Γιώργος Παπαστεφάνου: «Λυπάμαι βαθύτατα τους ανθρώπους που είναι άφιλοι»

Μία από τις πλέον οικείες φωνές της ραδιοτηλεοπτικής μας μυθολογίας πραγματοποιεί εφέτος ένα ορμητικό comeback, μέσα από το Facebook. Πάντα εκλεκτικός και εχθρός του λαϊκισμού, διεκδικεί εκ νέου το κοινό του
Γιώργος Παπαστεφάνου: «Λυπάμαι βαθύτατα τους ανθρώπους που είναι άφιλοι»
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος/FOSPHOTOS
Κοινή χρήση88

εκτύπωση  
 

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη τούς συνδέει στενή φιλία από το 1980.
Ο Μάνος Χατζιδάκις με τον «χατζιδακιόπληκτο» (όπως αποκαλεί εαυτόν) Γιώργο Παπαστεφάνου (1990).
Με την «εθνική» και απρόσμενα μελαχρινή Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη στη «Μουσική βραδιά» (1976).
Με τον «υψιπετή» ενδυματολογικά Γιώργο Νταλάρα (1977).
Με την «υπέροχη τραγουδίστρια και γυναίκα» Βίκυ Μοσχολιού (1976).
Το συνταίριασμα «παράταιρων» καλλιτεχνών ήταν το ζητούμενο στις μουσικές εκπομπές του. Στη φωτογραφία, η Μαρινέλλα και η Σωτηρία Μπέλλου, εν έτει 1976 (παρακολουθεί η σκηνοθέτις Δάφνη Τζαφέρη).

 

8  φωτογραφίες

 

Ο 74χρονος Γιώργος Παπαστεφάνου έχει συμφιλιωθεί πλήρως με το ότι κάποιοι θα τον συγχέουν στο διηνεκές με τον συνάδελφο Αλέξη Κωστάλα. «Μια δημοσιογράφος είχε έρθει κάποτε να μου πάρει συνέντευξη βέβαιη ότι είμαι ο Αλέξης. Το συνήθισα. Πρόσφατα, βέβαια, ένας φίλος μού είπε ότι είμαι ίδιος με τον 84χρονο Ρούπερτ Μέρντοκ!». Μία από τις πλέον οικείες φωνές της ραδιοτηλεοπτικής μας μυθολογίας πραγματοποιεί εφέτος ένα ορμητικό comeback, μεταγγίζοντας στο Διαδίκτυο το πολύτιμο αρχείο του από την παλιά ΕΡΤ (που είχε, βεβαίως, σε πείσμα του κρατικού μπάχαλου, την προνοητικότητα να κρατήσει). Σπάνιες εμφανίσεις, συνεντεύξεις και αναμεταδόσεις συναυλιών ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών (από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Δαλιδά, μέχρι τον Μανώλη Χιώτη και την Αρλέτα), ένας μουσικός θησαυρός με 90 τηλεοπτικές εκπομπές και 1.000 αποσπάσματα και τραγούδια, διοχετεύεται γενναιόδωρα στο ΥοuTube και στο Facebook (στα προφίλ «Γιώργος Παπαστεφάνου» και «Μια φορά θυμάμαι»), βρίσκοντας μια απρόσμενη απήχηση.
Επειτα από μισό αιώνα τηλεόραση και ραδιόφωνο, ο «παλαιάς κοπής» Γιώργος Παπαστεφάνου με τα θεόρατα γαλανά μάτια που έχουν εθιστεί να βλέπουν τέχνη, πάντα μειλίχιος, εμβριθής, ελιτιστής αλλά και ανοιχτός στο καινούργιο, γίνεται ένας απρόσμενος ψηφιακός influencer. Στη συνάντησή του με το ΒΗΜΑgazino μίλησε για την Ελλάδα τού τότε και τού τώρα, τον Μάνο Χατζιδάκι, την ΕΡΤ, τον έρωτα, την περιπέτεια της υγείας του και τη σημασία τού να είσαι σοβαρός. 
Τι σας ώθησε να φορτώσετε το τηλεοπτικό αρχείο σας στο Διαδίκτυο; «Σταμάτησα την τηλεόραση το 2002, το ραδιόφωνο το 2011. Πίστευα ότι είχε έρθει η ώρα να ηρεμήσω, να κάνω τα ωραία μου ταξίδια. Δεν φανταζόμουν ποτέ πως σε αυτή την ηλικία θα συνέχιζα να ασχολούμαι με την προς τα έξω επικοινωνία. Η ιστορία ξεκίνησε από τον Κώστα Αυγέρη, τον σκηνοθέτη μου στην εκπομπή “Οι παλιοί μας φίλοι”. Αυτός μου έβαλε την ιδέα, μια δουλειά 50 ετών που κυκλοφορούσε δεξιά και αριστερά χωρίς όνομα να τη βάλω σε μια τάξη. Ουσιαστικά, χάρη στο Facebook κάνω ξανά εκπομπές, απλώς με ένα άλλο μέσο». 
Δεν φοβηθήκατε μήπως όλο αυτό το πολύτιμο ραδιοτηλεοπτικό υλικό φθαρεί μέσα στην πολλή συνάφεια του Διαδικτύου; «Οχι. Το χρυσό πάντα λάμπει δίπλα στο τσίγκινο. Προσπαθώ, βέβαια, και στο Διαδίκτυο να κρατηθώ σε ένα κόσμιο επίπεδο. Δεν συμφωνώ με ανθρώπους που ποζάρουν και ως μορφωμένοι και “κατεβάζουν” τα σχόλιά τους σε επίπεδο πεζοδρομίου».
Σε ποιον απευθύνεστε; «Εγώ και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο είχα πάντα απέναντί μου έναν ακροατή ή θεατή σαν και εμένα. Με τις ίδιες ευαισθησίες, με την ίδια διάθεση να μάθει, με τους ίδιους ανοιχτούς ορίζοντες. Εγώ υπήρξα πολύ καλός ακροατής και θεατής, δεν έμπαινα π.χ. ποτέ τυχαία σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Πάντα ήξερα τι πάω να δω. Σε αυτόν τον θεατή/ακροατή απευθυνόμουν πάντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και οι άλλοι θεατές ή σήμερα οι άλλοι χρήστες του Facebook που θα πουν: “Tι θέλει πάλι αυτός;”. Ασφαλώς υπάρχουν. Αλλά δεν με αφορούν. Είναι κάτι που έχουμε δει σε αμέτρητες καλλιτεχνικές καριέρες: o καθένας επιλέγει το κοινό του. Αλλη αποδοχή έχει, για παράδειγμα, ένα τηλεοπτικό ίνδαλμα και άλλη κάποιος που απευθύνεται στους λιγότερους, που όμως ο έπαινός τους, η αισθητική τους μετράει περισσότερο».
Παραμένετε ελιτιστής… «Απολύτως. Το ίδιο προσεκτικός ήμουν και στις σχέσεις μου, δηλαδή δεν σπατάλησα τη ζωή μου σε πρόσωπα που δεν άξιζαν τον κόπο. Σας είπα, είμαστε πομποί και δέκτες. Αν είσαι καλός πομπός και ο δέκτης σου θα είναι ανάλογος. Σιχαίνομαι τον λαϊκισμό. Δεν ήθελα ποτέ να κατέβω εγώ, ήθελα να ανεβαίνουν οι άλλοι τα σκαλιά. Δεν είναι ελιτίστικη άποψη αυτό, είναι η αισιοδοξία μου. Πιστεύω πως οι άνθρωποι ανάλογα με τη θέληση και τον βαθμό ευαισθησίας τους μπορούν να κάνουν ένα άνοιγμα προς τα πάνω. Αυτό άλλωστε έκανα και εγώ από τα 12 μου χρόνια. Δεν αναλώθηκα. Θα μπορούσα, π.χ., έχοντας εξασφαλίσει τη σιγουριά της μονιμότητας στην ΕΡΤ, να αρκούμαι σε αυτό που αρκείται ένας απλός υπάλληλος μιας υπηρεσίας. Δεν μου έφτανε όμως».
Σας έχουν ταξινομήσει στα υγιή κύτταρα της ΕΡΤ… «Υπήρχαν και άλλα πολλά υγιή κύτταρα. Οταν μπήκα 18 χρόνων στην ΕΡΤ, μπήκα ουσιαστικά στην καρδιά του τόπου αυτού. Είδα, λοιπόν, τα πράγματα από μέσα και συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν δύο τρόποι επιβίωσης. Ο ένας είναι να χαλάσεις και να γίνεις και εσύ σαν τους άλλους, και ο δεύτερος είναι να είσαι διαφορετικός, αυτό που τελικά επέλεξα. Το ότι “επέζησα” το χρωστούσα, μεταξύ άλλων, στο ότι αντιλήφθηκα από νωρίς πως ό,τι ταλέντο κουβαλάει ο καθένας είναι δικό του, δεν μπορεί κανείς να του το πάρει. Μέσα στην ΕΡΤ πέρασα από πολλά κύματα. Τις πολλές δύσκολες εποχές τις διαδέχονταν εκείνες που με έβγαζαν από τη ναφθαλίνη και μου έδιναν ώθηση να κάνω το επόμενο βήμα. Στην τηλεόραση, βέβαια, πρέπει να γνωρίζεις και πότε να αποχωρείς. Εγώ σταμάτησα έγκαιρα, όταν κατάλαβα πως το τοπίο είχε αλλάξει. Το να ξέρεις να αποσύρεσαι είναι μεγάλη ιστορία. Πολλοί καλλιτέχνες δεν το κατανοούν αυτό. Η Νάνα Μούσχουρη, για παράδειγμα, είναι μια τεράστια τραγουδίστρια, αλλά θα μπορούσε να έχει σταματήσει εδώ και δέκα, είκοσι χρόνια». 
Ησασταν εκεί και την 11η Ιουνίου 2013; «Ναι. Κάναμε με τον Γιώργο Τσάμπρα μια ραδιοφωνική εκπομπή για τη Βίκυ Μοσχολιού. Και όταν βγήκαμε πανευτυχείς από το στούντιο, γινόταν χαμός, κόσμος πήγαινε πάνω-κάτω… Ρώτησα, έτσι γι’ αστείο: “Τι έγινε, ρε παιδιά, επανάσταση;”. Οταν μου είπαν “Εκλεισε η ΕΡΤ”, είπα: “Αποκλείεται. Δεν κλείνει ένας θεσμός”. Ούτε το BBC θα έκλεινε ποτέ, ούτε ένα πανεπιστήμιο, ούτε ένα εθνικό θέατρο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι μία από τις πιο βλακώδεις πολιτικές κινήσεις που έχουν γίνει σε αυτόν τον τόπο, και έχουν γίνει πολλές. Και ξέρετε κάτι; Δεν ήταν πως δεν θα ξανάνοιγε η ΕΡΤ, ξανάνοιξε. Αλλά είναι ότι σπάει η συνέχεια, σαν ένα πολύτιμο βάζο που όταν θρυμματιστεί και το ξανακολλήσεις δεν είναι πια το ίδιο. Αυτό που δεν μπορούσαν πολλοί να καταλάβουν είναι ότι επρόκειτο για μια σκυτάλη που θέλοντας και μη στο πέρασμα του χρόνου ο ένας την παρέδιδε στον επόμενο. Γι’ αυτό στις καλές εποχές την ποιότητα της ΕΡΤ η έξω αγορά δεν μπορούσε όχι να την αγγίξει, ούτε καν να τη διανοηθεί. Από την άλλη πλευρά, η ΕΡΤ δεν έμαθε ποτέ να κινείται, όχι απλά με τον εμπορικό αλλά με τον “έξω από τα τείχη” τρόπο». 
Εσείς δεν υποπέσατε ποτέ στον πειρασμό του εύκολου και του εμπορικού; «Ναι, αλλά το απέρριψα πολύ γρήγορα. Οταν δοκίμαζα να κάνω κάτι πιο εύκολο, έπειτα από λίγο καιρό αισθανόμουν τόσο αμήχανα που ντρεπόμουν να κοιτάξω τον καθρέφτη. Ετσι εγκατέλειπα. Η αναγνωρισιμότητα από την αρχή δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα. Κυρίως γιατί διαπίστωνα ότι ίσχυε το ίδιο για όποιον τύχαινε να βγει στην τηλεόραση. Εγώ ήθελα να ξέρω τι κάνω, γιατί το κάνω. Δεν με ενδιέφερε η λαϊκίστικη καριέρα. Η Ελένη Μαβίλη μού έλεγε: “Δεν θα γίνεις ποτέ πανελλήνιος σταρ γιατί δεν θέλεις να έχεις μια μόνιμη εκπομπή σε σταθερή ώρα και μέρα”. Είναι και μέρος της ανατροφής μου. Στην οικογένειά μου δεν άρεσε ποτέ το “κραυγαλέο”. Μια φράση που θυμάμαι πάντα από το στόμα της μητέρας μου είναι: “Αυτό δεν είναι κομψό”. Αναφερόταν στην αγωγή, την παιδεία. Ε, λοιπόν, το “κραυγαλέο” για εμένα δεν είναι “κομψό”. Πρέπει να έχεις το μέτρο του γελοίου για τον εαυτό σου. Αν όντως κάνεις κάτι πραγματικά καλό, ναι, καμαρώνεις. Κρυφά όμως». 
Ο διαρκής συγχρωτισμός σας με διάσημους καλλιτέχνες σάς έσπρωξε, έστω προς στιγμήν, να πείτε «είμαι ένας από αυτούς»; «Οχι. Οταν έχεις από το σπίτι σου αλλά και από το DNA σου συγκροτημένη σκέψη δεν κινδυνεύεις. Τα είχα φιλτράρει από νωρίς. Διαφορετικά θα έπρεπε να έχουν πάρει τα μυαλά μου αέρα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο ραδιόφωνο. Η δασκάλα μου, η σπουδαία Φραγκίσκη Καρόρη, με κυκλοφορούσε μέσα στη ραδιοφωνία και σε όποιον επώνυμο συναντούσε μπροστά της, είτε λεγόταν Καμπανέλλης είτε λεγόταν Χατζιδάκις, του έλεγε για μένα: “Τον βλέπεις αυτόν; Αυτός είναι το ‘φαινόμενο'”. Οι καλλιτέχνες που έρχονταν αργότερα στις εκπομπές μου με εμπιστεύονταν. Αυτό ήταν το βραβείο μου που ήμουν σοβαρός». 
Το ξεκίνημά σας συνέπεσε με μια σχεδόν μαγική εποχή για τον πολιτισμό. Πώς βιώνετε, αλήθεια, σήμερα την παντελή απαξίωσή του; «Δεν πιστεύω ότι έχει απαξιωθεί. Δεν είμαι 20 χρόνων να μπω στο πνεύμα των σημερινών παιδιών. Μπορεί να δημιουργούν κάτι υπέροχο, απλά εγώ να μην το ξέρω. Δεν περιφρονώ το σήμερα, πάντα συμβαίνουν πράγματα στον πολιτισμό. Αν έχει κάτι χαθεί, είναι η πνευματικότητα που υπήρχε στην εποχή μου… Αλλά ακόμη τώρα κυκλοφορούν παιδιά που έχουν την ευαισθησία… Δεν υπάρχει περίπτωση αυτό να εξαφανιστεί. Οπως πάντα θα υπάρχουν και οι “άλλοι” που δεν καταλαβαίνουν, οι “αδιάβροχοι” που έλεγε η Μαριανίνα Κριεζή. Η τέχνη πάντα θα έχει τις εκρήξεις της, τους ταλαντούχους δημιουργούς της. Η απαισιοδοξία μου έχει να κάνει με την καθημερινότητά μας, με την ποιότητα της ζωής μας. Αυτή κινδυνεύει».

Υπάρχει κάποιο αντίδοτο σε αυτή την απουσία πνευματικότητας; 
«Μόνο η παιδεία. Από αυτή την άποψη το ραδιόφωνο και η τηλεόραση έκαναν τεράστιο κακό, δημιούργησαν τον “ελληνάρα” και την “κοπελιά” που κατέστρεψαν την αισθητική του Ελληνα. Ξέρετε, σε άλλες εποχές αναλφάβητοι άνθρωποι είχαν μια αρχοντιά η οποία έχει χαθεί τώρα ακόμη και από εκείνους που έχουν βγάλει πανεπιστήμια. Εχω συναναστραφεί λαϊκούς ανθρώπους. Το ότι είχα μια αστική ανατροφή δεν σημαίνει ότι ζούσα έγκλειστος σε έναν πύργο. Είχα ανοιχτές τις κεραίες μου και νταραβερίστηκα με πολύ κόσμο μορφωμένο, λαϊκό, αριστοκρατικό… Σκέφτομαι τώρα τέσσερις λέξεις που υπήρχαν στη ζωή των Ελλήνων, πέρα από κοινωνικές τάξεις: αρχοντιά, λεβεντιά, φιλότιμο, μπέσα. Και οι τέσσερις αυτές έννοιες έχουν συρρικνωθεί, αν δεν έχουν εντελώς εξαφανιστεί».
Μιλήστε μου για έναν καλλιτέχνη που σας καθόρισε. «Ο Χατζιδάκις ήταν ένα από τα πρότυπά μου. Τον ανακάλυψα 12 χρόνων τυχαία στο ραδιόφωνο όταν άκουσα τις “Εξι λαϊκές ζωγραφιές”. Ο ήχος του με μάγεψε, ήταν ένας έρωτας. Τον πλησίασα αρχικά ως ακροατής. Μετά, όταν μπήκα στο ραδιόφωνο, τον γνώρισα και μέσα από τη δουλειά. Ο Μάνος δεν ήταν απλά ένας διανοούμενος – οι διανοούμενοι ζούνε κλεισμένοι στο καβούκι τους -, ήταν ένας σοφός. Αν έβλεπε σήμερα την Ελλάδα της κρίσης, θα… έψελνε. Θα ήταν ένας ζωντανός οργανισμός. Θα επιβίωνε, όμως, γιατί ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Παίζει μεγάλο ρόλο αυτό. Δεν ήταν φοβισμένο άτομο ο Μάνος, ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν». 
Η πρόσφατη περιπέτεια της υγείας σας σε τι σας άλλαξε; «Με προσγείωσε. Στην αρχή, όταν σου λένε “έχεις καρκίνο στον λάρυγγα” σταματάει ο κόσμος. Στη συνέχεια λες: “Tώρα τι κάνω;”. Εγώ δεν είπα ποτέ αυτό που είχαν πει η Τζένη Καρέζη ή η Ντάστι Σπρίνγκφιλντ: “Γιατί σ’ εμένα;”. Ελεγα πάντα: “Γιατί όχι σ’ εμένα;”. Οι φθορές είναι αναπόφευκτες από τη στιγμή που γεννιέσαι. Το θέμα είναι να καταλάβεις εγκαίρως ότι βρίσκεσαι στη ζωή από ένα παιχνίδι της τύχης και να μπορείς να βουτήξεις, να ζήσεις, να μη χάσεις τον καιρό σου… Είμαι συμφιλιωμένος… Η ζωή δεν μπορεί να σ’ τα δίνει όλα, πρέπει να σου πάρει κάτι. Η δική μου μού έδωσε τόσο πολλά, να μη μου πάρει πίσω εκατό; Είναι μέρος της φιλοσοφίας μου αυτό που έκανε ο Ζακ Μπρελ όταν αρρώστησε. Ξυπνούσε το πρωί, έβαζε τις παντόφλες του και έλεγε: “Ακόμη μια μέρα που ζω”. Αυτό δεν το λέω τώρα που είμαι μεγάλος, το έλεγα πάντα». 
Ηταν, όμως, ειρωνεία της τύχης… «Για τη φωνή λέτε; Κοιτάξτε, ούτως ή άλλως άργησα να συμφιλιωθώ μαζί της, διέφερε από άλλες φωνές της εποχής, τις βροντώδεις και αρσενικές. Αλλά δεν της φέρθηκα και καλά. Κάπνιζα τέσσερα πακέτα την ημέρα. Πιστέψτε με, δεν έχω καμία σχέση με αυτή την εικόνα του ατσαλάκωτου που βγαίνει προς τα έξω. Ημουν μέσα σε όλα. Η διαφορά είναι ότι ήξερα πάντα πού είμαι. Δεν άντεχα ποτέ την ισοπέδωση. Μαζί με την παρέα μου τη μία μέρα ήμασταν στο Ηρώδειο και βλέπαμε τραγωδία, μπαλέτο, όπερα, και την άλλη ξεφαντώναμε στην Ανθούλα Αλιφραγκή. Ξέραμε πάντα πού βρισκόμαστε». 
Εχετε δηλώσει στο παρελθόν ότι ψηφίζατε πάντα τους φίλους και όχι τον έρωτα… «Λυπάμαι βαθύτατα τους ανθρώπους που είναι άφιλοι». 
Ο έρωτας δεν είναι σημαντικός; «Δεν είναι ωραίο ένα γλυκό, δεν είναι ωραίο ένα παγωτό; Μεγαλώνοντας, όμως, ανακαλύπτεις αυτό που έλεγε η Εντίθ Πιαφ: “Oταν ερωτεύομαι, τα μάτια του αγαπημένου μου είναι γαλάζια. Οταν ανακαλύψω το αληθινό χρώμα των ματιών του, ξέρω πως δεν είμαι πια ερωτευμένη”. Ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι. Η φιλία είναι κάτι σταθερό. Ημουν πάντα περιτριγυρισμένος από φίλους. Δεν αισθάνθηκα ποτέ μοναξιά».
Στο Facebook συνεχίζετε να έχετε έναν ρόλο μουσικού δασκάλου… «Απαντώ ευχαρίστως στα νέα παιδιά όταν με ρωτούν πράγματα, αν και η θέση του δασκάλου με ενοχλεί λίγο. Εγώ δεν έπαψα ποτέ να διδάσκομαι. Οταν είδα 15 χρόνων τον πρώτο “Αμλετ” της ζωής μου, σταμάτησα τον Μινωτή στον δρόμο για να του πω πόσο με είχε συγκινήσει. Η παράσταση δεν ήταν από τις καλύτερες – από ό,τι λέγανε τουλάχιστον τότε – αλλά εμένα με είχε αγγίξει πολύ. Με κοίταξε αφ’ υψηλού και μου είπε: “Και πού το κατάλαβες εσύ;”. Δεν το πήρα σαν προσβολή, αλλά σαν μάθημα. Είπα: “Για να το λέει ο Μινωτής, έχω να μάθω πάρα πολλά”. Το ότι σήμερα υπάρχουν γέροι ανταγωνιστικοί με τα νιάτα, σαφέστατα υπάρχουν. Αν δεν χάσω το μυαλό μου, δεν θα γίνω ποτέ ένας από αυτούς».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Πόσο πιθανό είναι η δουλειά μου να αυτοματοποιηθεί στο μέλλον;Σχεδόν οι μισές από τις θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ θα μπορούσαν εν ευθέτω χρόνω να γίνονται από ρομπότ ή υπολογιστή, σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Ωστόσο, ορισμένες θέσεις εργασίας έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να αυτοματοποιηθούν από άλλες.Οι λογιστές, οι οδηγοί ταξί και οι πωλητές telemarketing είναι πιθανόν να ζήσουν κατά την επόμενη δεκαετία -ή τις επόμενες δύο δεκαετίες- την αντικατάσταση τους, ενώ οι θέσεις εργασίας που απαιτούν δημιουργικότητα, χειρωνακτική επιδεξιότητα, συμπόνια και ενσυναίσθηση θα μπορούσαν να συνεχιστούν για πολύ περισσότερο.Όπως είναι αυτονόητο, η αγορά εργασίας θα προσαρμοστεί αναγκαστικά  στις πιέσεις που επιβάλλονται από την αυτοματοποίηση.

Πόσο θα αυξηθεί ο παγκόσμιος πληθυσμός;Σύμφωνα με το πιθανότερο σενάριο του ΟΗΕ ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φτάσει τα 11,2 δισ μέχρι το 2100. Αλλά αυτό είναι περισσότερο μια προβολή, παρά βεβαιότητα.Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα ο παγκόσμιος πληθυσμός να εκτιναχθεί στα 16,6 δισεκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα. Ή, εντελώς αντίθετα, μπορεί να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα -περίπου 7,3 δισ (σήμερα ο παγκόσμιος πληθυσμός είναι 7,5 δισ άνθρωποι).Πάντως, σε όλα τα σενάρια του ΟΗΕ, ο πληθυσμός συνεχίζει να έχει αυξητική τάση τουλάχιστον μέχρι το 2050.

Λιδωρίκι 

Λιδ

Την Κυριακή πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα της εκπομπής του Χρήστου Μυλωνά που προβάλετε από το κανάλι της βουλής » Απο τόπο σε τόπο». Πάρα πολύς κόσμος γέμισαν την πλατεία του Λιδωρικίου για να συμμετέχει και να διασκεδάσει κάτω από παραδοσιακούς ρυθμούς. Στην ορχήστρα συμμετείχαν ο Παναγιώτης Κοτρώτσος και Άγγελος Σταθόπουλος από την Ναυπακτία

Sol Gordon – Ο πιο σημαντικός κανόνας

Ο πιο σημαντικός κανόνας είναι ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ μη διακόψεις την επικοινωνία με τα παιδιά σου ότι κι αν κάνουν 

Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείς να εκφράζεις το πώς νιώθεις για μια συγκεκριμένη κατάσταση. Και πρέπει να προσπαθείς να μη δίνεις στο παιδί σου την αίσθηση ότι έχεις μια τυποποιημένη απάντηση για κάθε κρίσιμη κατάσταση.
Ζήτησα από τους μαθητές μου στο κολέγιο να θυμηθούν μια και μοναδική πρόταση την οποία να χαρακτήριζαν, περισσότερο από καθετί άλλο, ως ακατάλληλη γονική ανταπόκριση σε σοβαρά προβλήματα που είχαν αντιμετωπίσει κατά καιρούς. Ένα εκπληκτικά μεγάλο ποσοστό μαθητών, ακόμα και από κείνους που ισχυρίζονταν ότι τα πήγαιναν λογικά καλά με τους γονείς τους, θυμήθηκαν προτάσεις όπως:
Οι μητέρες
Η ζωή είναι πάντοτε σκληρή.
Υπάρχουν και χειρότερα.
Πού έσφαλα;
Ρώτησε τον πατέρα σου              
Κλείσε αυτό το «καβουρντιστήρι»
******
Οι πατέρες
Η ζωή δεν είναι δίκαιη.
Μετριοπάθεια, παν μέτρον άριστον.
Επειδή φωνάζεις.
Ρώτησε τη μητέρα σου.
Η ζωή είναι πολύ σύντομη, δεν αξίζει να είναι κανείς δυστυχισμένος.
Αν θέλεις να έχεις μια σοβαρή συζήτηση με το παιδί σου, καλύτερα να μην την ξεκινήσεις με τις παρακάτω εκφράσεις (που εγγυώνται ότι απογοητεύουν τους ανθρώπους):
  • Όταν ήμουν στην ηλικία σου…
  • Είναι καιρός να πάρεις καλούς βαθμούς, αλλιώς δε θα βγεις από το δωμάτιό σου.
  • Αυτό δεν είναι δική σου ιδέα, έτσι δεν είναι;
  • Τι χαμόγελο είναι αυτό;
  • Μετά από όλα όσα κάναμε για σένα.
  • Τι θα πουν οι γείτονες;
  • Μου λες αλήθεια;
  • Φρόντισε να ενεργείς σύμφωνα με την ηλικία σου, είσαι αρκετά μεγάλος πια.
  • Καλύτερα να μη μάθω.
  • Ρίξε λίγο τον εγωισμό σου.
Και καλύτερα —σαν απάντηση κάποιας έγνοιας ενός εφήβου— να μην του πεις ότι δεν πρέπει να ανησυχεί. Πότε ήταν η τελευταία φορά κατά την οποία κάποιος σου είπε να μην ανησυχείς και σταμάτησες να ανησυχείς;
Ίσως έχεις ένα παιδί που είναι έφηβος και που κάνει πολλά σφάλματα – δεν τακτοποιεί το δωμάτιό του, δε διαβάζει με σοβαρότητα για το σχολείο του ή παρακολουθεί πολλή ώρα τηλεόραση.
Προσπάθησε να αντιμετωπίζεις ένα σφάλμα κάθε φορά. Συγκεντρώσου σε ένα ή το πολύ δύο θέματα και αγνόησε προσωρινά όλα τα άλλα. Αυτή η τακτική στέφεται συνήθως με επιτυχία αν ταυτόχρονα προσπαθείς να βελτιώσεις την ποιότητα της σχέσης με το να παίρνεις μέρος, μαζί με το παιδί σου, σε διάφορες δραστηριότητες που δίνουν εμπειρίες.
Με το να λες στο παιδί σου όλα τα «μην» —μην καπνίζεις, μην πίνεις, μην παίρνεις ναρκωτικά, μην έχεις σεξουαλικές σχέσεις ή μην αργείς να γυρίσεις σπίτι τα βράδια— δε βοηθά και πολύ. Μόνο αν είμαστε ικανοί να τους βοηθήσουμε να ανακαλύψουν πώς να νιώθουν καλά γι ’ αυτό που είναι, θα έχουν αποτέλεσμα.
Τα περισσότερα παιδιά εκτιμούν το γεγονός ότι οι γονείς τους έχουν καλές προθέσεις και, στην πραγματικότητα, το να τα πηγαίνουν καλά με τους γονείς τους είναι η καλύτερη ένδειξη καλής προσαρμοστικότητας.
Δεν πρέπει να ξαφνιάζει το γεγονός ότι για τους γονείς η μεγαλύτερη ίσως έγνοια προέρχεται από τον τομέα στον οποίο αρνείται να υπακούσει ένας έφηβος και ότι συχνά έχουν την τάση να χαρακτηρίζουν το παιδί τους ανάλογα με το συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασής του ως επαναστατικό, εκδικητικό, αχάριστο ή κακομαθημένο. Οι έγνοιες μεγαλοποιούνται όταν η κακή συμπεριφορά επαναλαμβάνεται σε καθημερινή βάση.
Πρώτα απ ’ όλα, είναι σπάνιο για έναν έφηβο να έχει προβλήματα με τους γονείς του πάνω σε ένα μόνο θέμα. Συνήθως είναι συνδυασμός διαφόρων πραγμάτων. Πολλοί γονείς τείνουν να μιλούν πολύ και να παραπονούνται για ολόκληρο το φάσμα των προβλημάτων, αντί να συγκεντρώνονται μόνο σε ένα ή δύο κρίσιμα προβλήματα.
Ας υποθέσουμε ότι το κυριότερο πρόβλημα είναι πως ο έφηβος συνήθως αργεί να γυρίσει σπίτι και ποτέ δεν επιστρέφει την ώρα που έχει συμφωνήσει με τους γονείς του – όπως, ας πούμε, τα μεσάνυχτα. Ενώ, λοιπόν, έχει υποσχεθεί ότι θα γυρίσει τη συγκεκριμένη ώρα, ο έφηβος επιστρέφει μια ώρα αργότερα, χωρίς να κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα ότι θ’ αργήσει. Ο γονιός τον περιμένει ξύπνιος, εξοργισμένος που ο γιος/η κόρη δεν τήρησε την υπόσχεσή του/της και ανησυχώντας για το αν το παιδί του είναι καλά. Το παιδί πλησιάζει την εξώπορτα, βάζοντας τις τελευταίες πινελιές στο ψέμα που έχει κατασκευάσει για να εξηγήσει την αργοπορία του (τα πιο συνηθισμένα και αγαπημένα ψέματα είναι ότι χάλασε το αυτοκίνητο ή είχε πολύ κίνηση στο δρόμο).
Μετά από μια ωραία βραδιά που πέρασε με τους φίλους του, η ένταση του εφήβου και το άγχος του μεγαλώνουν όλο και περισσότερο, επειδή προβλέπει τον καβγά που θα επακολουθήσει όταν φτάσει σπίτι. Αλλά και το άγχος του γονιού έχει φτάσει στο απροχώρητο, γιατί περιμένει ώρες να επιστρέφει το παιδί του και επειδή θυμάται πως το παιδί αργοπορεί σχεδόν κάθε Σάββατο βράδυ τους τελευταίους δύο μήνες. Στον καβγά που αρχίζει μόλις ανοίξει η πόρτα, δεν υπάρχει καμιά εποικοδομητική επικοινωνία. Ο θυμός του γονιού ερμηνεύεται από τον έφηβο ως: «Δε σου έχουμε εμπιστοσύνη. Είσαι απαίσιος που μας κάνεις να εκνευριζόμαστε τόσο». Συχνά η τιμωρία που επιβάλλεται είναι πολύ αυστηρή για το παράπτωμα. Αν ο τρόπος αυτός έχει αποτελέσματα, τότε πολύ καλά, συνήθως όμως δημιουργεί μεγαλύτερο ρήγμα στις σχέσεις.
Την επόμενη φορά, πες μόνο μια φράση: «Νιώθω πολύ απογοητευμένος που δεν τήρησες την υπόσχεσή σου» και βγες από το δωμάτιο. Αυτή η πρόταση είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήσει ενοχές. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι αν έχεις ένα μεγάλο καβγά με το παιδί σου, οποιαδήποτε ενοχή θα εξαφανιστεί εξαιτίας του καβγά αυτού.
Η δημιουργία ενοχών σε έναν έφηβο που δε συμπεριφέρθηκε σωστά, δεν είναι κακό. Τα επιχειρήματα ότι κάθε είδος ενοχής είναι ανεπιθύμητο δεν είναι λογικά. Η παράλογη ενοχή που κατακλύζει ένα άτομο δεν προσφέρει καμιά βοήθεια, αλλά η λογικές ενοχές που οργανώνουν το άτομο, το βοηθούν να αποφύγει να επαναλάβει κάποιους ανεπιθύμητους τρόπους συμπεριφοράς. Έτσι αυτές οι ενοχές μετατρέπονται σε εποικοδομητική δύναμη.
Εδώ θέλω να εκφράσω την αντίθεσή μου στην επιβολή φυσικής τιμωρίας κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Αυτό το είδος τιμωρίας έχει τάσεις να δημιουργεί ακόμα περισσότερο θυμό και αποξένωση και να εντείνει τη σύγκρουση. Ένα χαστούκι κλείνει ένα παιδί στον εαυτό του περισσότερο από καθετί άλλο.
Μερικές φορές οι γονείς ξεχνάνε ότι οι έφηβοι χρειάζονται περισσότερο, υποδείγματα παρά κριτική και απαιτούν από τους γονείς τους να σέβονται την ακεραιότητά τους, την προσωπική τους ζωή και την ικανότητά τους να παίρνουν μέρος στα οικογενειακά θέματα. Πάνω απ’ όλα, ίσως, θέλουν αγάπη για να μπορούν να την επιστρέφουν και πληροφορίες που θα τους οδηγήσουν σε μια αυτο-αποκτημένη σοφία.
Αν όμως, το παιδί σου σε αποκλείει από τη ζωή του, όπως και να ’χουν τα πράγματα, χτύπησε την πόρτα του απαλά και πες του: «Γλυκούλι μου, σ’ αγαπώ. Θέλω να μιλήσουμε!» ή «Θα ’θελες ένα φιλί;» ή «Μπορώ να σ’ αγκαλιάσω;» ή «Νιώθω την ανάγκη να σ’ αγκαλιάσω».
Να επιμείνεις ακόμα κι αν το παιδί πει: «Φύγε».
Μην περιμένεις να έρθει η στιγμή όταν θα πρέπει να αντιμετωπίσετε κάποια κρίσιμη κατάσταση για να πεις στο παιδί σου ότι το αγαπάς. Τα παιδιά, ακόμα και οι έφηβοι, χρειάζονται πού και πού να τ’ αγκαλιάζεις ή να τα φιλάς χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος (ακόμα κι αν δείχνουν στην αρχή ότι δεν τους αρέσει).
Αργά και πού να τους λες: «Άκου, αν συμβεί κάτι, αν κάνεις κάποιο λάθος —όσο φοβερό κι αν είναι— θα ήθελα να το ξέρω. Αν υπάρξει ποτέ κάποια κρίσιμη στιγμή στη ζωή σου, θα ήθελα να μου την πεις. Δοκίμασέ με. Δε θα σε απορρίψω ποτέ. Θα σε βοηθήσω. Αλλά αν το ξεχάσω και δεν ανταποκριθώ κατάλληλα, θα πρέπει να μου το θυμήσεις εσύ».
Έχε υπόψη σου πως αν πεις στο παιδί σου ότι δεν αξίζει τίποτα ή ότι είναι ηλίθιο, ίσως σε πιστέψει.
Μην του δίνεις την εντύπωση ότι δεν έχει καμιά δυνατότητα επιλογής: «Αν δεν πας στο κολέγιο» ή «αν δεν περάσεις στα μαθηματικά, είσαι καταδικασμένος». Πες του καλύτερα: «Εγώ θα ήθελα αυτό ή αυτό νομίζω πως είναι το καλύτερο για σένα Αν δε γίνει, θα σε βοηθήσουμε να βρεις κάτι άλλο».
Φρόντισε να μην κάνεις συγκρίσεις ενός παιδιού σου με τα άλλα και, πάνω απ’ όλα, προσπάθησε να επιτρέπεις στα παιδιά σου να εκφράζουν τη δυστυχία τους, τις απογοητεύσεις τους και τη θλίψη τους χωρίς να τους κάνεις να νιώθουν ανάξια ή ένοχα ή ότι σου λείπει η σύμπνοια ή η κατανόηση.
Η κυριότερες υποχρεώσεις ενός γονιού προς τα παιδιά του είναι:
—να τα αγαπά.
—να τα φροντίζει.
—να αυξάνει την αυτοεκτίμησή τους.
—να τα βοηθά να μετατρέπουν τα παθήματα σε μαθήματα.
Τα παιδιά τότε θα μπορέσουν να εξελιχθούν σε ανεξάρτητους ενήλικες και να εξακολουθούν να νιώθουν στοργή και αγάπη για σας.
Σε παρακαλώ σημείωσε: Όλοι οι γονείς που διαβάζουν αυτό το βιβλίο έχουν καλές προθέσεις, κάνουν λάθη και αγαπούν τα παιδιά τους. Οτιδήποτε κι αν συμβαίνει, είναι ανώφελο να κατηγορείς τον εαυτό σου ή το σύντροφό σου και δε βοηθά σε τίποτα. Ο Jerom Kagan, ένας διακεκριμένος ψυχολόγος, στο βιβλίο του The Nature of the Child (Τζέρομ Κάγκαν «Η Φύση του Παιδιού») τονίζει ότι στην κοινωνία μας, έχουμε δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στο ρόλο των γονιών ως του αποφασιστικού παράγοντα που επηρεάζει τον τρόπο ανάπτυξης των παιδιών. Οι γονείς είναι βέβαια, σημαντικός παράγοντας, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το γεγονός ότι τα παιδιά γεννιούνται διαφορετικά σε ό,τι αφορά το φόβο, τον εκνευρισμό και την εξυπνάδα. Τα παιδιά τα επηρεάζουν, επίσης, οι φίλοι και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Συνήθως, οι μητέρες κατηγορούν τον εαυτό τους για οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης δέχονται τους περισσότερους επαίνους αν τα πράγματα πάνε καλά. Συστήνω στις μητέρες να διαβάσουν το βιβλίο της Lynn Cain What Did / Do Wrong Mothers, Children, Guilt (Λιν Κάιν «Πού Έσφαλα; Μητέρες, Παιδιά, Ενοχές»),
Για τους γονείς που έχουν παιδιά τα οποία είναι «εκτός ελέγχου», συστήνω να έρθουν σε επαφή με τις διάφορες ομάδες επικοινωνίας.
********
Απόσπασμα από το βιβλίο του Sol Gordon – Όταν η ζωή πληγώνει
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Συναφές: 

Σήμερα το πρωί στο μέτρο:  στη στάση του Συντάγματος κατέβηκε στις αποβάθρες ένα νεαρό κορίτσι γύρω στα δεκαέξι με δεκαοχτώ, κουβαλώντας στον ώμο του μια θήκη μουσικού οργάνου – σχεδόν στο μπόι του. Πιθανότατα, ενός μεγάλου έγχορδου.
Το κοριτσάκι που φορούσε μιαν άσπρη μπλούζα και είχε τα μαλάκια του κότσο, προχωρούσε επιφυλακτικά. Ήταν τυφλό. Τα βήματά του ακολουθούσαν τον ήχο της βακτηρίας που φέρουν οι τυφλοί.  Προσπαθούσε να πάρει θέση ανάμεσα στου επιβάτες που περίμεναν στην αποβάθρα…  Ώσπου να αποφασίσω να την βοηθήσω να σταθεί στην σωστή θέση για να επιβιβαστεί, δυο νεαρά άτομα τις ασφαλείας, ένα ψιλόλιγνο αγόρι κι ένα ωραίο κορίτσι, την προσέγγισαν διακριτικά (προφανώς την είχαν εντοπίσει προηγουμένως ανάμεσα στο πλήθος) προλαβαίνοντάς την. Η κοπέλα την πλησίασε με κινήσεις που προδίδαν εσωτερική ευγένεια δίχως καμιά προσποίηση και της έπιασε κουβέντα, σχεδόν ψιθυριστά. Όταν έφτασε ο συρμός, την τοποθέτησε στο βαγόνι, πάντα ακολουθούμενη από τον νεαρό σεκιούριτι. Τα παιδιά έμειναν μαζί της σ’ ολόκληρη την διαδρομή. Ακολούθως την συνόδεψαν προς την έξοδο βοηθώντας την να φτάσει με ασφάλεια στον προορισμό της…Ήταν ένα υπέροχο μικρό συμβάν της καθημερινότητας ενάντια στην γενικευμένη αγριότητα που ζούμε. Ένα συμβάν σαν αεράκι ανάλαφρο, σχεδόν άηχο, γαλήνιο, από αυτά που υλοποιούνται στην πραγματικότητα σαν όνειρο. Ένα περιστατικό που δεν είχε τίποτα να διορθώσεις!Απλά, άγγιζε την τελειότητα όπως μια μουσική, ένα ποίημα, ένα όραμα!_______________________   Πηγή: topontiki.grby Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Google, η ιστορία της εταιρείας που άλλαξε τον κόσμο

Μπαμπά τι συμβαίνει όταν πεθαίνουμε;». «Δεν ξέρω, γιε μου. Κανείς δεν ξέρει στα σίγουρα. Γιατί δεν ρωτάς τo Google;».

Αν και πρόκειται για ένα ερώτημα που πραγματικά ούτε το Google μπορεί να απαντήσει, σίγουρα είναι πολλοί αυτοί που το έχουν θέσει στη μηχανή αναζήτησης.Η φράση «googlαρέ το» ακούγεται εδώ και αρκετά χρόνια κάθε φορά που τίθεται ένα ερώτημα και κανείς από την παρέα δεν ξέρει ή δεν θυμάται την απάντηση. Εξάλλου αποτελεί και την εύκολη λύση. Δεν το ξέρεις; Googlαρέ το! Δεν το θυμάσαι; Googlαρέ το!Η Google χρειάστηκε μόλις δυο δεκαετίες για να γίνει – κατά κοινή ομολογία – η εταιρεία που άλλαξε τον κόσμο. Ποια είναι όμως η ιστορία της; Το ταπεινό ξεκίνημαΤο ξεκίνημα ήταν μάλλον ταπεινό. Ουσιαστικά τα πάντα άρχισαν από ένα φοιτητικό πρότζεκτ στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια.Πριν από το Google υπήρχαν βέβαια μηχανές αναζήτησης αλλά πλέον έχουμε ουσιαστικά ξεχάσει πόσο δύσκολο ήταν να λάβει κανείς τα αποτελέσματα που πραγματικά χρειαζόταν.Πίσω στο 1998, για παράδειγμα, αν πληκτρολογούσες τη λέξη «αυτοκίνητα» στο Lycos – που τότε ήταν μια από τις κορυφαίες μηχανές αναζήτησης – στις απαντήσεις που θα λάμβανες οι περισσότερες θα αφορούσαν σελίδες με πορνό.Αυτό συνέβαινε γιατί οι σελίδες πορνό φρόντιζαν να χρησιμοποιούν πολλές λέξεις που ήταν δημοφιλείς στις αναζητήσεις, όπως «αυτοκίνητα», σε κείμενα και σημεία κλειδιά. Ο αλγόριθμος της Lycos λοιπόν «διαβάζοντας» τι λέξεις σε έστελνε στις σελίδες αυτές. Στην εποχή της Google αυτό φαντάζει γελοιωδώς απλοϊκό.Πηγαίνοντας πίσω στην αρχή πάντως, οι ιδρυτές της Google, Λάρυ Πέιτζ και Σεργκέι Μπριν (φωτογραφία), αρχικά δεν ενδιαφέρονταν για την ανακάλυψη ενός καλύτερου τρόπου αναζήτησης.Το κίνητροΤο κίνητρο ήταν πιο επιστημονικό. Στον ακαδημαϊκό χώρο, όσο πιο συχνά γίνεται επίκληση μιας δημοσίευσης, τόσο μεγαλύτερη είναι η αξιοπιστία της. Οι Πέιτζ και Μπριν συνειδητοποίησαν λοιπόν ότι αν μπορέσουν να βρουν έναν τρόπο για να αναλύουν όλες τις συνδέσεις στον εκκολαπτόμενο παγκόσμιο ιστό του διαδικτύου θα μπορούσαν να κατατάξουν κάθε σελίδα ανάλογα με την αξιοπιστία της σε συγκεκριμένα θέματα.Για να γίνει όμως αυτό έπρεπε να «κατεβάσουν» ολόκληρο το διαδίκτυο. Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο καθώς κατέληξε σε υπερφόρτωση των σέρβερ του Πανεπιστημίου και στην σφοδρή αντίδραση των webmasters. Παρ’ όλα αυτά όμως κι ενώ οι Πέιτζ και Μπριν δούλευαν πάνω στον αλγόριθμό τους, γινόταν όλο και πιο σαφές ότι είχαν ανακαλύψει έναν πολύ καλύτερο τρόπο αναζήτησης στο διαδίκτυο.Οι ιστοσελίδες πορνό με τις πολλές αναφορές στη λέξη «αυτοκίνητα», δεν παίρνουν ούτε αναφορές, ούτε λινκς από σελίδες που αφορούν τα αυτοκίνητα. Έτσι ψάχνοντας πια στη Google για «αυτοκίνητα» καταλήγεις σε σελίδες που αφορούν τα αυτοκίνητα.Το ξεπέταγμα Από κει τα πράγματα έγιναν πολύ γρήγορα. Οι Πέιτζ και Μπριν προσέλκυσαν πολύ γρήγορα επενδυτές και από ένα φοιτητικό πρότζεκτ κατέληξαν στην ίδρυση μια ιδιωτικής εταιρείας. Πλέον είναι μια από τις μεγαλύτερες του κόσμου, φέρνοντας κέρδη δεκάδων δισεκατομμυρίων. Τα πρώτα χρόνια, ωστόσο, οι Πέιτζ και Μπριν έχασαν πολλά χρήματα χωρίς να γνωρίζουν πως και αν θα τα πάρουν πίσω. Δεν ήταν οι μόνοι. Στην εποχή της άνθησης του dotcom, μετοχές σε ζημιογόνες εταιρείες του διαδικτύου διαπραγματεύονταν σε παράλογες τιμές, με την προοπτική ότι τελικά θα κατέληγαν σε βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα.Διαφημίσεις pay-per-clickΗ Google βρήκε το μοντέλο της το 2001: Διαφημίσεις pay-per-click. Οι διαφημιζόμενοι πληρώνουν την Google όταν κάποιος κάνει κλικ μέσα από την ιστοσελίδα τους, αφού έψαξε για συγκεκριμένους όρους. Η Google εμφανίζει τις διαφημίσεις των μεγαλύτερων πλειοδοτών μαζί με τα οργανικά αποτελέσματα αναζήτησης.Από την πλευρά του, ο διαφημιζόμενος πληρώνει όταν φτάσει τον αριθμό των ανθρώπων που έχει συμφωνηθεί ότι θα επιδείξει ενδιαφέρον για το προϊόν του. Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από το να πληρώνεις για να διαφημιστείς σε μια εφημερίδα.Κι αυτό γιατί ακόμη κι αν το αναγνωστικό της κοινό ταιριάζει με το δημογραφικό στόχο του διαφημιζόμενου, αναπόφευκτα οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν την καταχώρηση της εφημερίδας δεν θα ενδιαφερθούν γι’ αυτό.Τα διαφημιστικά έσοδα των εφημερίδων έχουν καταποντιστεί. Ο αγώνας των μέσων μαζικής ενημέρωσης για νέα επιχειρηματικά μοντέλα είναι προφανέστατα ένας οικονομικός αντίκτυπος της μηχανής αναζήτησης της Google.Ο χρόνος είναι… χρήμαH Google απέκτησε την αξία της βασιζόμενη σε κάτι που αντιστοιχεί με το χρήμα. Το χρόνο. «Ο χρόνος είναι χρήμα», λέει η έκφραση κι αυτό έβαλε σε εφαρμογή η εταιρεία, την εξοικονόμηση χρόνου.Οι διάφορες μελέτες δείχνουν ότι το googling είναι τρεις φορές πιο γρήγορο από την εύρεση πληροφορικών σε μια βιβλιοθήκη – ακόμη κι αν αφαιρέσει κανείς τον χρόνο που χρειάζεται για να πάει εκεί. Ομοίως η εύρεση μιας επιχείρησης on line γίνεται τρεις φορές πιο γρήγορα απ’ ότι αν χρησιμοποιήσει κανείς έναν Χρυσό Οδηγό.Ως ακόμη ένα πλεονέκτημα εκτιμάται η διαφάνεια των τιμών – όπως είναι ο σχετικός οικονομικός όρος. Το γεγονός δηλαδή ότι μπορείς να μεταβείς σε ένα κατάστημα, να βρεις  ένα προϊόν, να το αναζητήσεις στο Google και να δεις αν είναι αλλού διαθέσιμο σε καλύτερη τιμή. Αυτό είναι κάτι ενοχλητικό για το μαγαζί αλλά χρήσιμο για τον πελάτη. Επίσης μέσω Google μπορεί να εντοπίσει κανείς πολύ περισσότερα προϊόντα, αφού τα φυσικά καταστήματα περιορίζονται σε ευπώλητα προϊόντα.Φυσικό μονοπώλιο; Μια αξιοπρεπής μηχανή αναζήτησης καθιστά εύκολο να βρεις ένα προϊόν ακόμη και στην περίπτωση που αναζητάς «βελόνα στα άχυρα», πράγμα που επέτρεψε την αύξηση των online καταστημάτων που προσφέρουν μεγαλύτερη ποικιλία.Οι πελάτες με ειδικές επιθυμίες είναι πιο πιθανό να βρουν ακριβώς αυτό που θέλουν απ’ ότι αν πάνε στο πλησιέστερο τοπικό κατάστημα ή σούπερ μάρκετ. Και οι επιχειρηματίες μπορούν να πλασάρουν πολύ εξειδικευμένα προϊόντα, πιο σίγουροι ότι θα βρουν αγορά. Αυτό ακούγεται σαν μια εξαιρετική είδηση για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Η Google κυριαρχεί στην αγορά αναζήτησης καθώς χειρίζεται το 90% των αναζητήσεων σε όλο τον κόσμο. Οι επιχειρήσεις βασίζονται στην κατάταξη τους στην Google ιδιαίτερα αναφορικά με τα οργανικά αποτελέσματα της αναζήτησης. Και η Google ελέγχει τον αλγόριθμο που τα αποφασίζει.Η Google δίνει μερικές συμβουλές για το πως θα αναζητούμε κάτι σωστά αλλά δεν υπάρχει διαφάνεια για το πως κατατάσσονται τα αποτελέσματα. Γιατί κάτι τέτοιο θα πρόδιδε πληροφορίες με τις οποίες θα μπορούσε κανείς να ξεγελάσει το σύστημα. Κι έτσι θα μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω στην εποχή που αναζητούσαμε «αυτοκίνητα» και καταλήγαμε σε σελίδες «πορνό».Υπερεξουσία Δεν χρειάζεται να ψάξετε πολύ on line, στην ίδια την Google, για να βρείτε ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και σύμβουλους στρατηγικής αναζήτησης που να εξεγείρονται απέναντι στην εξουσία της εταιρείας να τους «φτιάξει» ή να τους «καταστρέψει». Αν η Google αποφασίσει ότι η τακτική σας δεν της κάνει, μπορεί να σας υποβαθμίσει.Ένας blogger καταγγέλλει ότι η Google είναι «δικαστής, ένορκος και δήμιος».«Μπορεί να τιμωρηθείτε για παραβίαση των κανόνων της, χωρίς να γνωρίζετε ποιοι είναι αυτοί οι κανόνες», λέει.Το να προσπαθήσεις να καταλάβεις πως θα ευχαριστήσεις τον αλγόριθμο της Google είναι μάλλον σα να προσπαθείς να κατευνάσεις μια παντοδύναμη, ιδιότροπη και τελικά άγνωστη θεά. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα αποτελέσματα στην κορυφή της Google είναι χρήσιμα σε όσους ψάχνουν. Όμως την ίδια ώρα, η τύχη είναι σκληρή για όσους κατατάσσονται χαμηλότερα. Κι αν τα αποτελέσματα αυτά σταματήσουν να είναι χρήσιμα, τότε κάποιοι άλλοι φοιτητές του Στάνφορντ θα εντοπίσουν το κενό στην αγορά και θα ανακαλύψουν έναν καλύτερο τρόπο αναζήτησης. Σωστά; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Η αναζήτηση ήταν ένας ανταγωνιστικός τομέας στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Αλλά τώρα, αποτελεί ένα φυσικό μονοπώλιο, με άλλα λόγια, μια βιομηχανία στην οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτύχει ένας ανταγωνιστής.Ο λόγος; Ο καλύτερος τρόπος για να βελτιώσει κανείς τη χρησιμότητα των αποτελεσμάτων αναζήτησης είναι να αναλύσει σε ποιες συνδέσεις έχουν γίνει κλικς από τους ανθρώπους που έκαναν στο παρελθόν την ίδια έρευνα, καθώς και τι έχουν αναζητήσει οι χρήστες στο παρελθόν.Και η Google έχει πολύ περισσότερα δεδομένα από οποιονδήποτε άλλο. Αυτό δείχνει ότι η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να διαμορφώνει την πρόσβασή μας στη γνώση για τις επόμενες γενιές.

*******

Από το BBCΤο είδαμε στο: tvxsΑντικλείδι , http://antikleidi.com