Έσπασε το φράγμα των 300.000 αναγνωστών ο ΟΡΕΙΝΟΣ !!!!!!
Στο θρυλικό φούρνο που μετρά 110 χρόνια λειτουργίας, έχουν φάει τυρόπιτα μεταξύ άλλων, ο Παλαμάς και ο Ελύτης.
Ο χώρος δημιουργήθηκε το 1906 σε αυτό το σημείο και σήμερα, 108 χρόνια μετά, παραμένει στο ίδιο σημείο. Τότε ήταν μια μονοκατοικία με υπερώο και στο πίσω μέρος υπήρχε ένας κήπος με πηγάδι. Το κτήριο αναβαθμίστηκε το ‘50, αλλά ο χώρος παρέμεινε μέσα, όπως ήταν. Όταν δημιουργήθηκε, τα σύνορα της Ελλάδας σταματούσαν στη Λάρισα. Η ηπειρωτική Ελλάδα είναι 102 χρονών και το Άριστον 108. Η Αθήνα με την τότε απογραφή, περίπου 290.000 άνθρωποι, ήταν ένα μικρό χωριό. Εδώ απ’ έξω ήταν χωματόδρομος, γύρω υπήρχαν λίγα χαμηλά σπίτια. Όλα ήταν στα σπάργανα. Ο «παππούς του φούρνου» Αναστάσιος Λομποτέσης επινόησε ένα εργαλείο marketing και ονόμασε το φούρνο Άριστον- από το 1910, Βουλής 10, οπότε έτσι έμεινε στην ιστορία.
Η τυρόπιτα, σύμφωνα με τον Αρτεμίδωρο, ήταν το έδεσμα που έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες την εποχή του Περικλή όταν συνομιλούσαν στην αγορά και όταν έβλεπαν θέατρο. Ήταν το σνακ τους, το δεκατιανό τους και λεγόταν τυρόνωτος πλακούς ή τυρών άρτος. Ήταν φτιαγμένος με φρέσκα τυριά της εποχής, Κύθνου, Χερρονήσου ή Σικελικό και η ζύμη ήταν η ίδια. Αργότερα, στη Βυζαντινή εποχή λεγόταν εν τυρίτας πλακούντας το έτρωγαν για δεκατιανό.
Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η πιο κάτω ανάρτηση
Είναι όμως η διαπίστωσή μου αντικειμενική, ή πέφτω θύμα ενός φαινομένου ανάλογου με αυτό που διέπει το λεγόμενο χάσμα των γενεών;
Το συνηθίζουν, ειδικά οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, να λένε πως τα πράγματα τον καιρό της νιότης τους ήταν με κάποιον τρόπο πιο αγνά και πιο ηθικά. Προσωπικά, γι’ αυτό που είμαι απόλυτα σίγουρος είναι πως όταν ήμουν νεότερος οι ντομάτες είχαν γεύση, ενώ τώρα δεν έχουν. Αλλά αφήνοντας τα ζαρζαβατικά κατά μέρος, για τα πιο σοβαρά ζητήματα, όπως αυτά της ηθικής της κοινωνίας, έχω επιφυλάξεις.Δεν ξέρω δηλαδή αν πραγματικά τα ήθη του λαού εκπίπτουν όλο και περισσότερο από τη μια γενιά στην άλλη. Ίσως εμείς οι ίδιοι να το βλέπουμε έτσι και να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Δηλαδή, να συγκρίνουμε τον κοινωνικό μας περίγυρο ιδωμένο στη μια περίπτωση με την αθωότητα της νιότης μας και στην άλλη με την εμπειρία, την αντίληψη και την καχυποψία της ωριμότητας.
Όπως και να ’χει, τα πράγματα σε αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να είναι άσπρο ή μαύρο.
Με κάθε επιφύλαξη λοιπόν θα σας πω την εντύπωση που έχω προσωπικά για το πώς και το πού μου φαίνεται πως χειροτέρεψαν τα πράγματα τα τελευταία χρόνια στο γενικότερο ήθος της κοινωνίας μας. Και πάλι δεν θα μπορέσω με βεβαιότητα να ξεκαθαρίσω ποια είναι «η κότα» και ποιο «το αυγό». Αν δηλαδή αυτά τα φαινόμενα εκφυλισμού συνέβαλλαν στη δημιουργία της οικονομικής κρίσης ή προέρχονται από αυτήν.Μάλλον ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα, όπως σε κάθε κλασικό φαινόμενο φαύλου κύκλου. Το έλλειμα του ήθους προκάλεσε την κατάρρευση του κράτους. Τώρα, μέσα στις συνθήκες της μασκαρεμένης κοινωνικής ζούγκλας που ζούμε, τα ήθη εξαχρειώνονται προοδευτικά όλο και περισσότερο. Κυρίως αναφέρομαι στο επαγγελματικό ήθος και στην ηθική που διέπει τις ανθρώπινες καθημερινές μας σχέσεις.Όπου και να γυρίσω τα μάτια μου τον τελευταίο καιρό, βλέπω το τρίπτυχο συμφεροντολογισμός-φθόνος-έριδα να θριαμβεύει.
Παντού μέσα στις οικογένειες, στις παρέες και στα επαγγελματικά περιβάλλοντα.
Η φτώχεια συνεχώς αυξάνεται και το κράτος συμπεριφέρεται άδικα, ανέντιμα και χωρίς σεβασμό στους πολίτες. Ακυρώνει τις συμφωνίες ζωής που έκανε μαζί τους, επικαλούμενο λόγους ανωτέρας βίας. Κι αυτό το κάνει ανερμάτιστα, άδικα, ανοργάνωτα κι αιφνιδιαστικά, συνεχώς. Μέσα σε ένα πλέγμα απολύτως ανόητης πολυνομίας, γραφειοκρατίας, και ενός συστήματος απονομής δικαιοσύνης στα όρια της κατάρρευσης, ο πολίτης είναι πρακτικά αδύνατο να βρει το δίκιο του.Εμπεδώνεται λοιπόν υφέρποντας στη συνείδηση των πολιτών το γεγονός ότι ζούμε σε συνθήκες ζούγκλας. Θέλει μεγάλη δύναμη σε αυτές τις συνθήκες ο καθένας να σταθεί στο ύψος του και να κρατήσει τις αρχές του. Όποιος το καταφέρει υποφέρει και στερείται, αλλά γίνεται καλύτερος και βγαίνει δυναμωμένος πνευματικά και ψυχικά. Είναι δοκιμασία και απαιτεί μεγάλη θυσία από τον ίδιο και την οικογένεια του. Θέλει αταλάντευτη πίστη στα λόγια του Κυρίου.
«Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα […] ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού· και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».
Πόσοι όμως μπορούν να το καταφέρουν αυτό; Οι περισσότεροι τις συνθήκες της ζούγκλας τις βλέπουν σαν άλλοθι για να κυνηγήσουν αλύπητα το συμφέρον τους. Να δουλέψουν δηλαδή λιγότερο, και να κερδίσουν όπως να ’ναι περισσότερα. Το αίσθημα της αδικίας από τη μεριά της πολιτείας μετριάζει ή και ακυρώνει τον έλεγχο της συνείδησης. «Αφού το κράτος με αδικεί, δικαιούμαι κι εγώ να κάνω το οτιδήποτε». Στη ζούγκλα δεν υπάρχουν κανόνες…Από την άλλη, οι ίδιες συνθήκες πυροδοτούν τα αισθήματα του σιχαμερού φθόνου. Η γνωστή… «κατσίκα του γείτονα» δεν έχει καμιά τύχη… Καταλήγει στο πιάτο του κάθε φθονερού τύπου που σε έβαλε στο μάτι. Όσο ικανότερος είσαι, τόσο χειρότερα.
Ο λεγόμενος διωγμός των αρίστων ίσχυε παλαιότερα. Τώρα δεν μιλάμε για απλό διωγμό, αλλά για πραγματική προσπάθεια εξόντωσης.
Είναι να μην μπλέξεις… Οι κανόνες και οι νόμοι όχι απλώς δεν σε προστατεύουν, αλλά γίνονται κι εργαλείο στα χέρια αυτών που σε καταδιώκουν, αφού αυτοί μπορούν να τους στρεβλώνουν και να τους ερμηνεύουν με όποιον παντελώς ηλίθιο τρόπο το επιθυμούν. Σε αυτές τις συνθήκες τις ασυδοσίας η σιχαμερή έριδα χορεύει τον τρελό χορό της καταστροφής.Αυτό που μου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση πάντως –και σίγουρα διαφέρει από παλιότερα– είναι η ξεδιαντροπιά. Δεν τηρούνται πια ούτε καν τα προσχήματα. Πώς να αντιμετωπίσεις κάποιον που έχει συνειδητά απεμπολήσει την αξιοπρέπειά του και δεν ντρέπεται στο παραμικρό; Τον φτύνεις κι αυτός χαζογελάει κουτοπόνηρα λέγοντας από μέσα του «όσο και να φτύνεις, την παρτίδα την κερδίζω εγώ και το ξέρεις…»Μήπως να αφήσουμε το φτύσιμο και να πιάσουμε τις ντομάτες; Αφού έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες για πέταμα είναι…
Στο θολωμένο μου μυαλόby Αντικλείδι |
Κατάθλιψη και οικονομική κρίσηΤο θολωμένο μου μυαλό/μ’ έχει προδώσει προ πολλού, /του λέω αλλού και τρέχει αλλού, /με κάνει και παραμιλώ. Με κάνει και παραμιλώ, /το θολωμένο μου μυαλό. Read more of this postΣτην ιστοσελίδα αυτή, μπορεί κάποιος να διαβάσει ποικίλες ειδήσεις, απ΄ όλο τον κόσμο, μεταφρασμένες σε άπταιστη ελληνική διάλεκτο του 5ου αιώνα π.Χ.

Η λέξη φρυκτωρία είναι σύνθετη και αποτελείται από τη λέξη «φρυκτός» που σημαίνει «πυρσός» και το ρήμα «ορώ». Επρόκειτο για μικρά πυργάκια από ξύλα, τα οποία τοποθετούνταν πάνω σε βουνοκορφές με καλή ορατότητα. Όταν έπρεπε να διαδοθεί ένα μήνυμα, οι φύλακες έβαζαν φωτιά στα ξύλα, ούτως ώστε οι φλόγες να γίνονταν ορατές μέχρι την επόμενη φρυκτωρία, που βρισκόταν σε βουνοκορφή πολλά χιλιόμετρα μακριά. Έτσι, μέσω μια αλυσίδας πυρκαγιών, το μήνυμα έφτανε στον προορισμό του. Ασφαλώς, το μήνυμα που συμβόλιζαν οι πυρκαγιές έπρεπε είναι γνωστό από πριν. Οι κάτοικοι των Μυκηνών γνώριζαν ότι όταν θα έβλεπαν τις φρυκτωρίες να ανάβουν, η Τροία θα είχε πέσει.
Με τον ίδιο τρόπο, η διαδρομή των φρυκτωριών ήταν συγκεκριμένη και απαιτούσε μεγάλη οργάνωση. Έπρεπε να επιλεγούν βουνοκορφές που ήταν ορατές από μεγάλη απόσταση, στις οποίες όμως, να μπορούσαν να σκαρφαλώσουν άνθρωποι για να κατασκευάσουν, να συντηρήσουν και κάποια στιγμή, να ανάψουν τις φωτιές.
Οι φρυκτωρίες του Αγαμέμνονα κάλυψαν 550 χιλιόμετρα και ακολούθησαν την εξής διαδρομή: Τροία – Ίδη – Έρμαιο Λήμνου – Αθως Αγίου Όρους – Μάκιστο Εύβοιας – Μεσσάπιο της Βοιωτίας – Κιθαιρώνας – Αιγίπλαγκτο – Αραχναίο – Παλάτι των Μυκηνών. ΧΟΡΟΣ: Και πότε κούρσεψαν την πόλη; ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Τη νύχτα, σου είπα, που το φως γέννησε τούτο.
Tromaktiko
Στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα
Τ Θεοδωρόπουλος
Τότε γιατί η ανάγνωση του Πλάτωνος μου είναι απαραίτητη; Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχω μνήμη αποστήθισης και δεν μπορώ να απαγγέλλω χωρία ολόκληρα, όπως ξέρω ότι έκανε ο μακαρίτης Δεσποτόπουλος στους συγκρατουμένους του στη Μακρόνησο. Ούτε να εντυπωσιάζω την ομήγυρη με κάποια φράση από την αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία, μιαν απ’ αυτές που αντάλλαξε ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν με τον καθηγητή του στον «Κονφορμίστα» του Μπερτολούτσι. Μήπως αισθάνομαι την ανάγκη να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω Πλάτωνα –και όχι μόνον Πλάτωνα εννοείται, απλώς είναι ο κορυφαίος– από κάποιου είδους πολιτισμική υποχρέωση; Μπορεί. Κάπου στο βάθος αυτό το αντανακλαστικό που μου το πέρασαν στα σχολικά θρανία, αλλά και αργότερα στο πανεπιστήμιο, είναι ακόμη ενεργό. Είναι ένα βαθύ αντανακλαστικό του πολιτισμού μας: το κλασικό οφείλεις να το εκτιμάς ακόμη κι αν σε καταπιέζει.Και η αρχαία γραμματεία με καταπίεσε αρκούντως στα σχολικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να έχω καλούς δασκάλους, όπως τον νυν εκδότη Στέφανο Πατάκη και τον μακαρίτη Κρίτωνα Πανηγύρη, όμως παρά τις προσπάθειές τους και την αγάπη που έδειχναν στο μάθημα, εμείς οι έφηβοι δεν μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως η αρχαιότητα ήταν μέρος του τρίπτυχου Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Την ζημιά που έκανε η δικτατορία στη σχέση μας με την αρχαιότητα την πληρώνουμε ακόμη και σήμερα.Την Ελλάδα έμαθα να την αγαπάω στο Παρίσι όπου, παρ’ ότι σπούδαζα σύγχρονη λογοτεχνία, οι αναφορές στη λατινική και στην ελληνική αρχαιότητα ήσαν συνεχείς. Ηταν παρούσα ακόμη και στη διανοούμενη πρωτοπορία της εποχής. Θυμάμαι τον Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ, αυτόν που επινόησε τον όρο «μετανεωτερικό» να λέει: «Προσπαθούμε να σκεφτούμε πέρα από τους Ελληνες, όμως πέρα από τους Ελληνες ενδέχεται να μην υπάρχει σκέψη». Είχε γράψει για τον Μαρξ και τον Φρόιντ και επί δύο χρόνια το σεμινάριό του στο πανεπιστήμιο ήταν αφιερωμένο στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη.Κλασικός, εκ του λατινικού classicus. Ο,τι ξεχωρίζει με την καθαρότητά του – μια σκέψη, ένα κείμενο, μια εικόνα. Classici ήσαν οι πολίτες της πρώτης κοινωνικής τάξης σε κάποιο από τα συντάγματα της Ρώμης. Classis λεγόταν και η παράταξη που σχηματιζόταν μετά το παράγγελμα στις λεγεώνες, η καλά οργανωμένη σύνταξη. Σε έναν κόσμο που δεν αποδέχεται ούτε τα πρότυπα, ούτε τις ιεραρχίες το κλασικό μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης. Παρωχημένο, ξεπερασμένο, αποδεχόμαστε μόνον την ύπαρξή του από ιστορική αδράνεια. Τον Παρθενώνα οφείλουμε να τον συντηρούμε. Γιατί; Γιατί είναι κλασικός. Και τι σημαίνει κλασικός; Σημαίνει, όπως λέει ο Ιταλο Καλβίνο στο «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς», ένα βιβλίο που όλοι θέλουν να έχουν στη βιβλιοθήκη τους αλλά κανείς δεν θέλει να διαβάσει.Κλασικό, ένα έργο που το προσδόκιμό του δεν ταυτίζεται με τα χρονικά όρια της εποχής του. Ανήκει όμως στους ανθρώπους. Είναι το μεγάλο σύνορο ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και στο ισλάμ. Η κατάργηση της έννοιας του κλασικού σημαίνει μία ακόμη ήττα του δυτικού πολιτισμού απέναντι στις θεοκρατίες που αναγνωρίζουν ως μόνον χρόνο της αιωνιότητας, τον χρόνο του θεού τους.Γιατί όμως στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα; Γιατί μου προσφέρει την καθαρότητα του βλέμματος που μου στερεί η θολούρα της ζωής μου. Ο Κρίτων που παροτρύνει τον Σωκράτη να μην πιει το κώνειο για να μην τον χάσει. Ενα γεροντάκι στα εβδομήντα του που φοβάται τη μοναξιά. Κι ο άλλος, φίλος μιας ολόκληρης ζωής, του απαντάει ότι αν δραπετεύσει θα γελάνε μαζί του, γιατί διέσυρε ό,τι τους έλεγε όσο ζούσε. Αξιοπρέπεια; Ισως και κάτι παραπάνω: η στιβαρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης σε λέξεις που αντέχουν σαν να τις χάραξαν στο μάρμαρο. Κάποιος μπήκε στον κόπο να τις γράψει λες και ήξερε πως θα τις διαβάζαμε εμείς απ’ την άλλη άκρη του χρόνου. Και πώς το αίσθημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν αναγνωρίζεις στις λέξεις αυτές τη δική σου γλώσσα; Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής για να συγκινηθείς από τον Σωκράτη του Φαίδωνα. Αρκεί να ακούσεις τη φωνή του και να αισθανθείς ότι η ανθρώπινη συνθήκη δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την απουσία προοπτικής του σήμερα.Επειδή σας έχω κουράσει επιχειρηματολογώντας υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, είπα σήμερα να γράψω κάτι πιο προσωπικό, για να δείξω πως αυτοί οι άνθρωποι που μας μιλούν από την άλλη άκρη του χρόνου δεν αξίζουν μόνον επειδή υπηρετούν μια πολιτισμική ευπρέπεια. Εχουν και ένα υπαρξιακό αντίκρισμα το οποίο, αν το χάσουμε, θα αφεθούμε στη συλλογική μας κατάθλιψη.

Πρόκειται για το περίφημο ασημένιο, πλουμιστό καριοφίλι του οπλαρχηγού Ιωάννη Ρούκη από την Αρτοτίνα Φωκίδας που απέκτησε πατριώτης συλλέκτης και εκτός από την προαναφερθείσα τιμή έχει ιδιαίτερη σημασία η ιστορία του: Μας την αφηγείται η Ελένη Μπίστικα στην «Καθημερινή», καθώς την ξέρει καλά, διότι, όπως γράφει η ίδια, «έπαιξε κι αυτή μεγάλο ρόλο στη ζήτηση για την απόκτησή του…».

Αλήθειες και μυθοι – Το άρθρο που γκρεμίζει τις προκαταλήψεις για τον Τσοβόλα
Η καταγωγήΝομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό που πάντα με βασάνιζε είναι σύνθετη και, πάντως, δεν είναι μόνο πολιτική. Ο Τσοβόλας, λοιπόν, δεν άρεσε στο κατεστημένο, γιατί η καταγωγή του ήταν λαϊκή και ξεχώριζε σαν ο καθημερινός άνθρωπος του δρόμου, ακόμη και από τους λουσάτους συντρόφους του που, όταν ανεδείχθησαν στην εξουσία, άλλαξαν ντύσιμο, τρόπους συμπεριφοράς, μετακόμισαν στα πολυτελή προάστια και κυκλοφορούσαν απρόσιτοι μέσα στα πολυτελή κυβερνητικά αμάξια, ακολουθούμενοι από φρουρούς και παρακοιμωμένους. Ο Τσοβόλας από πριν το ’81, που ήταν στέλεχος και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, επί 8 χρόνια που χρημάτισε υπουργός, εν συνεχεία αρχηγός του ΔΗΚΚΙ και τώρα μεγαλοδικηγόρος έμενε και μένει στο μικροαστικό διαμέρισμα της Αχαρνών 300. Ως υπουργός πήγαινε στην Καραγεώργη Σερβίας με το λεωφορείο, όπως και ο Κουλουριάνος και δεν είχε φρουρούς.Αποδεικτικό στοιχείο τρανό ότι η αντιπάθεια κάποιων προς τον Τσοβόλα είχε στοιχεία κοινωνικού ρατσισμού, ήταν το δημοσίευμα του «Βήματος» με το οποίο εσκιαγραφείτο η προσωπικότητα και η δραστηριότητα του Τσοβόλα και το οποίο είχε τον τίτλο «Ο Μήτσος της Ρήνης από τους Μελισσουργούς της Αρτας!» και υπότιτλο «Ο γιος του αγωγιάτη!». Το άρθρο καθρέφτιζε τη στάση της ελιτίστικης Αριστεράς απέναντι σε έναν πολιτικό που δεν είχε πίσω του σόι, δεν ήταν από τζάκι και δεν το έπαιζε προοδευτικός διανοούμενος.Ο λαόςΟ Δημήτρης Τσοβόλας ήταν όντως από τους Μελισσουργούς, από τα Τζουμέρκα και ο πατέρας του ήταν πράγματι αγωγιάτης και αγωνιστής του ΕΑΜ. Συνελήφθη ο πατέρας του από τους Γερμανούς και έμεινε έγκλειστος στο κολαστήριο του Νταχάου μέχρι το 1944 και επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον έστειλαν εξορία. Η κυρά Ρήνη, πάντως, που ζει ακόμη, δύο φορές που είχα πάει στο σπίτι της Αχαρνών με φίλεψε χορτόπιτες και κρεατόπιτες που θυμάμαι ακόμη τη νοστιμιά τους. Οσο, όμως, το κατεστημένο της εποχής μισούσε τον Τσοβόλα, άλλο τόσο και περισσότερο τον αγαπούσε ο απλός λαός και ιδιαίτερα τον λάτρευε ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ.Το κοινωνικά ρατσιστικό δημοσίευμα του «Βήματος», που ήταν και εφημερίδα του ΠΑΣΟΚ, προκάλεσε λαϊκή θύελλα και χρειάστηκε να παρέμβει ο ίδιος ο Τσοβόλας και ο κομματικός μηχανισμός, για να μην κάψουν τα φύλλα του στις πλατείες στα Γιάννενα, τη Λάρισα, την Αρτα κ.λπ. Μέχρι και λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έγιναν τότε, στις οποίες κυριαρχούσε το σύνθημα: «Τιμή και δόξα στον γιο του αγωγιάτη!». Πού οφειλόταν, άραγε, αυτή η αγάπη των ανώνυμων οπαδών του ΠΑΣΟΚ και έφτανε μέχρι του σημείου στις συγκεντρώσεις του κόμματος οι οπαδοί να υψώνουν πανό με φωτογραφίες του Ανδρέα, αλλά και του Δημήτρη; Νομίζω ότι οι μη προνομιούχοι έχουν πάντα ένα αλάνθαστο ένστικτο και είχαν αντιληφθεί ότι ο Τσοβόλας ήταν σεμνός, εργατικός και προπαντός έντιμος. Θα μου πείτε ότι χιλιάδες άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας έχουν τα ίδια προτερήματα και όμως δεν έχουν αξιωθεί κοινωνικής αναγνώρισης. Σύμφωνοι, αλλά ο λαός βαθμολογεί πρώτα τους άρχοντές του, αυτούς που τον κυβερνούν και δυστυχώς οι αρετές που έχουν οι απλοί άνθρωποι σπανίζουν ενίοτε στους υπουργούς, τουλάχιστον σε πάρα πολλούς!Η εντιμότητα του Τσοβόλα, η ακεραιότητά του στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και αναγνωρίστηκε και από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Οκτώ ολόκληρα χρόνια στο υπουργείο Οικονομικών και δεν βρέθηκε κάτι να καταμαρτυρήσουν σε βάρος του υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας που τον διαδέχθηκαν, πολλοί από τους οποίους μάλιστα τον μισούσαν για την επιθετικότητα που είχε δείξει και ο ίδιος εναντίον τους, όταν ήταν υπουργός. Είναι γνωστό ότι ιδιαίτερα προς τον πρόεδρο της Ν.Δ. Κώστα Μητσοτάκη η συμπεριφορά του ήταν μερικές φορές απρεπής, γιατί τον παρέσυρε προς την κατεύθυνση αυτή ο Μένιος Κουτσόγιωργας. Αλλά και οι σχέσεις του με την κομματική τρόικα (Γεννηματάς, Τσοχατζόπουλος, Λαλιώτης), δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, και πάντως όχι συντροφικές. Τον αντιπαθούσαν, γιατί ήταν δημοφιλής και τον φθονούσαν, γιατί μετά τον Ανδρέα εισέπραττε τα περισσότερα χειροκροτήματα από τον λαό στις συγκεντρώσεις. Γενικά, ο Τσοβόλας μπορεί να ήταν ένας «μπρούτος» πασόκος, αλλά δεν ήταν ποτέ άνθρωπος του κομματικού μηχανισμού και όταν τον έπαιρνε η νομενκλατούρα τηλέφωνο δεν έκανε τα χατίρια των κομματικών που ζητούσαν όλο και νέους διορισμούς. Γι’ αυτό και αυτοί μιλούσαν απαξιωτικά γι’ αυτόν κατηγορώντας τον σαν τον «τσιγκούνη Ηπειρώτη που έχει καβούρια στην τσέπη»!«Τσοβόλα δώσ’ τα όλα»Γνωρίζω ότι από το κατεστημένο που τον μισούσε το όνομα Τσοβόλας έχει γίνει συνώνυμο με τη σπάταλη οικονομική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ, που οδήγησε σε πολλαπλασιασμό του δημοσίου χρέους, καθώς πολλές κοινωνικές παροχές χρηματοδοτήθηκαν όντως με δανεικά. Ολοι θυμόμαστε ότι η περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου στην προεκλογική συγκέντρωση του Ιουνίου ’89 στο Περιστέρι «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα», έμεινε στο πολιτικό λεξιλόγιο από τότε μέχρι σήμερα σαν αποδεικτική ότι ο Τσοβόλας ως υπουργός Οικονομικών πήρε δήθεν εντολή από τον Παπανδρέου να μοιράσει χρήματα, για να κερδηθούν οι εκλογές! Και όμως, αυτό δεν είναι αλήθεια, και το γνωρίζω πολύ καλά, γιατί από το ρεπορτάζ που έκανα καθημερινά στο υπουργείο Οικονομικών δεν μου προέκυψε ποτέ στοιχείο ότι στην προεκλογική περίοδο του ’89 διετέθησαν χρήματα για παροχές. Αλλωστε, ο Ανδρέας με την ευφυΐα που τον διέκρινε και το αλάνθαστο πολιτικό του κριτήριο, μου είχε πει ένα πρωί που είχα ανέβει στο σπίτι της Πολιτείας που ζούσε με τη Δήμητρα: «Οι παροχές της τελευταίας στιγμής δεν έχουν νόημα, γιατί δεν πείθουν τους ψηφοφόρους». Εν πάση περιπτώσει ο Τσοβόλας έχει αθωωθεί για την κατηγορία αυτή από τον υπουργό της Ν.Δ. που τον διεδέχθη, τον κ. Γιάννη Παλαιοκρασσά, ο οποίος απαντώντας σε σχετική ερώτηση στη Βουλή διαβεβαίωσε ότι ο προϋπολογισμός του ’89, τον οποίο εκτέλεσε για το πρώτο εξάμηνο ο Τσοβόλας είχε αύξηση δαπανών 14% έναντι πρόβλεψης 18% και από το αποθεματικό δεν είχε δαπανηθεί ούτε μια δραχμή.ΕργοΟσον αφορά την περιώνυμη φράση του Ανδρέα, το περιεχόμενό της δεν ήταν οικονομικό. Είναι γνωστό ότι στις εκλογές του Ιουνίου ’89 το ΠΑΣΟΚ όδευε προς την αναμέτρηση μέσα σε ένα αποπνικτικό κλίμα σκανδαλολογίας και ηθικής παρακμής με αφορμή την υπόθεση Κοσκωτά. Στη συγκέντρωση στο Περιστέρι ο Τσοβόλας δεν ήταν παρών, γιατί ήταν στη Βουλή, υπερασπιζόμενος ένα φορολογικό πολυνομοσχέδιο. Ο Ανδρέας, μιλώντας σε ένα πλήθος που ανάμεσα στα άλλα φώναζε «Τσοβόλα – Τσοβόλα» είπε τη φράση αυτή, για να εξηγήσει, γιατί ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ αγαπούσε τον Τσοβόλα. Γιατί πράγματι είχε εδραιωθεί τότε στους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ και όχι αδικαιολόγητα ότι ο Τσοβόλας ως υπουργός υπερασπιζόταν τους χαμηλόμισθους και εφάρμοζε μια προοδευτική φορολογική πολιτική ελάφρυνσης των βαρών για τα χαμηλά εισοδήματα. Και εν πάση περιπτώσει είχε κάνει και έργο, εκσυγχρονιστικό και αναπτυξιακό στο υπουργείο Οικονομικών όλα αυτά τα χρόνια. Θυμίζω:1. Την εφαρμογή του συστήματος της φορολογίας με βάση τις αντικειμενικές αξίες στη μεταβίβαση ακινήτων, που είχαν προετοιμάσει οι κ.κ. Δρεττάκης και Κουλουριάνος. Τα παζάρια φορολογουμένων και εφοριακών κόπηκαν με το μαχαίρι και η αγορά ακινήτων εξυγιάνθηκε και αναπτύχθηκε, καθώς ο Τσοβόλας όρισε τις πρώτες αντικειμενικές στο 50% των αγοραίων τιμών.2. Εισήγαγε τον ΦΠΑ, καταργώντας δεκάδες έμμεσους φόρους (ΦΚΕ, χαρτόσημο κ.λπ.), καθιστώντας την έμμεση φορολογία προοδευτική, αφού όρισε συντελεστή 6% για τα είδη λαϊκής κατανάλωσης, 16% για τις υπηρεσίες και 36% για τα είδη πολυτελείας.3. Θεσμοθέτησε τον μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους στους μικρομεσαίους.4. Θεσμοθέτησε την υποχρέωση των εφοριών να αποδέχονται ως ειλικρινή τα βιβλία όλων των επιχειρήσεων, εφόσον δεν υπήρχαν οριστικές και δικαστικά βεβαιωμένες παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.5. Εδωσε την επιδότηση ενοικίων κ.λπ.Βέβαια, ο κ. Τσοβόλας εφάρμοσε την οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, που με τις ακαμψίες της, τις τριτοκοσμικές της περιπλανήσεις και τις σπατάλες καθήλωσε την ελληνική οικονομία στη δεκαετία του ’80. Ο Τσοβόλας με την κομματική αφοσίωση στις σοσιαλιστικές αρχές του ΠΑΣΟΚ τρόμαξε όντως την ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν βοήθησε στα ανοίγματα που επιχείρησαν τη δεύτερη τετραετία οι κ.κ. Κ. Σημίτης και Τάκης Ρουμελιώτης.Ομως, αυτά τα λάθη του δεν αρκούν, για να εξηγήσουν την κατασυκοφάντηση που υπέστη από το κατεστημένο. Εφταιγε όμως γι’ αυτό και ο κλειστός χαρακτήρας του και η προκλητική του αδιαφορία να κάνει δημόσιες σχέσεις. Θυμάμαι εντυπωσιασμένος ότι στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά (όπου τον εγκατέλειψαν όλοι οι σύντροφοί του και δικάσθηκε αναιτίως), όταν προσήλθαν να καταθέσουν οι τρεις μεγαλοεκδότες και κατήγοροι του Ανδρέα, οι Λαμπράκης, Μπόμπολας και Τεγόπουλος, τους σύστησε στον Τσοβόλα ο διεθυντής του «Βήματος» κ. Στ. Ψυχάρης. Ο Τσοβόλας τους έβλεπε και τους τρεις για πρώτη φορά! Γνωρίζετε κανέναν υπουργό που να έμεινε μια οκταετία και να μην επεδίωξε να γνωρισθεί και να καλλιεργήσει καλές σχέσεις με τους μεγαλοεκδότες; Αν γνωρίζετε από παλαιά ή και τώρα πείτε τον μου, να τον μάθω και εγώ! Γιατί εγώ γνωρίζω υπουργούς που κυριολεκτικά κολακεύουν, αν δεν γλείφουν τους συγκεκριμένους εκδότες!
Ενας σεφ στο Τζάνειο με… όρεξη για προσφορά
Πριν από λίγο καιρό, ο Ιάκωβος Απέργης, ο αρχιμάγειρας του Τζανείου, έφτασε στο νοσοκομείο κουβαλώντας δύο μεγάλα ταψιά. Ηταν η πίτσα που είχε φτιάξει το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι. Την πήγαινε στα παιδάκια της παιδοψυχιατρικής κλινικής.«Αυτά τα παιδιά μπορούν να φάνε περίπου τα πάντα. Γιατί να μη φάνε κάτι που τους αρέσει πραγματικά;», λέει. Εφτιαξε την πίτσα στο σπίτι γιατί η κουζίνα του νοσοκομείου δεν διαθέτει μπέικον. Η προμήθεια των πρώτων υλών, όπως σε κάθε δημόσια δομή, γίνεται κατόπιν διαγωνισμών και συμβάσεων με εταιρείες, δεν είναι ακριβώς ευέλικτη διαδικασία. Το μπάτζετ είναι ορισμένο και αυστηρό. «Εάν ζητήσω μπέικον, μπορεί να χάσω κάτι πιο ουσιαστικό και δε λέει. Εντάξει, οκτώ παιδάκια είναι μόνο σε αυτή τη μονάδα, δεν είναι και τίποτα να τους φτιάξω μια φορά μια πίτσα να ευχαριστηθούν».Τέτοια… περίεργα, με την καλή έννοια, συμβαίνουν στο Τζάνειο νοσοκομείο του Πειραιά από τότε που ανέλαβε ο Ιάκωβος, που έχει βαλθεί να καταργήσει τον όρο «νοσοκομειακό φαγητό». «Δεν υπάρχει η έννοια “νοσοκομειακό φαγητό”, ήταν απλά το φαγητό που βόλευε όλους. Είναι πιο εύκολο να βγάλεις ανάλατο φαγητό για όλους, μόνο που δεν χρειάζεται όλοι οι ασθενείς να τρώνε ανάλατα!». Τα τελευταία χρόνια, από την κουζίνα του Τζανείου βγαίνουν τουλάχιστον δύο διαφορετικά πιάτα κάθε μέρα. «Ποτέ δεν φτιάχνουμε ένα φαΐ για όλους, εκτός κι αν είναι κάτι που ξέρουμε ότι αρέσει σε όλους. Αλλά δεν θα προσφέρουμε σπανακόρυζο ή ψάρι στα παιδάκια που πολύ συχνά δεν το τρώνε».
Τα μπιφτέκια από ψάρι είναι μια από τις νοστιμιές του Ιάκωβου Απέργη για τα πιτσιρίκια (και όχι μόνο) που νοσηλεύονται στο Τζάνειο (πηγή φωτογραφίας protagon)
Χιτ το μπιφτέκι ψαριού






