Απόσταγμα Εμπειριών

1. Δεν επιλέξαμε αν θέλουμε να γεννηθούμε. Ας επιλέξουμε πως θέλουμε να ζήσουμε!
2.Το να προσπαθήσεις να ερωτευτείς χωρίς να χάσεις τον έλεγχο, μοιάζει το ίδιο ανόητο με το να επιχειρήσεις να πλουτίσεις χωρίς να είσαι διατεθειμένος να ρισκάρεις. ‘Η να επιθυμείς να αναστηθείς χωρίς πρώτα να έχεις σταυρωθεί….
3.Αν θες να φυτέψεις έναν κήπο, μοίρασε λίπασμα στις ρίζες… Αν θες να ζήσεις σε μία κοινωνία δικαιοσύνης, μοίρασε βιβλία στα παιδιά…
4.Ταξίδι και προορισμός είναι ένα… Η Ιθάκη που κινήσαμε να πατήσουμε βρίσκεται μέσα μας, ο δρόμος ετέλεψε όταν βρούμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Μακρύς, πολύ μακρύς ο δρόμος! Ευτυχώς…
5.Η δράση λυτρώνει, η αδράνεια σκοτώνει… Ένας, μονάχα ένας είναι ο δρόμος να νικήσεις τον θάνατο. Να ζήσεις τη ζωή που γεννήθηκες να ζήσεις και να μη συμβιβαστείς ποτέ με τον φόβο…
6.Δεν γεννηθήκαμε για να είμαστε τέλειοι, γεννηθήκαμε για να είμαστε αληθινοί!
7.Υποκριτής είναι εκείνος ο οποίος συνειδητά προσποιείται… Ηλίθιος είναι εκείνος ο οποίος συνειδητά πιστεύει πως αυτό οδηγεί κάπου…
8.Συνετό αποκαλώ τον άνθρωπο που ενώ διαθέτει δύναμη, γνώση, πλούτο, νιάτα και ομορφιά, συμπεριφέρεται με ταπεινοφροσύνη, σαν να μη γνωρίζει τίποτε για την ύπαρξη τους… Αφελή θεωρώ εκείνον που πιστεύει πως υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι…
9.-“Θες να σου πω τι ορέγομαι, τι λαχταρώ; Μία ζωή λεύτερη, γιομάτη πνεματικά ταξίδια, μία ψυχή ανάλαφρη, παιχνιδιάρα, έτοιμη να πετάξει με το μόνο μόνο…”
-“Επικίνδυνο πολύ αυτό που ζητάς, ίσως και ολέθριο! Βαρύς ο αγέρας του κόσμου τούτου, πυρηνος, κατέχει καλά να καίει τα φτερά των ρομαντικών και ονειροπόλων…”
-“Μα πε μου στον Θεό σου, τι να την κάμω τη ζήση αν δεν είναι γιοματη φωθιά και τσεκούρι; Η καρδιά πλανταει, θέλει η παντέρμη να βγει οξω από το στήθος, ασφυκτιά, θέλει να είναι λεύτερη να αγαπήσει, να νιώσει, να πονέσει, να τελέψει το χρέος της!”
-“Μεγάλο, πολύ μεγάλο και δυσβάσταχτο το τίμημα γι’αυτό που ζητάς”.
-“Ας είναι, λέγε πως το λένε”!
-“Μοναξιά”!
10• Δεύτερη ευκαιρία δεν δικαιούνται οι έρωτες των οποίων οι εμπλεκόμενοι δεν πίστεψαν ούτε στο μεγαλείο της πρώτης!
11. Μεγάλος έρωτας της ζωής μας ήταν αυτός που ζήσαμε κάποτε σε νεαρή ηλικία, όταν ακόμα ήμασταν γεμάτοι από ψευδαισθήσεις, ελεύθεροι και ανίδεοι πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα….

****

Ανδρέας Κριαράς
Ο Ανδρέας Κριαράς γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Χίος),στο Τμήμα Ναυτιλιακών και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών Αιγαίου (Χίος) Έχει αγάπη για το διάβασμα, τη φιλοσοφία, τα ταξίδια,τη συγγραφή και για τη ζωή.
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γράφει ο Γιώργος Χουδακάκης 
Κεραμίδα στο κεφάλι 

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ίσχυε το «κανένας δεν έχασε αγοράζοντας γη». 
Οι ισχυροί δεσμοί της οικογένειας και η αίσθηση της συνέχειας που λόγω ιστορικότητας έχει αυτός ο λαός οδήγησαν στη δημιουργία περιουσιών για να βρει κάτι το «παιδί». 
Οι περισσότεροι επένδυαν τον κόπο τους σε σπίτια και οικόπεδα. Αποτέλεσμα, οι Ελληνες να έχουμε ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ιδιοκτησίας ακινήτων στην Ευρώπη. 
Τα μνημονιακά χρόνια, όμως, η γη έφυγε κάτω από τα πόδια μας.
Η κληρονομιά, από δώρο της μιας γενιάς στην άλλη, μετατρέπεται σε βάρος.
 Κάθε χρόνο αυξάνει ο αριθμός όσων δεν μπορούν να σηκώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις των κληρονομιών και προχωρούν σε αποποιήσεις. 
Η κατάσταση το 2017 γίνεται ακόμα χειρότερη σπάζοντας κάθε ρεκόρ. 
Πέρα από όσους αφήνουν πίσω μόνο χρέη, οδηγώντας λογικά τους απογόνους τους στα ειρηνοδικεία, υπάρχουν και όσοι αφήνουν ακίνητα που λόγω ΕΝΦΙΑ αλλά και απομείωσης της αξίας τους είναι ανεπιθύμητα. 
Το «ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι» για πολλούς μεταφράζεται σε «του ήρθε κεραμίδα στο κεφάλι». 

ΥΓ. Αν είμαι ό,τι έχω και αν ό,τι έχω έχει χαθεί, τότε ποιος είμαι;

Ερικ Φρομ

Ποια η διαφορά μεταξύ Βολτ (volt), Βατ (watt) και Αμπέρ (amps);


Πολλές φορές ακούμε αυτές τις έννοιες σχετικά με την κατανάλωση του ρεύματος. Τι σημαίνει όμως το καθένα και πως συσχετίζονται;
Ένας εύκολος τρόπος να τα κατανοήσουμε είναι με το να συσχετίσουμε την ηλεκτρική ενέργεια με το νερό που ρέει μέσω ενός σωλήνα.
  • Η ένταση (αμπέρ) είναι ο όγκος του νερού που ρέει μέσω του σωλήνα που μπορεί να μετρηθεί σε λίτρα/λεπτό.
  • Η πίεση του νερού θα είναι η τάση. Δηλαδή, η τάση (voltage) αντιπροσωπεύει την διαφορά δυναμικού ανάμεσα σε δύο σημεία. Η αύξηση της τάσης αυξάνει και την ένταση του ρεύματος. Για παράδειγμα στις μπαταρίες, η διαφορά τάσης συμβαίνει ανάμεσα στους δύο πόλους ( + / – ). Συνήθως είναι 12V. Η τάση αποτελεί χαρακτηριστικό των συσκευών και αναγράφεται πάνω τους. Η πηγή ενέργειας και οι συσκευές πρέπει να είναι της ίδιας τάσης (π.χ. 220 V).
  • Τα Watts είναι η δύναμη (volts x amps) που θα μπορούσε να προσφέρει το νερό. Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη τιμή που όλοι μπορούν και αναγνωρίζουν στις ετικέτες των ηλεκτρικών συσκευών, ως ρυθμός κατανάλωσης ενέργειας. Οι βατώρες (watt-hours ή Wh), είναι πόση ενέργεια καταναλώνεται. Αν για παράδειγμα μια συσκευή έχει αναγραφόμενη τιμή 600 watt, αυτό σημαίνει πως θα καταναλώσει 600 Wh (600 βατώρες) σε μια ώρα. Αν για παράδειγμα μείνει σε λειτουργία 3 ώρες θα καταναλώσει 1800 Wh. Οι βατώρες λοιπόν είναι απλά o ρυθμός κατανάλωσης επί τις ώρες. Αν το νούμερο αυτό είναι πάνω από 1000 βατώρες, τότε πρόκειται για τις γνωστές σε όλους μας κιλοβατώρες (KWh) και είναι η μονάδα μέτρησης με την οποία υπολογίζεται η κατανάλωση ενέργειας.

Ο Έλληνας μύθος της μουσικής που δεν έγινε ποτέ γνωστός στη χώρα του

Όσοι Έλληνες έχουν σπουδάσει στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70 –και είναι πολλοί– τον θυμούνται ως έναν ηρώα· τον θεωρούν ένα μύθο. Τον μουσικό Demetrio Stratos τίμησαν πρόσφατα οι Ιταλοί, αφιερώνοντάς του έναν κεντρικό δρόμο στο Μιλάνο. 
Χρόνος ανάγνωσης: 
4

Η τελετή αποκάλυψης της ονομασίας του δρόμου στη συνοικία CityLife στο Μιλάνο. [Comune di Milano]
Περπατώντας στην καταπράσινη συνοικία CityLife στο κέντρο του Μιλάνου, θα αντικρίζουμε πλέον μιαν οδό με ελληνικό όνομα: τη Demetrio Stratos. Ο Δημήτρης Ευστρατίου ήταν Έλληνας τραγουδιστής, στιχουργός, ερευνητής και συνιδρυτής των θρυλικών ιταλικών συγκροτημάτων I Ribelli και Αrea.Η αφιέρωση μιας κεντρικής οδού του Μιλάνου σε έναν μουσικό είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τη γειτονική χώρα, που δεν αφιερώνει δρόμους σε πρόσωπα της showbiz. Στην Ελλάδα βεβαία το γεγονός αυτό πέρασε στα ψιλά, όπως και όλη η ζωή του ταλαντούχου μουσικού, η πορεία του οποίου συνέπεσε με τα σκοτεινά χρόνια της χούντας.
Πρόσωπα

Ο Έλληνας που Πολέμησε στη Ζούγκλα του Βιετνάμ Αφηγείται τη Ζωή του

Ο Κώστας Σαραντίδης είναι ο μοναδικός Έλληνας που πολέμησε στο Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο του Βιετνάμ. 

Στη ζούγκλα του Βιετνάμ, εκεί που πέρασε ξυπόλητος κάποια από τα σημαντικότερα χρόνια της νεότητάς του, τον ξέρουν ως Nguyễn Văn Lập. Αποστρατεύτηκε από τις Λαϊκές Ένοπλες Δυνάμεις του Βιετνάμ με τον βαθμό του λοχαγού και μια χούφτα βαριά κόκκινα παράσημα καρφιτσωμένα καμαρωτά στην ολόλευκη στρατιωτική στολή του. Για εμάς, είναι ο Κώστας Σαραντίδης, ο Έλληνας Βιετμίνχ, ένας άνθρωπος που κομίζει μια ξεχωριστή εμπειρία έμπρακτης αλληλεγγύης των λαών και υψηλής αίσθησης δικαίου. Μεγαλωμένος σε συνθήκες ένδειας και στέρησης στη Θεσσαλονίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνάντησε από πολύ μικρός το είδωλο της φρίκης και από τότε το είδε ξανά τόσες φορές στη ζωή του που του έγινε οικείο, παρότι πάντα αποκρουστικό. Από τύχη γλίτωσε την τελευταία στιγμή τα ναζιστικά τάγματα εργασίας και από ατυχία βρέθηκε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του, στη φλεγόμενη γαλλική Ινδοκίνα, στο αιώνιο σταυροδρόμι του καλού και του κακού. Πολέμησε δίπλα στους αντάρτες Βιετμίνχ και έγινε ένας από αυτούς, ένας λαϊκός ήρωας που αγαπήθηκε και τιμήθηκε στην πολύπαθη και θρυλική χώρα του ρυζιού.

Τον βρήκα σ’ ένα κλασικό μικροαστικό διαμέρισμα της Πετρούπολης που έκρυβε μια αυθεντική βιετναμέζικη γωνιά στο εσωτερικό του, γεμάτη επιβλητικά πορτρέτα του Hồ Chí Minh, καδραρισμένους επαίνους τιμής, τις αποτυπωμένες χειραψίες του Κώστα Σαραντίδη με τον ξακουστό στρατηγό Giap, τον «Κόκκινο Ναπολέοντα» του Βιετνάμ. Με περίμενε με δύο φλιτζάνια αχνιστό τσάι, μια συνήθεια που κουβάλησε μαζί του στην Ελλάδα, μαζί μ’ ένα νοητό μπαούλο γεμάτο ανάγλυφες αναμνήσεις μιας μυθιστορηματικής ζωής. Παρά τις εννέα αισίως δεκαετίες που βαραίνουν στις πλάτες του, ο Κώστας Σαραντίδης σε ξεγελάει, είναι σαν οι κακουχίες που πέρασε να μη τον έκαμψαν, σαν να του εμφύσησαν την πνοή μιας δυνατής ύπαρξης, της ύπαρξης που διαπνέεται από την αταλάντευτη πεποίθηση ότι έπραξε το σωστό. Αυτό τον διατηρεί, μέχρι σήμερα, αγέρωχο, χαμογελαστό και περήφανο. Θυμάται με την ακρίβεια ενός ψυχαναγκαστικού ερευνητή την κάθε ημερομηνία που καθόρισε την πορεία του και αναβιώνει με κινηματογραφική λεπτομέρεια τα καρέ μιας ταραγμένης και συναρπαστικής εποχής. Ο μοναδικός Έλληνας που πολέμησε στο Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο του Βιετνάμ, αφηγείται στο VICE τη ζωή του.

Ο Κώστας Σαραντίδης ζει σήμερα σε ένα διαμέρισμα στην Πετρούπολη.

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1927, ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία και η μάνα μου μακεδονίτισσα νοικοκυρά. Μέναμε στα ξύλινα παραπήγματα στην Τούμπα, κοντά στην εκκλησία του Άι Θεράποντα. Επτά αδέρφια ζούσαμε εκεί, χωρίς φως και νερό. Οι φτωχοί, βλέπεις, κάνουν πολλά παιδιά. Ο πατέρας μου δούλευε στην αλευροβιομηχανία του Αλατίνη. Εγώ πήγα μέχρι την Δ΄ τάξη του Δημοτικού. Αυτή είναι η επίσημη παιδεία μου. Όλα τα υπόλοιπα τα έμαθα στο δρόμο και στη ζούγκλα.Τότε δεν γνώριζα ακόμη τίποτα για τον κομμουνισμό. Καταλάβαινα μόνο ότι οι αντάρτες είναι πατριώτες που νοιάζονταν για την πατρίδα τους.Μετά μας βρήκε η Κατοχή. Έκλεισαν τα σχολεία και βγαίναμε να ψάξουμε κανένα κομμάτι ψωμί ή καμία σούπα στα συσσίτια. Ήμασταν πιτσιρικάδες, δεν πολυκαταλαβαίναμε τι ακριβώς συνέβαινε. Νιώθαμε, όμως, την πείνα και τις στερήσεις. Για να βολευτούμε πηγαίναμε στο Βαρδάρη και πουλάγαμε παράνομα καπνό. Εκεί μας έπιασαν σ’ ένα μπλόκο οι Γερμανοί. Πρέπει να ήμασταν συνολικά καμιά 300αριά και εγώ ο πιο μικρός ανάμεσα τους, μόλις 16 χρονών. Μας κράτησαν ένα βράδυ στο κρατητήριο και μετά ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της ζωής μου. Μας πήραν με τα πόδια, με σκοπό να μας οδηγήσουν στα τάγματα εργασίας στη Γερμανία. Η οικογένειά μου δεν ήξερε τίποτα. Δεν τους ενημέρωσε κανείς. Με είχαν για χαμένο. Περάσαμε τα σύνορα στις 22 Σεπτέμβρη του 1943. Δεν πρόκειται πότε να ξεχάσω αυτήν τη μέρα. Περπατάγαμε ώρες και μέρες ολόκληρες μες στο κρύο, εξουθενωμένοι, χωρίς αίσθηση του χρόνου. Κρυώναμε, υποφέραμε, κλέβαμε ό,τι βρίσκαμε, για να φάμε.

Οι Γερμανοί, ταυτόχρονα, οπισθοχωρούσαν. Στο Ζάγκρεμπ βρήκα την ευκαιρία μ’ έναν φίλο και συνοδοιπόρο μου Γιουγκοσλάβο και την κοπανήσαμε. Φόρεσα γερμανική στολή, για να καταφέρω να το σκάσω. Αυτή ήταν η ταυτότητά μου. Περνούσα μπροστά από τα στρατεύματα με τη στολή, γίνονταν της κακομοίρας κατά την οπισθοχώρηση και δε μου έδινε κανείς σημασία. Πηρά το τρένο και πήγα στην Αυστρία. Όταν μπήκαν οι Ρώσοι, φύγαμε μαζί μ’ ένα μπουλούκι για Ιταλία. Εγώ φόραγα ακόμη τα ιδία ρούχα, τα γερμανικά, δεν το ‘χα συνειδητοποιήσει, άσε που δεν είχα και τίποτα άλλο να φορέσω. Περνώντας τα σύνορα, μας συνέλαβαν οι Αμερικάνοι. Μας έστειλαν πρώτα στη Νάπολι. Εκεί, αντάμωσα άλλους τρεις Έλληνες. Μας άφησαν ελεύθερους και πήγαμε στη Ρώμη. Φτάσαμε στην πρεσβεία και ζητήσαμε να γυρίσουμε στην πατρίδα. Ο πρέσβης μάς εξήγησε ότι ήταν δύσκολο, επειδή στην Ελλάδα είχαν ξεσπάσεις νέες ταραχές τότε, που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Μας είχε στην αναμονή.Ο πόλεμος των Αμερικανών ήταν πολύ βρόμικος. Εγώ ήξερα στον πόλεμο να είναι όπλο απέναντι σε όπλο, όχι να σκοτώνουν γυναικόπαιδα και να ρίχνουν ναπάλμ στα πιτσιρίκια.

Ανταμώσαμε έναν Έλληνα λεγεωνάριο. Αυτός μας στρατολόγησε στη Λεγεώνα των Ξένων. Μας έβαλαν στο βαπόρι και μας έστειλαν στην Αλγερία, για να εκπαιδευτούμε. Δεινοπαθήσαμε σε επώδυνα, αλλά άχρηστα καψώνια και αυτοί απλά έβγαζαν πάνω μας τα απωθημένα τους. Τίποτα απ’ αυτά που μάθαμε δεν απέδωσε στην πραγματική μάχη. Άλλο πράγμα η έρημος της Αφρικής και άλλο τα εδάφη της Άπω Ανατολής. Μας κάλεσαν να πάμε στην Ινδοκίνα να αφοπλίσουμε Γιαπωνέζους. Μπήκαμε σ’ ένα μεγάλο βαπόρι στο Αλγέρι και μετά από 20 περίπου μέρες φτάσαμε στη Σαϊγκόν. Ήταν 2 Φεβρουαρίου 1946. Γιαπωνέζους, βέβαια, δε βρήκαμε. Αντίθετα, βρήκαμε έναν λαό που πάσχιζε για την ανεξαρτησία του. Ήταν τόσα χρόνια σκλάβοι των αποικιοκρατών.

Ο κύριος Κώστας θυμάται τις εποχές που οι Αμερικάνοι πυρπολούσαν ολόκληρα χωριά. 

Δυο μήνες έμεινα στη Λεγεώνα και σοκαρίστηκα από το μίσος που έβγαζαν εναντίον του απλού κόσμου. Είχαν μετατραπεί σε αληθινούς δήμιους. Έκαιγαν τις καλύβες των χωρικών, πυρπολούσαν ολόκληρα χωριά, ξεκοίλιαζαν έγκυες γυναίκες, έσφαζαν μωρά. Όλα αυτά με ξένισαν από την πρώτη στιγμή. Εντάξει, γράμματα δεν ήξερα, αλλά κάτι θυμόμουν από το σχολείο για την Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησε να γεννιέται μέσα μου η απόφαση. Δεν ήθελα να λερώσω τα χέρια μου, να κάνω σ’ έναν ξένο λαό αυτά που έκαναν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στην πατρίδα μου. Έψαχνα έναν τρόπο, για να έρθω σε επαφή με τους αντάρτες, τους Βιετμίνχ. Τότε, προέκυψε ένα τυχαίο γεγονός. Ο λοχαγός μας έφερε μια κοπέλα, Βιετναμέζα. Ήταν πολύ όμορφη και γλυκιά, αλλά εγώ στο μυαλό μου την είχα για πόρνη, αφού πήγαινε με τον λοχαγό και μ’ ενδιέφερε μόνο να της δώσω λίγα λεφτά, για να κάνω και εγώ κάτι μαζί της. Ωστόσο, η κοπέλα, όπως διαπίστωσα, ήταν αγωνίστρια του κινήματος που είχε παρεισφρήσει στη Λεγεώνα, για να συλλέξει πληροφορίες για τον αντίπαλο. Αυτή με βοήθησε να καταλάβω τι γίνεται.Άφησα ένα γράμμα στους φίλους μου τους Έλληνες, όπου τους ανακοίνωνα ότι έφευγα επειδή δεν ήθελα, όταν θα πέθαινα, να βλαστημάνε πάνω από τον τάφο μου. Στις 4 Απριλίου του 1946, λιποτάκτησα μ’ έναν φίλο μου Ισπανό. Απελευθερώσαμε 26 Βιετναμέζους αιχμάλωτους, κλέψαμε ένα οπλοπολυβόλο και φύγαμε για το βουνό. Μετά από κάποιες μέρες, βρήκαμε και άλλους αντάρτες. Αυτοί, να καταλάβεις, είχαν μόνο κάτι μαχαίρια και γιαταγάνια. Όταν είδαν το οπλοπολυβόλο, έστησαν πανηγύρι. Με πέρασαν από κάποια τεστ, για να τσεκάρουν την αξιοπιστία μου. Καλά έκαναν οι άνθρωποι, είχαν περάσει και άλλοι πριν από μένα και τους εξαπάτησαν.

Φορά ακόμα με περηφάνια τα κόκκινα μετάλλιά του. 

Στη ζούγκλα φτιάχναμε αυτοσχέδιες καλύβες και μέναμε εκεί. Πρέπει να πέρασα περίπου έξι χρόνια ξυπόλητος. Στα διαλλείματα από τις μάχες, καλλιεργούσαμε τα χωράφια, για να έχουμε φαγητό. Ο στρατός εκεί έβγαζε με τον ιδρώτα του το ψωμί του. Ο κόσμος, βέβαια, μας αγαπούσε και μας τροφοδοτούσε όσο μπορούσε με τροφή.

Ο πόλεμος είναι βάρβαρο πράγμα. Δεν σου δίνουν κουφέτα. Μόνο σκοτωμούς βλέπεις. Η σφαίρα που ρίχνεις δεν ξέρεις πού θα πάει και ούτε γυρίζει πίσω να σου πει τι έγινε. Πάνω από τα πτώματα των συντρόφων μας βάζαμε τα όπλα και πολεμούσαμε. Σας εύχομαι ποτέ να μην το ζήσετε αυτό. Έβλεπα συχνά εφιάλτες και έτρεμα ολόκληρος. Ακόμη βλέπω καμιά φορά, αλλά γέρασα και η ταινία ξεθωριάζει. Εμείς, στις μάχες που δίναμε, δεν σκοτώναμε εν ψυχρώ. Οι Γάλλοι το έκαναν. Εμάς το πιστεύω μας ήταν, όταν ο άνθρωπος σηκώσει το χέρι, παύεις να πολεμάς, δε σκοτώναμε μπαμπέσικα. Οι Γάλλοι πυροβολούσαν τους αιχμάλωτους τραυματίες, για να μη τους κουβαλάνε. Εμένα μου έφεραν μια φορά έναν αιχμάλωτο Γάλλο, με κομμένο το ποδάρι, του φτιάξαμε μια πατερίτσα και το βράδυ, για να τον υποδεχτούμε, του φτιάξαμε μια σούπα με ρύζι και ζάχαρη. Μας διηγήθηκε πως πιάστηκε. Τραυματίστηκε, έμεινε ολομόναχος σε μια χαράδρα και οι Βιετναμέζοι τον βρήκαν και τον περιέθαλψαν. Καταλαβαίνεις, τον έσωσαν, χωρίς να νοιαστούν αν είναι δικός τους ή ξένος.

Τραυματίστηκα κι εγώ δύο φορές. Έκανα εγχείρηση σ’ ένα πρόχειρο ιατρείο, χωρίς νάρκωση. Πόνος, αλλά και τι άλλο να κάνεις; Μια φορά πιάστηκα αιχμάλωτος. Όμως στάθηκα τυχερός και κατόρθωσα να δραπετεύσω. Με φύλαγαν οι ορεσίβιοι, που ήταν αγαθοί άνθρωποι, αλλά οι Γάλλοι τους εκμεταλλεύονταν. Εγώ είχα μάθει τη νοοτροπία τους και μπόρεσα να τους τουμπάρω.Τότε δεν γνώριζα ακόμη τίποτα για τον κομμουνισμό. Καταλάβαινα μόνο ότι οι αντάρτες είναι πατριώτες που νοιάζονταν για την πατρίδα τους. Αυτό εκτίμησα και έμεινα κοντά τους. Με το πέρασμα του καιρού, την εμπειρία και τη μελέτη, ξεκίνησα να ασχολούμαι με την πολιτική. Έγινα μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και το θεώρησα μεγάλη τιμή.

Όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσα να απωθήσω τις μνήμες της οικογένειάς μου. Δε συμφέρει στον πόλεμο να θυμάσαι ότι έχεις μάνα και πατέρα, θα σου δημιουργήσει προβλήματα στη μάχη. Έβλεπα καμιά φορά στον ύπνο μου τη μάνα μου και πεταγόμουν.

Η διήγηση της ζωής του κ. Κώστα είναι η Ιστορία του κόσμου. 

Αυτός ο πρώτος πόλεμος με τους Γάλλους διήρκεσε εννέα χρόνια. Τελείωσε το 1954, με τη νίκη των Βιετναμέζων επί των Γάλλων στη μεγάλη μάχη του Ντιεν Μπιεν Φου. Η χώρα χωρίστηκε στα δύο. Οι αντάρτες μετακινήθηκαν στο Βορρά, οι δοσίλογοι και οι Γάλλοι στο Νότο. Η συνθήκη της Γενεύης όριζε ότι μετά από δύο χρόνια θα γίνουν εκλογές και θα υπάρξει ενοποίηση. Βέβαια, οι Αμερικάνοι ήθελαν με κάθε τρόπο να αποτρέψουν την επικράτηση των κομμουνιστών σε όλη τη χώρα. Δεν προλάβαμε να χαρούμε το τέλος του πολέμου. Προτού καλά-καλά αποχωρήσουν οι Γάλλοι, εισέβαλλαν οι Αμερικάνοι. Ήξεραν ότι, αν γίνονταν ελεύθερες εκλογές, όλος ο κόσμος θα ψήφιζε τον Hồ Chí Minh. Ήταν σπουδαίος ηγέτης, ο καλύτερος.

Εγώ τότε ήμουν στο Βόρειο Βιετνάμ και έκανα αίτηση να πάω στον νότο να πολεμήσω. Μου είπαν ότι δεν πολεμάς τους Αμερικανούς μόνο με όπλα – και ένα χωράφι αν σκάβεις, και έναν δρόμο αν ανοίγεις, όλα αυτά είναι συνεισφορά στον αγώνα. Ο καθένας από εμάς στον βορρά δούλευε και για τον εαυτό του και για να βοηθήσει τους αντάρτες στον νότο. Πολεμούσαμε όλοι με τον τρόπο μας.

Ο πόλεμος των Αμερικανών ήταν πολύ βρόμικος. Εγώ ήξερα στον πόλεμο να είναι όπλο απέναντι σε όπλο, όχι να σκοτώνουν γυναικόπαιδα και να ρίχνουν ναπάλμ στα πιτσιρίκια. Τέτοια πρόστυχα πράγματα έκαναν. Τι δουλειά είχε η Αμερική να πάει στο Βιετνάμ; Γέμισε ο κόσμος φέρετρα. Πήραν στον λαιμό τους τόσα νέα παιδιά. Βλέπω της χήρες των Αμερικανών στρατιωτών και πονάει η καρδιά μου. 

Φωτογραφίες από τη ζωή του στο Βιετνάμ. 

Ο κ. Κώστας σε νεανική ηλικία στο Βιετνάμ.

Η πρώτη μου γυναίκα ήταν αντάρτισσα. Τη γνώρισα στη μάχη και ερωτευτήκαμε. Ήταν άτυχη, όμως. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Hồ Chí Minh εφάρμοσε ένα πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης και αναδιανομής της γης, επειδή οι αγρότες μέχρι τότε ήταν δούλοι των τσιφλικάδων. Η γυναίκα μου πήγε να δουλέψει ως νοσοκόμα σ’ ένα κοχλόζ. Όταν είσαι άπειρος, κάτι θα γίνει στραβά. Έτυχε, λοιπόν, στο νοσοκομείο που δούλευε η γυναίκα μου να πεθάνει ένα στέλεχος της κυβέρνησης. Έγινε έρευνα, έψαχναν ψύλλους στ’ άχυρα και έπιασαν τον γιατρό και τη γυναίκα μου που ήταν νοσοκόμα. Τους κατηγόρησαν ως αντιδραστικούς, ότι τον εξόντωσαν εσκεμμένα. Την έβαλαν στη φυλακή. Ήρθαν τα στελέχη του κόμματος και μου ζήτησαν να απολογηθώ. Τους εξήγησα πως, αν είναι αντιδραστικιά και λειτουργεί εις βάρος της επανάστασης, δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί της. Πρόδωσα τη γυναίκα μου; Ναι, την πρόδωσα. Μόνο εγώ ξέρω αν στεναχωρήθηκα. Κόπηκαν τα γόνατά μου, φοβήθηκα μη μου έρθουν κακές σκέψεις στο μυαλό μου, χτυπούσα το κεφάλι μου στο ντουβάρι, για να συνέλθω. Αλλά τι να έκανα; Πίστεψα σε αυτό που έλεγαν.

Με τον καιρό, έφτιαξα ξανά τη ζωή μου. Παντρεύτηκα τη δεύτερη γυναίκα μου, έμεινε έγκυος. Για την κυβέρνηση είχε έρθει ταυτόχρονα η στιγμή να διορθώσει τα παλιά σφάλματα. Το κόμμα διαπίστωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και πήρε πρωτοβουλίες, ξεκινώντας με την απελευθέρωση όσων είχαν άδικα φυλακιστεί. Οι άνθρωποι που αποφυλακίστηκαν διεκδίκησαν αυτό που ο καθένας είχε στερηθεί. Η πρώτη μου γυναίκα ζήτησε τον άνδρα της. Με κάλεσε ο υπεύθυνος του κόμματος και μου διεμήνυσε ότι μου επιτρέπουν να έχω δύο γυναίκες. Στεναχωρήθηκα, παραφέρθηκα, έδωσα μια στην πόρτα και έφυγα. Μου κακοφάνηκε, ρε παιδί μου. Να πάρω δύο γυναίκες; Από πού και ως πού; Εμείς πολεμούσαμε ενάντια στην πολυγαμία. Αυτοί ένιωσαν προσβεβλημένοι και με διέγραψαν. Τι να πεις; Δεν έφταιγαν αυτοί, διαταγές εκτελούσαν.

Γύρισα το 1965 στην Ελλάδα, μαζί με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Τότε είδα πρώτη φορά ξανά τη μάνα μου. Προτού ανταμωθούμε, είχαμε αλληλογραφία από το 1954. Εγώ ήμουν υπεύθυνος των αιχμαλώτων και απελευθερώνοντας έναν, τον εμπιστεύτηκα να πάει ένα γράμμα στο σπίτι μου. Έτσι ξεκινήσαμε να επικοινωνούμε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η καημένη η μάνα μου είχε κάνει τρεις φορές κόλλυβα. Όποτε ρώταγε για μένα και δεν μάθαινε νέα μου, έβαζε τα μαύρα. Πήγα στη Θεσσαλονίκη και τους βρήκα. Τα ‘χασα. Μικρό παιδάκι έφυγα από την πόλη. Όλα ήταν διαφορετικά. Είχα χάσει την ελληνική ιθαγένεια, επειδή δεν είχα πάει Στρατό. Ευτυχώς, είχα κρατήσει το χαρτί από τη Λεγεώνα, το έδειξα στο δικαστήριο και αθωώθηκα. Έψαξα για δουλειά, στην αρχή δούλευα με τον αδερφό μου, που ήταν έμπορος ξηρών καρπών. Ύστερα, έβγαλα δίπλωμα οδηγού και δούλεψα οδηγός νταλίκας, στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα. .

Αλλά και εδώ που ήρθα, δεν άλλαξα. Κομμουνιστής ήμουν και αυτό παραμένω, μέχρι σήμερα. Είναι το μοναδικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που σου ανοίγει το μέλλον. Δεν έχει σημασία που με είχαν διαγράψει. Γίνονται λάθη στην επανάσταση. Μόνο ο πεθαμένος και το μωρό στην κοιλιά δεν κάνουν λάθη. Δε μπορώ να αλλάξω, λοιπόν, τώρα. Θα ήταν σαν να έβγαζα άχρηστη τη ζωή μου.


Ωραία χώρα το Βιετνάμ. Ωραίος λαός, πονόψυχος και καλόκαρδος. Τους αγάπησα και μ’ αγάπησαν. Τους επισκέπτομαι συχνά. Με σέβονται και με καλούνε. Ευτυχώς, δεν ήμουν και πολύ μορφωμένος και έμεινα αγνός στη σκέψη. Είμαι περήφανος που είμαι καθαρός. Δεν μετάνιωσα που ήμουν εκεί. Ό,τι έκανα το έκανα με τη θέληση και την ψυχή μου. Δεν παρασύρθηκα, ούτε εκβιάστηκα. Με χαμόγελο τα έκανα. Έβλεπα ότι οι άνθρωποι ζούσαν σαν σκλάβοι και τράβαγαν το αλέτρι μες στο βούρκο. Δεν μπορείς να μειώνεις έτσι τη ζωή, να στερείς από έναν λαό την ελευθερία του και την αξιοπρέπειά του. Βλέπω ακόμη και σήμερα νέους πολέμους, νέο αίμα. Γιατί; Ποτέ ξανά πόλεμος.

Ακου να σου πω, Νίκο Καρανίκα

Νίκο Καρανίκα, άκου να σου πω, καλέ μου φίλε…Οσο είσαι στην Αλεξάνδρεια, μιξάρεις ποτά και μουσικές στο μπαρ ή διατυπώνεις αποφθέγματα περί καριέρας, έχεις το δικαίωμα να γράφεις και να λες ό,τι σου γουστάρει στο facebook, στο twitter, ενίοτε και σε τοίχους. Αρκεί να είσαι προσεκτικός και να μην εκτίθεσαι από την ορθογραφία σου – παθαίνετε κάτι τέτοια εκεί στο Μαξίμου.

Όμως, Νίκο μου, όταν βγάζουμε το μεροκάματό μας στο Μαξίμου, έχουμε γραφείο στη Βουλή και στέκι στο Κολωνάκι με τα χρήματα του φορολογούμενου, καλό είναι να είμαστε πιο προσεκτικοί. Του κερατά, στρατηγικό σχεδιασμό στον Πρωθυπουργό κάνεις, θα τα γνωρίζεις αυτά τα θέματα καλύτερα από μένα.Εγραψες, φιλαράκι μου (δεν γνωριζόμαστε, αλλά εγώ αισθάνομαι οικεία μαζί σου), ένα σχόλιο στο facebook για το «Ολοι μαζί μπορούμε», τη χούντα, τον Αλαφούζο και τον Σαββόπουλο, τον οποίο εγκαλείς και ως κλέφτη τραγουδιών. Ασφαλώς, Νίκο, μπορείς να έχεις οποιαδήποτε άποψη θέλεις για όλους αυτούς που τρέχουν στου Αλαφούζου με μία σακούλα τρόφιμα ή για την καλλιτεχνική επάρκεια του Σαββόπουλου. Όμως, Νίκο, όσο εξασφαλίζεις τη ζωή σου στην πρωτεύουσα από τον ιδρώτα και το υστέρημα του φορολογούμενου, οφείλεις να είσαι πιο προσεκτικός. Αλλωστε κάποιοι από αυτούς που πήγαν στο Καλλιμάρμαρο μπορεί να είναι και ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, κοινώς την ίδια στιγμή πιθανώς να είναι και πελάτες και εργοδότες σου. Και αυτοί, Νίκο μου, πήραν ένα πακέτο μακαρόνια και το προσέφεραν σε συμπατριώτες μας που έχουν ανάγκη. Εσύ τι ακριβώς έκανες; Πληρώνεσαι για να υπηρετείς μία κυβέρνηση που, όπως και οι προηγούμενες, κάνει το παν για να καθιστά αυτές τις πρωτοβουλίες πιο χρήσιμες από ποτέ. Συνεπώς, πριν βγάλεις γλώσσα προς όλους αυτούς, πες μας καλύτερα πόσες σελίδες φωτοτύπησες από τα μνημόνια της Αριστεράς.363828-752646Γράφεις ρε συ Νίκο ότι ο Σαββόπουλος είναι «αμοράλ κλέφτης τραγουδιών». Σοβαρά μιλάς, Νίκο; Νομίζω ότι πρέπει να είσαι εγκρατής όταν μιλάς για ηθική. Διότι για να έχεις κλιματιζόμενο γραφείο στην πιο ακριβή περιοχή της χώρας, κάποιοι πούλησαν χυδαίο λαϊκισμό, εξαπάτησαν με τερατώδη ψεύδη και πλιατσικολόγησαν στην ελπίδα. Τα περί αμοραλισμού, λοιπόν, κράτα τα για να τα κουβεντιάσεις με τους συντρόφους ή τη συνείδησή σου. Εννοείται ότι δεν θα τα χαλάσουμε για την καλλιτεχνική αξία του Σαββόπουλου. Θεωρώ πολύ πιθανό το ενδεχόμενο να μην καταλαβαίνεις τι ακούς και, τέλος πάντων, οι καλλιτεχνικές προτιμήσεις είναι κάτι αυστηρά προσωπικό. Ωστόσο, Νίκο μου, άκουσέ με, καλόν είναι, όταν πιάνεις στο στόμα ή στα δάχτυλα τον Σαββόπουλο, να σέβεσαι. Δεν είναι δα και η Μενεγάκη, αλλά, ξέρεις, εδώ και μισό αιώνα βάζει στίχους και μελωδία στα όνειρα, στους πόνους και στις νευρώσεις μας. Και μαζεύει, για πλάκα, 50.000 κόσμο.Βλέπω, Νίκο, διέγραψες την ανάρτησή σου. Ηταν, πράγματι, μία σοφή πράξη. Αν το μετάνιωσες, τότε μας παρουσιάζεις έναν άνθρωπο που άγεται και φέρεται από το θυμικό του, αλλά στο τέλος επικρατεί η σύνεση. Αυτά χρειάζονται λεπτούς τρόπους. Χειρουργικές τομές. Και άσε τον Νιόνιο να γκρινιάζει. «Τώρα με χειρουργεί η αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική».Φιλικά

Motherboard

Ο Ένας από τους Τρεις Ιδρυτές της Apple Δεν Έχει Χρησιμοποιήσει Ποτέ iPhone και Δεν το Μετανιώνει
Madeline Moitozo
O Ronald G. Wayne

Ο 83χρονος Ronald G. Wayne σχεδίασε το πρώτο λογότυπο της Apple και πούλησε το 10% μετοχών που είχε για μόλις 800 δολάρια. Θα το έκανε ξανά.

Tο άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Motherboard.Ο Ronald Wayne ζει σε ένα μικρό σπιτάκι στην πόλη Πάχραμπ της Νεβάδα. Ο 83χρονος σχεδιαστής και μηχανικός ήταν ο τρίτος συνιδρυτής της Apple, αν και σήμερα είναι πιο γνωστός ως ο άτυχος τύπος που πούλησε το 10% των μετοχών του για 800 δολάρια, 12 μέρες πριν από τη σύστασή της, το 1976. Υπολογίζεται ότι σήμερα οι μετοχές του θα άξιζαν 67 δισεκατομμύρια δολάρια.Αλλά ο Wayne λέει ότι δεν μετανιώνει λεπτό την απόφασή του. Στα χρόνια που μεσολάβησαν έχει εκδώσει δύο βιβλία, ανάμεσά τους κι η αυτοβιογραφία του, με τίτλο Adventures of An Apple Founder (εκδ. 512Κ Entertainment).

Το αρχικό λογότυπο της Apple που σχεδίασε ο Ronald Wayne / Φωτογραφία: Wikimedia Commons

Motherboard: Όταν η Apple έγινε σπουδαία, ο Steve Jobs ή ο Steve Wozniak ήρθαν να σου προτείνουν περισσότερα λεφτά;
Ronald Wayne: Ο Jobs ήρθε τρεις φορές. Φάγαμε μαζί και μου πρότεινε δουλειά στην Apple. Κάθε φορά έλεγα όχι. Αλλά όχι, δεν ήρθαν να μου προσφέρουν περισσότερα λεφτά. Είμαι σίγουρος ότι ο Woz μάλλον ήθελε, αλλά ο Jobs για κάποιο παράξενο λόγο έβλεπε πολύ διαφορετικά το χρήμα απ’ ό,τι ο Wozniak.Έχει ειπωθεί ότι ο Jobs και o Wozniak δεν τα πήγαιναν πάντα καλά. Εσύ τι έβλεπες στον τρόπο που συνεργάζονταν; 
Ο Steve Jobs και ο Woz συμπλήρωναν εξαιρετικά ο ένας τον άλλον, αλλά ήταν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Να το θέσω ως εξής: αν είχες να διαλέξεις ανάμεσα στον Steve Jobs και ένα παγάκι, θα προτιμούσες να αγκαλιάσεις το παγάκι, για να ζεσταθείς. Αλλά μάλλον γι’ αυτό η Apple έφτασε εκεί που έφτασε.

Τι προϊόντα Apple χρησιμοποιείς τώρα; 
Δεν είχα ποτέ προϊόν της Apple και δεν είχα καν υπολογιστή ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τι να τα κάνω; Έπρεπε να έχω κάποιον λόγο. Ο λόγος προέκυψε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν ένας φίλος μού ζήτησε να του γράψω ένα διήγημα και του το έδωσα γραμμένο στη γραφομηχανή. Έτσι έβαλα κάποιον να μου συνδέσει έναν υπολογιστή και είχε βασικό Ίντερνετ και το WordPerfect της Corel. Όλα αυτά τα χρόνια είχα πάντα τους πιο απλούς υπολογιστές.Κάποτε μου πήραν συνέντευξη μπροστά σε κοινό εκατοντάδων ανθρώπων, στο Μπράιτον. Ο δημοσιογράφος είπε, «Ξέρω ότι ποτέ δεν είχατε κάποιο προϊόν Apple, τώρα λοιπόν έχετε», είπε και μου έδωσε ένα iPad, που το βρήκα ωραίο. Τον ευχαρίστησα και όταν γύρισα στις ΗΠΑ το έδωσα στον υιοθετημένο γιο μου, που μου έδειξε πώς να το χρησιμοποιώ. Αλλά αφού το είχε πάρει στα χέρια του, οι πιθανότητες να μου επιστραφεί ήταν ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Αυτό είναι το πιο κοντινό που έχω βρεθεί σε προϊόν της ApplΠοτέ δεν ασχολούμουν πολύ με υπολογιστές. Ήμουν αυτοδίδακτος μηχανικός για σχεδόν 60 χρόνια. Έμαθα μόνος μου τις ηλεκτρονικές λυχνίες, επειδή μόνο αυτές υπήρχαν τότε, τα τρανζίστορ θα έρχονταν σε 10-15 χρόνια. Όταν ήρθε η λογική τρανζίστορ, έμαθα και αυτή και ύστερα, όταν ήρθε η λογική του ολοκληρωμένου κυκλώματος, την έμαθα και εκείνη.

Σχεδίασες το αρχικό λογότυπο της Apple. Πες μου πώς το σκέφτηκες. 
Ήξερα τότε ότι δεν ήταν ένα καλό λογότυπο για τον 20ό αιώνα, ήταν λογότυπο του 19ου αιώνα, αλλά ήταν διασκεδαστικό. Ό,τι κάναμε στην αρχή, το κάναμε επειδή το διασκεδάζαμε.Ήξερα ότι στεκόμουν στη σκιά γιγάντων με δαύτους. Ήμουν 20 χρόνια μεγαλύτερός τους. Έτσι, έκανα αυτό το σκίτσο με πενάκι. Προσπαθούσα να απεικονίσω τον Νεύτωνα και το μήλο, και ξαφνικά γεννήθηκε μια ιδέα. Στην ουσία ήταν αναλυτής φυσικών επιστημών. Μελετούσε την οπτική και τη βαρύτητα. Είχε δημιουργήσει μια θεωρία για την εξήγηση της μηχανικής και των μαθηματικών. Η άμεση συσχέτιση είναι ότι ο Νεύτωνας και το μήλο πυροδοτούν την ιδέα. Ο Woz και ο Jobs ανήκαν σε μια ομάδα από χομπίστες που έπαιρναν τους επαγγελματικούς υπολογιστές, για να τους κάνουν προσωπικούς υπολογιστές και ο Woz εστίασε στη σχεδίαση ενός πολύ απλού κυκλώματος. Ο Jobs επέμενε στη λέξη «Apple» και εγώ έκανα τον συσχετισμό με το μήλο του Νεύτωνα.Υποτίθεται πως εγώ ήμουν ο ενήλικας της υπόθεσης και έβλεπα τα παιδιά να παίζουν. Μου φάνηκε ιδανικό, δεν ήταν μοντέρνο λογότυπο. Ένα μοντέρνο είναι σαν της GM, χτυπάει στο μάτι, είναι απλό. Το έχω δει σε τόσα μέρη. Μου έρχονται mail θαυμαστών απ’ όλο τον κόσμο. Μου στέλνουν αντίγραφα του λογοτύπου και θέλουν να τα υπογράψω. Έχω μια σφραγίδα και τη χρησιμοποιώ ως ενός είδους υπογραφή.Αν μετανιώνω που πούλησα τις μετοχές μου στην Apple; Όχι, αυτή είναι η απάντησή μου από την πρώτη μέρα και θα παραμείνει ίδια, μέχρι να πεθάνΤι τηλέφωνο χρησιμοποιείς; Δεν χρησιμοποιώ κινητό. Έχω απλώς ένα στο αυτοκίνητο, για περίπτωση ανάγκης. Ένα TracFone.Δεν έχεις εφαρμογές, παιχνίδια, τέτοια πράγματα; 
Α, όχι. Έχω άλλα ενδιαφέροντα. Ενισχύω το εισόδημά μου με συλλεκτικά γραμματόσημα και νομίσματα. Δεν επενδύω σε τίποτα που έχει σχέση με δολάρια, επειδή δεν ξέρω πότε θα γίνει το κακό – αλλά θα γίνει. Στο τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πόλεμου, 40 έθνη συζήτησαν ποιες θα ήταν οι νομισματικές και συναλλαγματικές ισοτιμίες. Προηγουμένως ίσχυε ο κανόνας του χρυσού. Αλλά ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πιο πολυδάπανος στην ιστορία και τα περισσότερα κράτη χρεοκόπησαν. Ο Adam Smith στο Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών (εκδ. Παπαζήσης) είπε ότι κάθε έθνος που χρησιμοποιεί συστήματα λογιστικού χρήματος θα εξαφανιστεί από τον πληθωρισμό. Έρχεται όπου να ‘ναι.Μετανιώνεις για τίποτα;
Κάποτε αναγκάστηκα να πουλήσω το σπίτι μου στη Φλόριντα. Αν μετανιώνω που πούλησα τις μετοχές μου στην Apple; Όχι, αυτή είναι η απάντησή μου από την πρώτη μέρα και θα παραμείνει ίδια, μέχρι να πεθάνω. Υπήρχαν αρκετοί λόγοι που έφυγα από την Apple. Πρώτον, το πάθος μου δεν ήταν οι υπολογιστές, αλλά οι κουλοχέρηδες. Είχα αυτό το πάθος όλη μου τη ζωή και ήθελα να τους σχεδιάζω.Ήμουν 40, εκείνοι ήταν 20. Ήταν σαν να πιάνω έναν τίγρη απ’ την ουρά. Αν είχα μείνει στην Apple, θα είχα καταλήξει ο πιο πλούσιος άνθρωπος στο νεκροταφείο. Ήμουν στη σκιά γιγάντων, ήξερα ότι ποτέ δεν θα είχα το δικό μου project και έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν αυτό το πάθος μου.