Σοπενχάουερ – Ο καθένας φέρνει μέσα του τον φθόνο και τον οίκτο
Μόνο ο οίκτος είναι η πραγματική αρχή κάθε ελεύθερης δικαιοσύνης και κάθε αληθινής ευσπλαχνίας. Ο οίκτος είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός της συνείδησης του ανθρώπου· του προσιδιάζει ουσιαστικά, και δεν εξαρτάται από προγενέστερες έννοιες, από a priori ιδέες, από θρησκείες, δόγματα, μύθους, αγωγή και μόρφωση· είναι το αυθόρμητο, άμεσο, αναπαλλοτρίωτο δημιούργημα της φύσης, αντέχει σε κάθε δοκιμασία, και παρουσιάζεται σε κάθε εποχή και σε κάθε χώρα- παντού την επικαλούνται με εμπιστοσύνη, τόσο σίγουροι είναι πως υπάρχει σε κάθε άνθρωπο, και ποτέ δεν υπολογίζεται ανάμεσα στους «ξένους θεούς». (Τα δυο βασικά προβλήματα τής ηθικής)Το ον που δεν γνωρίζει τον οίκτο, είναι έξω από τον ανθρωπισμό, και συχνά η λέξη ανθρωπισμός νοείται σαν συνώνυμο του οίκτου. Σε κάθε καλή πράξη που γεννιέται μόνο από θρησκευτικές πεποιθήσεις, μπορούμε να αντιτείνουμε πως δεν είναι ανιδιοτελής, πως γίνεται με την σκέψη μιας ανταμοιβής ή μιας τιμωρίας πού περιμένουμε, τελοσπάντων, πως δεν είναι καθαρά ηθική.Αν συλλογιστούμε το ηθικό κίνητρο του οίκτου, ποιος θα τολμούσε να αμφισβητήσει έστω και για μια στιγμή πως σε κάθε εποχή, σε κάθε λαό, σε κάθε κατάσταση της ζωής, μέσα στην αναρχία, μέσα στις φρίκες των καταστάσεων και των πολέμων, και στα μεγάλα και στα μικρά πράγματα, κάθε μέρα, κάθε ώρα δεν κάνει ο οίκτος αισθητά τα ευεργετικά και αληθινά θαυμαστά αποτελέσματα του, πως εμποδίζει πολλές αδικίες, προκαλεί απρόοπτα ένα σωρό καλές πράξεις χωρίς καμιά ελπίδα ανταμοιβής, και πως παντού όπου ενεργεί μόνος του, αναγνωρίζουμε με συγκίνηση, με θαυμασμό, την καθαρή και άκρατη ηθική αξία; (Τα δυο βασικά προβλήματα τής ηθικής)Ο καθένας φέρνει μέσα του τον φθόνο και τον οίκτο, αυτά τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα συναισθήματα· εκείνο που τα γεννάει, είναι η ακούσια, η αναπόφευκτη σύγκριση της κατάστασής μας με την κατάσταση των άλλων ανάλογα με την αντίδραση που προκαλεί αυτή η σύγκριση σε κάθε ατομικό χαρακτήρα, το ένα ή το άλλο συναίσθημα γίνεται μια θεμελιώδης διάθεση και η πηγή των πράξεών μας. Ο φθόνος δεν κάνει άλλο παρά να ανυψώνει, να παχαίνει και να σταθεροποιεί το τείχος πού ορθώνεται ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Αντίθετα, Ο οίκτος το κάνει λεπτό και διάφανο, καμιά φορά το καταστρέφει συθέμελα, και τότε χάνεται κάθε διαφορά ανάμεσα σε μένα και στους άλλους ανθρώπους. (Πάρεργα και παραλειπόμενα )Όταν βρισκόμαστε σε σχέση μ’ έναν άνθρωπο, ας μη στεκόμαστε στο να ζυγιάζουμε τη νοημοσύνη του, την ηθική του άξια, πράγμα πού θα μας οδηγούσε στο να αναγνωρίσουμε την κακία των προθέσεών του, τη στενότητα της λογικής του, την μη ορθότητα των κρίσεών του, και δεν θα μπορούσε να ξυπνήσει μέσα μας άλλο από περιφρόνηση και απέχθεια : ας σκεφθούμε καλλίτερα τούς πόνους του, τις δυστυχίες του, την αγωνία του, τα βάσανά του, και τότε θα αισθανθούμε πόσο πολύ μας συγκινεί τότε θα ξυπνήσει ή συμπάθειά μας, και αντί για μίσος και περιφρόνηση, θα νοιώθουμε γι’ αυτόν εκείνο τον οίκτο, που είναι η μόνη αγάπη όπου μας καλεί το Ευαγγέλιο. (Σκέψεις και αποσπάσματα)Αν σκεφτήκατε την ανθρώπινη διαστροφή και ετοιμαζόσαστε να αγανακτήσετε γι’ αυτήν, πρέπει αμέσως να ρίξετε το βλέμμα σας στην απόγνωση της ανθρώπινης ζωής, και αν σας τρομάξει η δυστυχία της, τότε κοιτάξτε την διαστροφή, και τότε θα βρείτε πως η μια ισορροπεί την άλλη, και θ’ αναγνωρίσετε την αιώνια δικαιοσύνη θα δείτε πως ο ίδιος ο κόσμος είναι, η κρίση του κόσμου.Η οργή, ακόμα και η πιο νόμιμη, καταπραΰνεται αμέσως με την ιδέα πώς εκείνος που μας προσβάλλει είναι ένας δυστυχισμένος. Ότι είναι ή βροχή για τη φωτιά, είναι και ο οίκτος για την οργή. Συμβουλεύω οποίον δεν θέλει να έχει τύψεις όταν θέλει να εκδικηθεί σκληρά για μιαν ύβρη, να φανταστεί με ζωηρά χρώματα την εκδίκηση του όταν θα έχει εκτελεστεί, να φανταστεί το θύμα του να υποφέρει σωματικές και ψυχικές οδύνες, να παλεύει με τη δυστυχία και την ανάγκη και να μονολογεί “να το έργο μου”. Αν υπάρχει κάτι στον κόσμο πού να μπορεί να σβήσει το θυμό, είναι ακριβώς αυτή ή σκέψη. (Σκέψεις και αποσπάσματα)Εκείνο που κάνει τους γονείς να προτιμούν, γενικά, τα φιλάσθενα παιδιά, είναι πώς ή όψη τους δεν παύει να επιζητεί τον οίκτο. Ο οίκτος, αρχή κάθε ηθικότητας, παίρνει και τα ζώα υπό την προστασία του, ενώ τα άλλα συστήματα ευρωπαϊκής ηθικής δείχνουν τόση λίγη ευθύνη και σεβασμό απέναντι τους. Η. δήθεν έλλειψη δικαιωμάτων των ζώων, η πρόληψη πως η συμπεριφορά μας απέναντι τους δεν έχει ηθική σημασία, πώς δεν έχουμε, όπως λένε, δικαιώματα απέναντι στο ζώα, είναι μια εξοργιστική χυδαιότητα, μια δυτική βαρβαρότητα, που οι ρίζες της είναι στον ’Ιουδαϊσμό. ..Σ’ αυτούς τους καταφρονητές των ζώων, σ’ αυτούς τους εξεβραϊσμένους δυτικούς, πρέπει να τους θυμίσουμε, πως, όπως αυτοί θηλάσανε από την μητέρα τους, έτσι θήλασε κι’ ο σκύλος τη δική του. Ο οίκτος για τα ζώα συνδέεται τόσο στενά με την καλοσύνη του χαρακτήρα, που μπορούμε να βεβαιώσουμε πως οποίος είναι σκληρός με τα ζώα δεν μπορεί να είναι καλός άνθρωπος.Ο απεριόριστος οίκτος για όλα τα ζωντανά όντα, είναι το πιο σταθερό και το πιο σίγουρο εχέγγυο της ηθικής συμπεριφοράς, και αυτό δεν απαιτεί καμιά κανονιστική. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως όποιος είναι γεμάτος απ’ αυτόν, δεν θα πληγώσει κανέναν, δεν θα καταπατήσει τα δικαιώματα κανενός, δεν θα κάνει κακό σε κανέναν αντίθετα, θα είναι επιεικής για τον καθένα, θα συγχωρεί τον καθένα, θα βοηθάει τους πάντες όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, και όλες του οι πράξεις θα έχουν την σφραγίδα της δικαιοσύνης και της αγάπης για τους ανθρώπους. Av δοκιμάσει κανείς να πει μια φορά : «Αυτός ο άνθρωπος είναι ενάρετος, αλλά δεν γνωρίζει κανέναν οίκτο», ή «είναι άδικος και κακός άνθρωπος, κι’ όμως είναι πολύ ευσπλαχνικός», τότε γίνεται αισθητή ή αντίφαση.Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια γούστα· αλλά δεν ξέρω ωραιότερη προσευχή από εκείνην οπού τελειώνουν τα περισσότερα Ινδικά θεατρικά έργα (όπως τέλειωναν άλλοτε τα αγγλικά έργα με τα λόγια: «για το βασιλιά»), Να ποιο είναι το νόημά τους : «Μακάρι όλα τα ζωντανά όντα να μείνουν ελεύθερα από θλίψεις!» (Σκέψεις και αποσπάσματα)
Αντικλείδι , http://antikleidi.com











Όπως γράφω στην εισαγωγή οι Αρχαίοι ημών δεν ήταν καθόλου σοβαροφανείς, αλλά εύθυμοι και ιλαροί. Τέτοιος ιλαρός φιλόσοφος ήταν ο Δημώναξ, Κύπριος από μεγάλη οικογένεια, που έζησε στην Αθήνα τον 2ον αιώνα της χρονολογίας μας. Ο σκώπτης των πάντων Λουκιανός, μιλά για τον Δημώνακτα με μεγάλο σεβασμό και του αφιερώνει ιδιαίτερο βιβλίο, από το οποίο πήρα όσα θα διαβάσετε παρακάτω.Ο Δημώναξ ήταν κυνικός φιλόσοφος, μολονότι αποδεχόταν και τις απόψεις άλλων φιλοσοφικών σχολών. Όπως έλεγε «σεβόταν τον Σωκράτη, θαύμαζε τον Διογένη και αγαπούσε τον Αρίστιππο». Ήταν ιλαρός, ακέραιος, μετριόφρων και πολύ ελευθερόστομος. Για την τσουχτερή γλώσσα του και από το γεγονός ότι δεν τηρούσε τους λατρευτικούς κανόνες, δεν θυσίαζε στους θεούς, ούτε προσευχόταν, κατηγορήθηκε για άθεος, εκείνος όμως παρουσιάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου και με την απολογία του προκάλεσε τον θαυμασμό όλων. Από τότε οι Αθηναίοι του έδειχναν μεγάλο σεβασμό και στο πέρασμα του οι άρχοντες και οι απλοί πολίτες σηκώνονταν όρθιοι για να τον χαιρετήσουν.Η ελευθεροστομία του εξόργισε κάποτε έναν ολυμπιονίκη, που μη έχοντας επιχειρήματα να τον αντικρούσει χτύπησε το Δημώνακτα με μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Όσοι ήταν μπροστά αγανάκτησαν και θέλησαν να τιμωρήσουν τον δράστη φωνάζοντας:«στον ανθύπατο να πάμε, στον ανθύπατο»Ο Δημώναξ όμως είχε αντίρρηση«όχι στον ανθύπατο αλλά στον γιατρό» τους είπε.Κάποτε στην Εκκλησία του Δήμου ξέσπασε σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ αντιπάλων πολιτικών μερίδων, που κατέληξε σε καυγάδες, βρισιές και οχλαγωγία. Ο Δημώναξ όταν το έμαθε πήγε στην Εκκλησία. Μόλις μπήκε στον χώρο και ανέβηκε στο βήμα, αμέσως οι καυγάδες σταμάτησαν, όλοι σώπασαν και περίμεναν να τον ακούσουν. Εκείνος όμως βλέποντας πως ο σκοπός για τον οποίον είχε πάει, πραγματοποιήθηκε … κατέβηκε από το βήμα και έφυγε.Ο Δημώναξ δε χαριζόταν καθόλου σε όσους η συμπεριφορά τους ήταν ανάρμοστη ή προκλητική. Ένας τέτοιος ήταν και ο Φαβωρίνος, Κέλτης φιλόσοφος και ευνούχος. Μαθαίνοντας πως ο Δημώναξ κορόιδευε τις φιλοσοφικές του απόψεις του ζήτησε το λόγο.«Ποιος είσαι εσύ που με χλευάζεις;» τον ρώτησε.«Ένας άνθρωπος που τα αυτιά του δεν εξαπατώνται εύκολα»«Και τι εφόδια έχεις εσύ και διατείνεσαι πως είσαι φιλόσοφος;» τον ρώτησε«Όρχεις» απάντησε ο ΔημώναξΜιαν άλλη φορά ένας άλλος φιλόσοφος, ο Σιδώνιος, ισχυριζόταν πως είναι οπαδός πολλών φιλοσοφικών σχολών«Αν με καλέσει ο Αριστοτέλης» έλεγε «θα τον ακολουθήσω στο Λύκειο. Αν με φωνάξει ο Πλάτων, θα πάω στην Ακαδημία, αν ο Ζήνων, θα εγκατασταθώ στην Ποικίλη Στοά και αν με καλέσει ο Πυθαγόρας, θα σωπάσω», υπαινισσόμενος τη δοκιμασία της μακρόχρονης σιωπής που πρότεινε ο Πυθαγόρας στους οπαδούς του.«Μα δεν ακούς τόσην ώρα πως σε καλεί ο Πυθαγόρας;» του είπε ο Δημώναξ, θέλοντας να του δείξει πως ήταν καιρός να σωπάσει.Κάποιος Ρωμαίος συγκλητικός περνώντας από την Αθήνα, παρουσίασε στο Δημώνακτα το γιο του, που ήταν πολύ ωραίο παιδί αλλά μαλθακός και θηλυπρεπής«Πολύ ωραίος ο γιος σου, μοιάζει της μητέρας του» παρατήρησε ο φιλόσοφος.Κάποτε πέρασε από την Αθήνα κάποιος άλλος Ρωμαίος αξιωματούχος ονόματι Κέθηγος, που έλεγε και έκανε ένα σωρό γελοιότητες«Μέγα κάθαρμα» σχολίασε ένας Αθηναίος«Μα τον Δία, ούτε μέγα» απάντησε ο Δημώναξ, εννοώντας πως δεν του άξιζε ο τίτλος μέγας ούτε ως κάθαρμα.Όταν ο Ηρώδης ο Αττικός πενθούσε με πολύ επιδεικτικό τρόπο για τον αγαπημένο του μαθητή, τον Πολυδεύκη, που πέθανε ξαφνικά, ο Δημώναξ παρουσιάστηκε κρατώντας ένα χαρτί.«Σου φέρνω γράμμα από τον Πολυδεύκη» του είπεΟ Ηρώδης χάρηκε γιατί ο Δημώναξ ήταν από τους λίγους που δεν τον κολάκευαν ούτε τον υπολόγιζαν«Και τι μου γράφει ο Πολυδεύκης» ρώτησε«Παραπονιέται που δεν πήγες ακόμα να τον βρεις».Κάποτε στην αγορά παρακολουθούσε μαζί με άλλους δυο φιλόσοφους που συζητούσαν. Ήταν όμως τόσο αστοιχείωτοι και βλάκες, που άλλα έλεγε ο ένας και άλλα απαντούσε ο άλλος«Δε σας φαίνεται φίλοι μου» είπε ο Δημώναξ στους άλλους ακροατές της συζήτησης «σα να προσπαθεί ο ένας να αρμέξει έναν τράγο και ο άλλος να βάζει από κάτω ένα κόσκινο για να μαζέψει το γάλα;»Κάποιος για να τον φέρει σε δύσκολη θέση τον ρώτησε«Αν κάψω ξύλα που ζυγιάζουν χίλιες μνες























