Δρομοπάθεια (Πρωία, 27 Απριλίου 1941)Δρομοπάθεια –κατά το ωραιοπάθεια, ερωτοπάθεια, ψυχοπάθεια κτλ. Καινούργιος ο όρος, αλλά το πράγμα (δηλ.. το πάθος) πολύ παλαιό. Αν τη λέξη την είχανε φκιάσει οι αρχαίοι, θα εσήμαινε το πάθος που έχει κανείς να παρακολουθεί τις… κούρσες ή τους αγώνες του τρεξίματος. Αλλ’ αφού τη φκιάνουμε τώρα, μπορεί να σημαίνει το πάθος, που έχουνε μερικοί άνθρωποι να γυρίζουνε στους δρόμους –γιατί στους δρόμους ζούνε· το σπίτι το έχουνε μονάχα για υπνωτήριο. Αλλά στη δική μας περίπτωση, η δρομοπάθεια αποτελεί μια μορφή ωραιοπάθειας· σημαίνει τον έρωτα, που έχουνε μερικοί για ορισμένο δρόμο της πολιτείας, όπου ζούνε. Γνωρίζω έναν τέτοιον… άρρωστο. Σήμερα το πρωί τόνε βρήκα που κατέβαινε από τις πλαγιές του Λυκαβηττού πηδηχτός… ένεκα η αρθρίτιδα! — Είμαι αποφασισμένος να μη διαβάσω σήμερα εφημερίδα. Ας κάθεται διπλωμένη στην τσέπη μου. Σήμερα θέλω ν’ ανοίξω το κλουβί της ψυχής μου και να τ’ αφήσω το πουλί να πετάξει στον ελεύθερον αέρα, να χαρεί τις ομορφιές της Πλάσης. Σήμερα υπόγραψα για δυο ώρες ατομική ανακωχή με όλην την Ανθρωπότητα και με όλο το ουράνιο Σύστημα. Σήμερα θέλω να ζήσω, πιθανόν για τελευταία φορά, την ξέγνοιαστη ζωή του παλιού καιρού. «Η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής»[1]. Σήμερα δεν θα μεριμνήσω ούτε για το αύριο, ούτε για το χθες, ούτε για το σήμερα! Θα πάω να συναντήσω την πιο πιστή μου ερωμένη, που τα τελευταία δραματικά γεγονότα με κάνανε να την παραμελήσω. –Και σε ποιο δρόμο κατοικεί; –Δεν κατοικεί σε δρόμο. Κατοικείται! Είναι… δρόμος! Υπάρχουνε πολλοί ωραίοι δρόμοι εδώ στην Αθήνα με ξεχωριστή φυσιογνωμία και προπάντων γύρω από τον Λυκαβηττό. Αυτός ο κρεμαστός κήπος που βλέπεις, αυτή η ταράτσα (και μου έδειξε το τμήμα της οδού Ξενοκράτους που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην οδό Λουκιανού και Πλουτάρχου) είναι μοναδικό πράμα για το ύψος, για την απλοχωριά και για τον ήχο του. Λίγο παρακάτου, όπου πηγαίνω, είναι το πράσινο και πάντα ισκιωμένο και μισοσκότεινο τούνελ της οδού Φωκυλίδου. Αλλά οι δρόμοι αυτοί είναι πολύ εγωιστικοί, πολύ ακατάδεχτοι. Δεν έχουνε κανένα κέντρο να σε κρατήσουν. Από τον έναν άλλωστε σε διώχνει ο ήλιος το καλοκαίρι, από τον άλλον σε διώχνει ο ίσκιος τον χειμώνα. Αλλά δρόμος… εγκάρδιος σε κάθε εποχή και με πολύ… σεξ απίλ είναι η οδός Φωκίωνος Νέγρη στην Κυψέλη. Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας. Για κει το έβαλα. –Τόσο μακριά; –Εκεί θα ρομαντζάρω λίγη ώρα, για να ξεχάσω ποιος είμαι και ποιος είσαι. Είναι δρόμος μοναδικός στην Αθήνα. Δεν έχει το ταίρι του. Γιατί έχει άφθονα τρεχούμενα νερά. Είναι μια σειρά από βρύσες, χαβούζες, σιντριβάνια, κανάλια σκαλωτά –όλα αυτά με το πιο καθάριο, το πιο άφθονο και πιο φρέσκο νερό. Στη μέση του δρόμου, που είναι αρκετά φαρδύς, μια σειρά από κηπάκια με όλων των ειδών τα γνωστά και τ΄ άγνωστα φυτά και λουλούδια. Και τα κηπάκια αυτά κλείνονται δεξιά κι αριστερά με δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες κι ακακίες, καθώς κι από τα σκαλωτά κανάλια του νερού, που κυλάει τόσο ήσυχα που θαρρείς κι είναι ακίνητο. Σε μιαν από τις χαβούζες, όπου τρία λιονταρίσια κεφάλια χύνουν αδιάκοπα νερό, κολυμπούνε οι ασπρότερες πάπιες του κόσμου! Και στη μέση της χαβούζας είναι το σπιτάκι τους, είδος μικροσκοπικής παγόδας, με δύο σκαλίτσες, για ν’ ανεβοκατεβαίνουν από το υγρό στοιχείο στο στερεό τα ζωντανά αυτά πλεούμενα. Εκεί που κόβει κάθετα το δρόμο η οδός Επτανήσου, υπάρχει ένα πλατύ τετράγωνο άνοιγμα γεμάτο άμμο. Εκεί μέσα παίζουνε τα παιδάκια· κυλιούνται, φωνάζουνε, φκιαρίζουνε, κουβαλούνε με το πάθος της ηλικίας τους και με όλην τη σοβαρότητα χαίρονται την «ελεύθερη κατανάλωση του περισσεύματος της ενεργείας τους» –όπως ορίζουνε μερικοί βιολόγοι το παιχνίδι και μερικοί φιλόσοφοι την τέχνη. Νομίζει κανείς, πως βρίσκεται σε καμιά λουτρόπολη ή σε καμιά ευρωπαϊκή πόλη, όπου τα νερά είναι αλογάριαστα και η βλάστηση πληθωρική… Εκεί λοιπόν, πάω… ταξίδι! Έχω μεγάλη ανάγκη να αλλάξω αέρα. Γιατί, όπως είμαι περήφανος στ’ αυτιά, ακούω μέσα μου διαρκώς σειρήνες! Σήμερα θα κάνω ό,τι μπορώ, για να μην ακούσω ούτε τις δικές μου τις σειρήνες ούτε τις… άλλες.[1] μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής, Ματθ. 6.34.Θα μου πείτε ότι ο θαυμαστής της οδού Φωκίωνος Νέγρη δεν είναι ο Βάρναλης αλλά ο φίλος του -ωστόσο, είναι ολοφάνερο πως ο ανώνυμος φίλος είναι, στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο χρονογράφος, που χρησιμοποιεί αυτό το πολύ διαδεδομένο τέχνασμα για να εκφράσει πιο ελεύθερα τις απόψεις του. Δεν το κρύβει άλλωστε, αφού βάζει τον ανώνυμο φίλο να αναφέρει, στο τέλος, ότι βαριακούει («περήφανος στ’ αυτιά»), κάτι που ήταν πασίγνωστο χαρακτηριστικό τού Βάρναλη.Στα λεξιλογικά, να προσέξουμε τη χρήση της λέξης «χαβούζα». Σήμερα, η λέξη σημαίνει δεξαμενή για βρόμικα νερά, για απόβλητα, και κατ’ επέκταση χρησιμοποιείται για χώρο πολύ βρόμικο, με έντονη ρύπανση -θα θυμάστε άλλωστε την ταινία του Μαραγκού «Από πού πάνε για τη χαβούζα» με τον Θ. Βέγγο. Ωστόσο, ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη με την παλιά της σημασία (χτιστή δεξαμενή νερού), χωρίς καμιά αρνητική συνδήλωση.Λοιπόν, ποιος είναι ο δικός σας αγαπημένος δρόμος της Αθήνας;
Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας (κατά τον Κ. Βάρναλη)
από sarant
