανε τα χατίρια των κομματικών που ζητούσαν όλο και νέους διορισμούς. Γι’ αυτό και αυτοί μιλούσαν απαξιωτικά γι’ αυτόν κατηγορώντας τον σαν τον «τσιγκούνη Ηπειρώτη που έχει καβούρια στην τσέπη»!«Τσοβόλα δώσ’ τα όλα»Γνωρίζω ότι από το κατεστημένο που τον μισούσε το όνομα Τσοβόλας έχει γίνει συνώνυμο με τη σπάταλη οικονομική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ, που οδήγησε σε πολλαπλασιασμό του δημοσίου χρέους, καθώς πολλές κοινωνικές παροχές χρηματοδοτήθηκαν όντως με δανεικά. Ολοι θυμόμαστε ότι η περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου στην προεκλογική συγκέντρωση του Ιουνίου ’89 στο Περιστέρι «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα», έμεινε στο πολιτικό λεξιλόγιο από τότε μέχρι σήμερα σαν αποδεικτική ότι ο Τσοβόλας ως υπουργός Οικονομικών πήρε δήθεν εντολή από τον Παπανδρέου να μοιράσει χρήματα, για να κερδηθούν οι εκλογές! Και όμως, αυτό δεν είναι αλήθεια, και το γνωρίζω πολύ καλά, γιατί από το ρεπορτάζ που έκανα καθημερινά στο υπουργείο Οικονομικών δεν μου προέκυψε ποτέ στοιχείο ότι στην προεκλογική περίοδο του ’89 διετέθησαν χρήματα για παροχές. Αλλωστε, ο Ανδρέας με την ευφυΐα που τον διέκρινε και το αλάνθαστο πολιτικό του κριτήριο, μου είχε πει ένα πρωί που είχα ανέβει στο σπίτι της Πολιτείας που ζούσε με τη Δήμητρα: «Οι παροχές της τελευταίας στιγμής δεν έχουν νόημα, γιατί δεν πείθουν τους ψηφοφόρους». Εν πάση περιπτώσει ο Τσοβόλας έχει αθωωθεί για την κατηγορία αυτή από τον υπουργό της Ν.Δ. που τον διεδέχθη, τον κ. Γιάννη Παλαιοκρασσά, ο οποίος απαντώντας σε σχετική ερώτηση στη Βουλή διαβεβαίωσε ότι ο προϋπολογισμός του ’89, τον οποίο εκτέλεσε για το πρώτο εξάμηνο ο Τσοβόλας είχε αύξηση δαπανών 14% έναντι πρόβλεψης 18% και από το αποθεματικό δεν είχε δαπανηθεί ούτε μια δραχμή.ΕργοΟσον αφορά την περιώνυμη φράση του Ανδρέα, το περιεχόμενό της δεν ήταν οικονομικό. Είναι γνωστό ότι στις εκλογές του Ιουνίου ’89 το ΠΑΣΟΚ όδευε προς την αναμέτρηση μέσα σε ένα αποπνικτικό κλίμα σκανδαλολογίας και ηθικής παρακμής με αφορμή την υπόθεση Κοσκωτά. Στη συγκέντρωση στο Περιστέρι ο Τσοβόλας δεν ήταν παρών, γιατί ήταν στη Βουλή, υπερασπιζόμενος ένα φορολογικό πολυνομοσχέδιο. Ο Ανδρέας, μιλώντας σε ένα πλήθος που ανάμεσα στα άλλα φώναζε «Τσοβόλα – Τσοβόλα» είπε τη φράση αυτή, για να εξηγήσει, γιατί ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ αγαπούσε τον Τσοβόλα. Γιατί πράγματι είχε εδραιωθεί τότε στους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ και όχι αδικαιολόγητα ότι ο Τσοβόλας ως υπουργός υπερασπιζόταν τους χαμηλόμισθους και εφάρμοζε μια προοδευτική φορολογική πολιτική ελάφρυνσης των βαρών για τα χαμηλά εισοδήματα. Και εν πάση περιπτώσει είχε κάνει και έργο, εκσυγχρονιστικό και αναπτυξιακό στο υπουργείο Οικονομικών όλα αυτά τα χρόνια. Θυμίζω:1. Την εφαρμογή του συστήματος της φορολογίας με βάση τις αντικειμενικές αξίες στη μεταβίβαση ακινήτων, που είχαν προετοιμάσει οι κ.κ. Δρεττάκης και Κουλουριάνος. Τα παζάρια φορολογουμένων και εφοριακών κόπηκαν με το μαχαίρι και η αγορά ακινήτων εξυγιάνθηκε και αναπτύχθηκε, καθώς ο Τσοβόλας όρισε τις πρώτες αντικειμενικές στο 50% των αγοραίων τιμών.2. Εισήγαγε τον ΦΠΑ, καταργώντας δεκάδες έμμεσους φόρους (ΦΚΕ, χαρτόσημο κ.λπ.), καθιστώντας την έμμεση φορολογία προοδευτική, αφού όρισε συντελεστή 6% για τα είδη λαϊκής κατανάλωσης, 16% για τις υπηρεσίες και 36% για τα είδη πολυτελείας.3. Θεσμοθέτησε τον μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους στους μικρομεσαίους.4. Θεσμοθέτησε την υποχρέωση των εφοριών να αποδέχονται ως ειλικρινή τα βιβλία όλων των επιχειρήσεων, εφόσον δεν υπήρχαν οριστικές και δικαστικά βεβαιωμένες παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.5. Εδωσε την επιδότηση ενοικίων κ.λπ.Βέβαια, ο κ. Τσοβόλας εφάρμοσε την οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, που με τις ακαμψίες της, τις τριτοκοσμικές της περιπλανήσεις και τις σπατάλες καθήλωσε την ελληνική οικονομία στη δεκαετία του ’80. Ο Τσοβόλας με την κομματική αφοσίωση στις σοσιαλιστικές αρχές του ΠΑΣΟΚ τρόμαξε όντως την ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν βοήθησε στα ανοίγματα που επιχείρησαν τη δεύτερη τετραετία οι κ.κ. Κ. Σημίτης και Τάκης Ρουμελιώτης.Ομως, αυτά τα λάθη του δεν αρκούν, για να εξηγήσουν την κατασυκοφάντηση που υπέστη από το κατεστημένο. Εφταιγε όμως γι’ αυτό και ο κλειστός χαρακτήρας του και η προκλητική του αδιαφορία να κάνει δημόσιες σχέσεις. Θυμάμαι εντυπωσιασμένος ότι στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά (όπου τον εγκατέλειψαν όλοι οι σύντροφοί του και δικάσθηκε αναιτίως), όταν προσήλθαν να καταθέσουν οι τρεις μεγαλοεκδότες και κατήγοροι του Ανδρέα, οι Λαμπράκης, Μπόμπολας και Τεγόπουλος, τους σύστησε στον Τσοβόλα ο διεθυντής του «Βήματος» κ. Στ. Ψυχάρης. Ο Τσοβόλας τους έβλεπε και τους τρεις για πρώτη φορά! Γνωρίζετε κανέναν υπουργό που να έμεινε μια οκταετία και να μην επεδίωξε να γνωρισθεί και να καλλιεργήσει καλές σχέσεις με τους μεγαλοεκδότες; Αν γνωρίζετε από παλαιά ή και τώρα πείτε τον μου, να τον μάθω και εγώ! Γιατί εγώ γνωρίζω υπουργούς που κυριολεκτικά κολακεύουν, αν δεν γλείφουν τους συγκεκριμένους εκδότες!
Ενας σεφ στο Τζάνειο με… όρεξη για προσφορά
Πριν από λίγο καιρό, ο Ιάκωβος Απέργης, ο αρχιμάγειρας του Τζανείου, έφτασε στο νοσοκομείο κουβαλώντας δύο μεγάλα ταψιά. Ηταν η πίτσα που είχε φτιάξει το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι. Την πήγαινε στα παιδάκια της παιδοψυχιατρικής κλινικής.«Αυτά τα παιδιά μπορούν να φάνε περίπου τα πάντα. Γιατί να μη φάνε κάτι που τους αρέσει πραγματικά;», λέει. Εφτιαξε την πίτσα στο σπίτι γιατί η κουζίνα του νοσοκομείου δεν διαθέτει μπέικον. Η προμήθεια των πρώτων υλών, όπως σε κάθε δημόσια δομή, γίνεται κατόπιν διαγωνισμών και συμβάσεων με εταιρείες, δεν είναι ακριβώς ευέλικτη διαδικασία. Το μπάτζετ είναι ορισμένο και αυστηρό. «Εάν ζητήσω μπέικον, μπορεί να χάσω κάτι πιο ουσιαστικό και δε λέει. Εντάξει, οκτώ παιδάκια είναι μόνο σε αυτή τη μονάδα, δεν είναι και τίποτα να τους φτιάξω μια φορά μια πίτσα να ευχαριστηθούν».Τέτοια… περίεργα, με την καλή έννοια, συμβαίνουν στο Τζάνειο νοσοκομείο του Πειραιά από τότε που ανέλαβε ο Ιάκωβος, που έχει βαλθεί να καταργήσει τον όρο «νοσοκομειακό φαγητό». «Δεν υπάρχει η έννοια “νοσοκομειακό φαγητό”, ήταν απλά το φαγητό που βόλευε όλους. Είναι πιο εύκολο να βγάλεις ανάλατο φαγητό για όλους, μόνο που δεν χρειάζεται όλοι οι ασθενείς να τρώνε ανάλατα!». Τα τελευταία χρόνια, από την κουζίνα του Τζανείου βγαίνουν τουλάχιστον δύο διαφορετικά πιάτα κάθε μέρα. «Ποτέ δεν φτιάχνουμε ένα φαΐ για όλους, εκτός κι αν είναι κάτι που ξέρουμε ότι αρέσει σε όλους. Αλλά δεν θα προσφέρουμε σπανακόρυζο ή ψάρι στα παιδάκια που πολύ συχνά δεν το τρώνε».
Τα μπιφτέκια από ψάρι είναι μια από τις νοστιμιές του Ιάκωβου Απέργη για τα πιτσιρίκια (και όχι μόνο) που νοσηλεύονται στο Τζάνειο (πηγή φωτογραφίας protagon)
Χιτ το μπιφτέκι ψαριού
μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής,
Δρομοπάθεια (Πρωία, 27 Απριλίου 1941)Δρομοπάθεια –κατά το ωραιοπάθεια, ερωτοπάθεια, ψυχοπάθεια κτλ. Καινούργιος ο όρος, αλλά το πράγμα (δηλ.. το πάθος) πολύ παλαιό. Αν τη λέξη την είχανε φκιάσει οι αρχαίοι, θα εσήμαινε το πάθος που έχει κανείς να παρακολουθεί τις… κούρσες ή τους αγώνες του τρεξίματος. Αλλ’ αφού τη φκιάνουμε τώρα, μπορεί να σημαίνει το πάθος, που έχουνε μερικοί άνθρωποι να γυρίζουνε στους δρόμους –γιατί στους δρόμους ζούνε· το σπίτι το έχουνε μονάχα για υπνωτήριο. Αλλά στη δική μας περίπτωση, η δρομοπάθεια αποτελεί μια μορφή ωραιοπάθειας· σημαίνει τον έρωτα, που έχουνε μερικοί για ορισμένο δρόμο της πολιτείας, όπου ζούνε. Γνωρίζω έναν τέτοιον… άρρωστο. Σήμερα το πρωί τόνε βρήκα που κατέβαινε από τις πλαγιές του Λυκαβηττού πηδηχτός… ένεκα η αρθρίτιδα! — Είμαι αποφασισμένος να μη διαβάσω σήμερα εφημερίδα. Ας κάθεται διπλωμένη στην τσέπη μου. Σήμερα θέλω ν’ ανοίξω το κλουβί της ψυχής μου και να τ’ αφήσω το πουλί να πετάξει στον ελεύθερον αέρα, να χαρεί τις ομορφιές της Πλάσης. Σήμερα υπόγραψα για δυο ώρες ατομική ανακωχή με όλην την Ανθρωπότητα και με όλο το ουράνιο Σύστημα. Σήμερα θέλω να ζήσω, πιθανόν για τελευταία φορά, την ξέγνοιαστη ζωή του παλιού καιρού. «Η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής»[1]. Σήμερα δεν θα μεριμνήσω ούτε για το αύριο, ούτε για το χθες, ούτε για το σήμερα! Θα πάω να συναντήσω την πιο πιστή μου ερωμένη, που τα τελευταία δραματικά γεγονότα με κάνανε να την παραμελήσω. –Και σε ποιο δρόμο κατοικεί; –Δεν κατοικεί σε δρόμο. Κατοικείται! Είναι… δρόμος! Υπάρχουνε πολλοί ωραίοι δρόμοι εδώ στην Αθήνα με ξεχωριστή φυσιογνωμία και προπάντων γύρω από τον Λυκαβηττό. Αυτός ο κρεμαστός κήπος που βλέπεις, αυτή η ταράτσα (και μου έδειξε το τμήμα της οδού Ξενοκράτους που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην οδό Λουκιανού και Πλουτάρχου) είναι μοναδικό πράμα για το ύψος, για την απλοχωριά και για τον ήχο του. Λίγο παρακάτου, όπου πηγαίνω, είναι το πράσινο και πάντα ισκιωμένο και μισοσκότεινο τούνελ της οδού Φωκυλίδου. Αλλά οι δρόμοι αυτοί είναι πολύ εγωιστικοί, πολύ ακατάδεχτοι. Δεν έχουνε κανένα κέντρο να σε κρατήσουν. Από τον έναν άλλωστε σε διώχνει ο ήλιος το καλοκαίρι, από τον άλλον σε διώχνει ο ίσκιος τον χειμώνα. Αλλά δρόμος… εγκάρδιος σε κάθε εποχή και με πολύ… σεξ απίλ είναι η οδός Φωκίωνος Νέγρη στην Κυψέλη. Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας. Για κει το έβαλα. –Τόσο μακριά; –Εκεί θα ρομαντζάρω λίγη ώρα, για να ξεχάσω ποιος είμαι και ποιος είσαι. Είναι δρόμος μοναδικός στην Αθήνα. Δεν έχει το ταίρι του. Γιατί έχει άφθονα τρεχούμενα νερά. Είναι μια σειρά από βρύσες, χαβούζες, σιντριβάνια, κανάλια σκαλωτά –όλα αυτά με το πιο καθάριο, το πιο άφθονο και πιο φρέσκο νερό. Στη μέση του δρόμου, που είναι αρκετά φαρδύς, μια σειρά από κηπάκια με όλων των ειδών τα γνωστά και τ΄ άγνωστα φυτά και λουλούδια. Και τα κηπάκια αυτά κλείνονται δεξιά κι αριστερά με δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες κι ακακίες, καθώς κι από τα σκαλωτά κανάλια του νερού, που κυλάει τόσο ήσυχα που θαρρείς κι είναι ακίνητο. Σε μιαν από τις χαβούζες, όπου τρία λιονταρίσια κεφάλια χύνουν αδιάκοπα νερό, κολυμπούνε οι ασπρότερες πάπιες του κόσμου! Και στη μέση της χαβούζας είναι το σπιτάκι τους, είδος μικροσκοπικής παγόδας, με δύο σκαλίτσες, για ν’ ανεβοκατεβαίνουν από το υγρό στοιχείο στο στερεό τα ζωντανά αυτά πλεούμενα. Εκεί που κόβει κάθετα το δρόμο η οδός Επτανήσου, υπάρχει ένα πλατύ τετράγωνο άνοιγμα γεμάτο άμμο. Εκεί μέσα παίζουνε τα παιδάκια· κυλιούνται, φωνάζουνε, φκιαρίζουνε, κουβαλούνε με το πάθος της ηλικίας τους και με όλην τη σοβαρότητα χαίρονται την «ελεύθερη κατανάλωση του περισσεύματος της ενεργείας τους» –όπως ορίζουνε μερικοί βιολόγοι το παιχνίδι και μερικοί φιλόσοφοι την τέχνη. Νομίζει κανείς, πως βρίσκεται σε καμιά λουτρόπολη ή σε καμιά ευρωπαϊκή πόλη, όπου τα νερά είναι αλογάριαστα και η βλάστηση πληθωρική… Εκεί λοιπόν, πάω… ταξίδι! Έχω μεγάλη ανάγκη να αλλάξω αέρα. Γιατί, όπως είμαι περήφανος στ’ αυτιά, ακούω μέσα μου διαρκώς σειρήνες! Σήμερα θα κάνω ό,τι μπορώ, για να μην ακούσω ούτε τις δικές μου τις σειρήνες ούτε τις… άλλες.[1] μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής, Ματθ. 6.34.Θα μου πείτε ότι ο θαυμαστής της οδού Φωκίωνος Νέγρη δεν είναι ο Βάρναλης αλλά ο φίλος του -ωστόσο, είναι ολοφάνερο πως ο ανώνυμος φίλος είναι, στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο χρονογράφος, που χρησιμοποιεί αυτό το πολύ διαδεδομένο τέχνασμα για να εκφράσει πιο ελεύθερα τις απόψεις του. Δεν το κρύβει άλλωστε, αφού βάζει τον ανώνυμο φίλο να αναφέρει, στο τέλος, ότι βαριακούει («περήφανος στ’ αυτιά»), κάτι που ήταν πασίγνωστο χαρακτηριστικό τού Βάρναλη.Στα λεξιλογικά, να προσέξουμε τη χρήση της λέξης «χαβούζα». Σήμερα, η λέξη σημαίνει δεξαμενή για βρόμικα νερά, για απόβλητα, και κατ’ επέκταση χρησιμοποιείται για χώρο πολύ βρόμικο, με έντονη ρύπανση -θα θυμάστε άλλωστε την ταινία του Μαραγκού «Από πού πάνε για τη χαβούζα» με τον Θ. Βέγγο. Ωστόσο, ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη με την παλιά της σημασία (χτιστή δεξαμενή νερού), χωρίς καμιά αρνητική συνδήλωση.Λοιπόν, ποιος είναι ο δικός σας αγαπημένος δρόμος της Αθήνας;
Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας (κατά τον Κ. Βάρναλη)
από sarant












