ΣΥΝΕΧΕΙΑ….4

 Ποια ελληνικά μνημεία περιλαμβάνονται στη λίστα Παγκόσμιας κληρονομιάς!


Τα μνημεία που συγκαταλέγονται στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς επιλέγονται και εγκρίνονται βάσει της αξίας τους ως τα καλύτερα παραδείγματα της δημιουργικής ευφυΐας του ανθρώπου. Αποτελούν τεκμήρια μιας σημαντικής ανταλλαγής ανθρώπινων αξιών και παρέχουν μια μοναδική ή τουλάχιστον εξαιρετική μαρτυρία μιας πολιτισμικής παράδοσης ή ενός πολιτισμού που ζει ακόμα ή έχει εξαφανισθεί

Είναι άμεσα συνδεδεμένα με σημαντικά στάδια της ανθρώπινης ιστορίας και για το λόγο αυτό έχουν εξέχουσα οικουμενική αξία και αποτελούν τμήμα της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας. Η Ελλάδα έχει συνυπογράψει από το 1981 τη Συνθήκη της UNESCO για την προστασία των μνημείων και χώρων παγκόσμιας κληρονομιάς. Στόχος της UNESCO είναι η προστασία από κάθε είδους φθορά και καταστροφή, προκειμένου αυτά να κληροδοτηθούν στις γενιές του μέλλοντος. Η Ελλάδα έχει εγγράψει 18 μνημεία και τοποθεσίες στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς τηςUNESCO



15. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΜΥΚΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΙΡΥΝΘΑΣ
(Χρονολογία ένταξης 1999)


[https://i0.wp.com/www.ellines.com/wp-content/uploads/2015/12/Mycenae2.jpg?resize=600%2C399]


Οι αρχαιολογικοί χώροι των Μυκηνών και της Τίρυνθας αποτελούν τα επιβλητικά μνημεία των δύο μεγαλύτερων πόλεων του Μυκηναϊκού πολιτισμού, ο οποίος κυριάρχησε στην ανατολική Μεσόγειο από τον 15ο έως τον 12ο αιώνα π.Χ. και διαδραμάτισε ζωτικό ρόλο στην ανάπτυξη του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού. Αυτές οι δύο πόλεις συνδέονται με τα Ομηρικά έπη, Ιλιάδα και Οδύσσεια, τα οποία επηρέασαν την ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία για περισσότερες από 3 χιλιετίες.


16. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ (ΧΩΡΑ), ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ
(Χρονολογία ένταξης 1999)


[https://i1.wp.com/www.ellines.com/wp-content/uploads/2014/06/patmos2.jpg?resize=640%2C386]


Πάτμος – Patmos


Η Πάτμος, στα Δωδεκάνησα, φημίζεται ως το νησί όπου ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος έγραψε το Ευαγγέλιο και την Αποκάλυψη. Ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον «αγαπημένο μαθητή» ανακαλύφθηκε στο νησί στα τέλη του 10ου αιώνα. Από τότε είναι τόπος προσκυνήματος και σταθμός της ελληνορθόδοξης μάθησης. Το μοναστηριακό συγκρότημα κυριαρχεί στο νησί. Ο παλιός οικισμός της Χώρας, ο οποίος συνδέεται με αυτό, περιλαμβάνει θρησκευτικά και λαϊκά κτίρια.


17. ΠΑΛΑΙΑ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
(Χρονολογία ένταξης 2007)


[https://i1.wp.com/www.ellines.com/wp-content/uploads/2014/04/corfu5-1024×567.jpg?resize=705%2C390]


Η Παλαιά Πόλη της Κέρκυρας με τα δύο φρούρια της, το παλαιό και το νέο, και με ίχνη πολλαπλών επιρροών, βρίσκεται στην είσοδο της Αδριατικής Θάλασσας και κατοικείται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Λόγω της στρατηγικής θέσης της η Κέρκυρα εξελίχθηκε σε σημαντικό λιμάνι που προστάτευε το νησί από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες. Η Παλαιά Πόλη της Κέρκυρας θεωρείται μία από τις σημαντικότερες οχυρωμένες πόλεις της Μεσογείου.


18. Αρχαιολογικός Χώρος Φιλίππων
(Χρονολογία ένταξης 2016)


[https://i1.wp.com/www.ellines.com/wp-content/uploads/2015/12/philippi.jpg?resize=705%2C467]


Οι Φίλιπποι αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους και πληρέστερους αρχαιολογικούς χώρους της Βόρειας Ελλάδας, με πλήθος μνημείων, τα οποία συνδέονται με τη διαχρονική εξέλιξη της πόλης από την ελληνιστική περίοδο μέχρι τα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Η στρατηγική της θέση, που διέκρινε ο Φίλιππος Β΄, αναβαθμίζεται με την «Εγνατία Οδό». Μετά τη δραματική μάχη το 42 π.Χ. που καθόρισε την πολιτική ιστορία του ρωμαϊκού κράτους ζει μια περίοδο ακμής ως ρωμαϊκή αποικία (Colonia Augusta Julia Philippensis). Σε αυτό το ζωηρό αστικό κέντρο ήρθε ο Απόστολος Παύλος και ίδρυσε την πρώτη χριστιανική εκκλησία σε ευρωπαϊκό έδαφος το 49/50 μ.Χ., γεγονός που έμελλε να αλλάξει τόσο τη φυσιογνωμία της πόλης, όσο και της ηπείρου. Με την αναγνώριση του Χριστιανισμού και την καθιέρωσή του ως επίσημης θρησκείας του κράτους στην πόλη ιδρύθηκαν επιβλητικοί χριστιανικού ναοί, ένα πανόραμα παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής.

  ΣΥΝΕΧΕΙΑ….3

 Ποια ελληνικά μνημεία περιλαμβάνονται στη λίστα Παγκόσμιας κληρονομιάς!


Τα μνημεία που συγκαταλέγονται στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς επιλέγονται και εγκρίνονται βάσει της αξίας τους ως τα καλύτερα παραδείγματα της δημιουργικής ευφυΐας του ανθρώπου. Αποτελούν τεκμήρια μιας σημαντικής ανταλλαγής ανθρώπινων αξιών και παρέχουν μια μοναδική ή τουλάχιστον εξαιρετική μαρτυρία μιας πολιτισμικής παράδοσης ή ενός πολιτισμού που ζει ακόμα ή έχει εξαφανισθεί
Είναι άμεσα συνδεδεμένα με σημαντικά στάδια της ανθρώπινης ιστορίας και για το λόγο αυτό έχουν εξέχουσα οικουμενική αξία και αποτελούν τμήμα της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας. Η Ελλάδα έχει συνυπογράψει από το 1981 τη Συνθήκη της UNESCO για την προστασία των μνημείων και χώρων παγκόσμιας κληρονομιάς. Στόχος της UNESCO είναι η προστασία από κάθε είδους φθορά και καταστροφή, προκειμένου αυτά να κληροδοτηθούν στις γενιές του μέλλοντος. Η Ελλάδα έχει εγγράψει 18 μνημεία και τοποθεσίες στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς τηςUNESCO

10. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
ΜΥΣΤΡΑ
(Χρονολογία ένταξης 1989)

Το θαύμα του Μοριά ανεγέρθη ως φρούριο το 1249 από τον Βασιλιά της Αχαΐας
Γουλιέλμο τον Βιλλεαρδουίνο. Επανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς, αργότερα
κατακτήθηκε από τους Τούρκους και τους Βενετούς. Η πόλη εγκαταλείφθηκε το 1832
αφήνοντας συναρπαστικά μεσαιωνικά ερείπια να στέκουν μέσα σε μία εξαιρετικής
ομορφιάς τοποθεσία.

11. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΔΗΛΟΥ
(Χρονολογία ένταξης 1990)

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Απόλλωνας γεννήθηκε σε αυτό το μικρό νησί
των Κυκλάδων. Τα ιερό του Απόλλωνα προσέλκυε προσκυνητές απ΄ όλη την Ελλάδα και
η Δήλος ήταν ένα ακμάζον εμπορικό λιμάνι. Το νησί φέρει επιρροές από τους
διαδοχικούς πολιτισμούς του «Αιγιακού» κόσμου, από την 3η χιλιετηρίδα π.Χ. έως
την παλαιοχριστιανική εποχή. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι εξαιρετικά εκτεταμένος
και πλούσιος και αποδίδει την εικόνα ενός σπουδαίου κοσμοπολίτικου μεσογειακού
λιμανιού.

12. ΜΟΝΗ ΔΑΦΝΙΟΥ, ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΜΟΝΗ ΧΙΟΥ
(Χρονολογία ένταξης 1990)

Παρά τη σημαντική γεωγραφική τους απόσταση (το πρώτο στην Αττική, το δεύτερο
στην Φωκίδα και το τρίτο στο Αιγαίο) αυτά τα τρία μοναστήρια ανήκουν στην ίδια
τυπολογική σειρά. Οι εκκλησίες έχουν κτισθεί με μεγάλο θόλο ο οποίος στηρίζεται
με μικρές αψίδες δημιουργώντας έναν οκταγωνικό χώρο. Τον 11ο και 12ο αιώνα οι
εκκλησίες είχαν ποικίλο διάκοσμο, πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις, ψηφιδωτά και
μωσαϊκά σε χρυσό φόντο, όλα χαρακτηριστικά της «δεύτερης Βυζαντινής Περιόδου».

13. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΗΡΑΙΟΥ ΣΑΜΟΥ
(Χρονολογία ένταξης 1992)

Από την 3 χιλιετηρίδα π.Χ. πολλοί πολιτισμοί έχουν κατοικήσει σε αυτό το μικρό
νησί του Αιγαίου κοντά στην Μικρά Ασία. Τα ερείπια του Πυθαγόρειου, ενός
αρχαίου οχυρωμένου λιμανιού με ελληνικά και ρωμαϊκά μνημεία και ένα εντυπωσιακό
υδραγωγείο, καθώς και το Ηραίο, ο ναός της Ήρας της Σάμου, είναι ακόμα
επισκέψιμα

Γεώργιος Αδρακτάς – Μικρά βάσανα (1902)


Μαθητική Ανάμνησις. Τω κ. Αριστείδη Ν. Κυριακώ. 
ΟΛΟΙ τον ξέραν στο χωριό της Καλόγριας το Μήτσο , τ’ορφανό, δεκαεφτά χρονώ παιδί. πρώτον στα παιχνίδια, μα και στα γράμματα.
Δεν είχε τότες το χωριό ξεχωριστό σκολειό για τα κορίτσια- στο ίδιο πήγαιναν όλα, αρσενικα καί θηλυκά, κι’ ό δάσκαλος, γέρος με ράσα καί σκούφο, άπ ’τούς παλιούς που γράφουν η ιστορίαις, για νά προλαβαίνη ό,τι μπορούσε νά συμβή, στα διαλείμματα μέ λόγο η με μάτι πονηρό, ξεχώριζε τά δυο αντίθετα φύλα σε δύο μεγάλους σοφάδες μέσα στον εξώστη, κι’έπερπατοϋσε ανάμεσα, μέ τή βέργα στή μασκάλη καί τά χέρια πίσω θηλυκωμένα, ρίχνοντας λοξαίς ματιαίς δεξιά κι’ άριστερά.
Κι’όταν εκουράζονταν άπ’τό περπάτημα, εκάθονταν στή χοντροκαμωμένη καρέκλα του, κι  έπαιρνε πρέζες από μια ξύλινη πολυκαιρισμένη ταμπακέρα, που τή φύλαγε σε πέτσινη θήκη, κι’ άν τύχαινε τότες νά μυριστή καμμιά στραβή ματιά στο ένα ή στάλλο μέρος, χτυπούσε τή βέργα δυνατά στο πάτωμα κι εφώναζε :
— Τά μάτια κάτω, σκυλιά παραδομένα ! Που κυττάζετε ;
Με μιας τριάντα ή σαράντα κεφάλια έκλιναν μπρος στ’ ανοιγμένα βιβλία, σάν μεστωμένα στάχια που τά φυσά ο λίβας.Ήταν δύσκολα τότες τά γράμματα. Καί καθώς άργούσαν οι γονιοί νά τα στείλουν τά παιδιά τους στο σκολειό, πολλαίς φοραίς έχνούδιαζαν τά μουστάκια τους πριν φτάσουν τό Ψαλτήρι ή τό Χριστόφορο.
Όσο γιά κορίτσια, πολύ λίγα σπίτια, τά πλουσιότερα, τα στελναν στο σκολειό, κι’εκεί μαζί διαβάζαν με τ’αγόρια στις τάξεις καί στά ημικύκλια. Πολλαις φοραίς έπαιζαν καί τά πετρόδούλα, καί τά σκλαδάκια, καί παραέτρεχαν. Κι ήταν ωραίο να βλέπης τά μυρωμένα νιάτα μ άπλότη ν’ ανακατατεύωνται.
Μά στο γέρο δάσκαλο δεν πολυάρεζε’ είχε νά κάνη μέ πράμματα ενάντια, σάν το μπαρούτι με τή φωτιά’ γι’αυτό καί άνοιγε τά μάτια τέσσερα, γιά νά έμποδίζη τής αστραπαίς καί τής φωτιαίς που ήταν έτοιμαις νά πιάσουν κάθε στιγμή μέσα σ’ εκείνη τή μαγεμένη σφαίρα.

Καί που να πρωτοφτάση ο άμοιρος! Μήπως μπορείς νά κόψης τή φόρα του Ήλιου, που έρχεται κάθε πρωί νά λούση μέ τής χρυσαίς αχτίδαις του τήν ποθητή του Γη ;
Μήπως μπορείς νά πνίξης τήν ευωδιά των λουλουδιών, οπού σκορπά η άνοιξη στο χαμογέλιο του Ήλιου, Καί σύννεφα αν του προβάλης μαύρα καί παχιά, θά σου τα κάψη, θά τά λυώση, θά φανή. Πάχνη κι’ άν ρίξης στά λουλούδια δυνατή, θά τήν χτυπήση με τής σαίταις του, μαργαριτάρια θά τήν κάνη καί θά στολίση μέ αύτά, τά γλέφαρα των λουλουδιών. Από μακρυά θα τά φιλήση μέ τά μάτια του κι’εκείνα ολοπρόθυμα θά του χαρίσουν τήν ψυχίτσα τους.
Απ’όλους τούς μαθητάδες έναν προ πάντων είχε στο μάτι κι έχτρεύονταν ό δάσκαλος, το Μήτσο τής Καλογριάς, καλόν καί στά μαθήματα μά καί στά σκάνταλα. Σέ ο,τι κι’άν έγίνετο, παιχνίδι ή παρατράγουδο, ή μέσα στο σκολειό ή έξω στά περιβόλια, ο Μήτσος είχε τήν ουρά του. Μά ήτον πονηρός καί του ξέφευγε. Σάν χέλι ξεγλυστροΰσε άπ’τά χέρια του.Ό Μήτσος ήτον στο άνθος τής ήλικίας του, έξυπνος καί προικισμένος μέ φυσικά χαρίσματα.
Έμάθαινε πρώτος τά μαθήματα καί τά ξηγούσε καί στάλλα τά παιδιά και στά κορίτσια.Τά σύναζε τριγύρω του καί τά έλεγε :
— Αν θέλετε νά μάθετε Ιστορία, νά’ τή διαβάζετε σάν παραμύθι κι οχι σάν μάθημα. Στήν αριθμητική νά βάνετε τό νού σας σε ενέργεια. Για τήν ορθογραφία να κυττάζετε πώς γράφεται ή λέξις ώμορφότερα. Στο τόπι δέν μέ φθάνετε, γιατί έχω μια τέχνη καί βάνω τή δύναμι στο χέρι μου όταν θ’ ακουμπήση το τόπι στην απαλάμη μου.
Άπομεναν τ’ αγόρια χάσκοντα κι’έβλεπες δάκρυα μυστικά στών κοριτσιών τά μάτια τά ορθάνοιχτα.Κι  άν στή στιγμή έτύχαινε νά φανή ό δάσκαλος, άγριος καί κακός, ολα με μια φωνή επροφασίζονταν :
— Την Ιερά Ιστορία λέγαμε . … .
Έτριζε τά δόντια του τότες ό δάσκαλος, χτυπούσε τή φτέρνα καταγής καί μ’ ένα μούγκρισμα, σάν ώργισμένο θηρίο, του Μήτσου έλεγε :
— Σκυλί παραδομένο ! πάλι εσύ ! Μαύρη θάναι η ώρα που θά σέ βάλω στά νύχια μου !Μαύρη καί σκοτεινή !
Η παρά μία τεσσαράκοντα ήτον ή ελαφρότερη άπ’ τής τιμωρίαις που δίνε με τή βέργα του.Ανέβαζε τον φταίκτη στή ράχη άλλου μαθητή, καί γυρίζοντας τριγύρω στά θρανία, εμπρός ο φορτωμένος κι αυτός από κοντά, μ’ ένα βελόνι εσούβλιζε τά πισινά τοΰ φταίκτη, ως που το αίμα έτρεχε άπ ’ τά ποδάρια του κι έβαφε το πάτωμα. Ώς τόσο τάλλα πλάσματα κρατούσαν τήν αναπνοή τους απ’ το φόβο τους.Αλλοτες έγονάτιζε τον αμελή επάνω σε χαλίκια ή σε ξηρά ρεβίθια – του σήκωνε τά χέρια καί τούδινε νά κράτη πέτρα ή ξύλο βαρύτατο.
Άλλαις τιμωρίαις είχε το μουντζούρωμα καί το φτύσιμο, τή φυλακή καί τον φάλαγγα, ένα όργανό φοβερό που έδενε τά πόδια γυμνά καί τά χτυπούσε με τή βέργα ώς που νά βγάλουν αίματα.Τό μουντζούρωμα καί τό φτύσιμο ήταν τιμωρίαις μαλακαίς, επειδή ’ς αυταίς δεν δούλευε η βέργα, καί τά προτιμούσαν μερικοί, που δέν είχαν αίσθημα νά διακρίνουν τής ψυχής τήν προσβολή απ’του κορμιού τό βάσανο.
Έκάναν διάλειμμα ένα ωραίο δειλινό Μαγιάτικο. Ό ήλιος έκλινε προς τή δύση κ εχρύσωνε μέ τής άχτίδαις του τά τζάμια των παραθυριών.Ο δάσκαλος εκάθονταν στή καρέκλα του κι’έπαιρνε πρίζες άπ ’ τήν ταμπακέρα του. Κατάλαβε πώς κάποιο σκάνταλο ο Μήτσος εσχεδίαζε. Πήγε κοντά στο τζάμι καί το άνοιξε. Το άνοιξε καί τώβαλε σέ θέσι νά βλέπη μέσα τήν εικόνα των παιδιών κι’ έκανε τον αδιάφορο, πώς τάχα κύτταζε τά σύννεφα, πέρα στή δύση του ήλιου.
Μα ο,τι κι’ αν έγίνονταν, θά τώβλεπε στον πρόχειρο καθρέφτη του, κι’ αλλοίμονο αν το παιχνίδι τάραζε το φράχτη το σκληρό, που έθεσε αυτός μέ τήν έπίβλεψι, άνάμεσα στά φύλα τα διάφορα – αρσενικά καί θηλυκά !Έτσι παραμονεύει ο κυνηγός μέ το τουφέκι του, κρυμμένος πίσω στά κλαδιά . . . Έτσι κι’ η άράχνη στήνει το δίχτυ της … .
Έξαφνα ο Μήτσος, θαρρώντας πώς ό δάσκαλος βλέπει τά σύννεφα, έβγαλε άπ ’ τήν τσέπη του ένα μεγάλο κόκκινο τραντάφυλλο, καί μέ λαχτάρα άληθινή τώρριξε στο μέρος τών κοριτσιών, επάνω στο βιβλίο τής Λεϊμονιάς, τής κόρης του Παπά.
Ήτον χαιρετισμός τής νιότης καί τής εξυπνάδας ’ς τήν εμμορφιά. Ήτον σπίθα που πετιέται άπ’άναμμένο κάρβουνο. Ήτον το φίλημα που στέλνει το πρωί ο Ηλιος στή Γή. Ήτον του Έρωτα το πρώτο γλυκοχάραμμα.
Σέ μιά στιγμή κι’ ο δάσκαλος έστράφη. Άγριος καί φοβερός επήρε το τραντάφυλλο, προτού ή κόρη νά το καλοιδή. Κοκκινησε αύτή σάν το τραντάφυλλο καί πλιότερο άπ ’ τή διπλή ντροπή κι άπ το φόβο της. Τά μάτια δέν σηκώνει να ίδή τριγύρω της καί ή καρδιά της τρέμει σάν ψάρι στά χέρια του ψαρά.
— Μαρτύρα, Λεϊμονιά, ποιός τώρριξε ! είπε μέ άγρια φωνή ο δάσκαλος σηκώνοντας ψηλά το τριαντάφυλλο, το φοβερό σημάδι του φταιξίματος. Μαρτύρα, ειδεμή …. είπε κι εχτύπησε τή φτέρνα του.
— Ο Μήτσος Καλογριάς . . . μουρμούριξε μέσα στά χείλη της.
Ηταν γλυκειά η φωνή της σάν τ’ αεράκι τ’ ’Απριλίου, σαν το νεράκι τ’αυλακιού, μά τή στιγμή εκείνη μαχαίρι έγινε κοφτερό για την καρδιά του Μήτσου.
— Μήτσος Καλογριάς! εφώναξε κι ’ ό δάσκαλος, όπως φωνάζει ό κλητήρας τον κατηγορούμενο.
Ο Μήτσος κατακίτρινος επαρουσιάσθηκε .
— Τι προτιμάς, του λέγει ο δάσκαλος, μουτζούρωμα καί φτύσιμο ή βελόνι καί βέργα ;
Όλα τά κορμάκια ανατρίχιασαν.Η Λεϊμονιά σάν κάτι ήθελε νά πή, μά ή φωνή της πνίγονταν μέσα στο λαιμό. Αίσθάνθηκε την προσβολή, που τής έγινε με το τραντάφυλλο, μά δεν βαστούσε καί νά ιδή τά βάσανα πούθελε πάθει εξ αίτιας της ο νέος ο καλός. Μετάνοιωσε που τον πρόδωκε.
Ηθελε νά πάη κοντά στο δάσκαλο, νά γονατίση μπρος του, νά του φιλήση τό χέρι του καί νά του πή : «Συχώρεσε τον, δάσκαλε, πρώτη φορά για χάρι μου…»
Μά ό κόσμος θά λεγε πώς δεν θά ήτον φρόνιμη καί τίμια… Καί ό Παπάς κι η μάννα της τι θάλεγαν, σάν μάθαιναν πώς στο σκολειό τ’ άγόρια της ρίχνουν τραντάφυλλα ; Καί τάλλα τά κορίτσια καί τά παιδιά τί θάλεγαν, αν πρώτη αυτή δεν έδειχνε τό θυμό της γιά κείνον πού τήν πρόσβαλε ;…
Κι’ έτσι στην ήλικία τών δεκατέσσερω χρονών έπάλαιψαν στην καρδιά της τά δυο αισθήματα, η αγάπη καί η τιμή, καί μιά στιγμή ενίκησε τό δεύτερο.Νά μιλήση θέλησε’ μά ή φωνή της χάθηκε. Να βαδίση θέλησε’ τά πόδια δεν κινήθηκαν. Καί μόνο τό στήθος της τό τρυφερό χτυπούσε δυνατα.
Όλοι περίμεναν του Μήτσου τήν απόκρισι, καί λέγαν πώς θά προτιμήση τό φτύσιμο καί τό μουντζούρωμα, τά ελαφρότερα, παρά τό φοβερό βελόνι καί τό δάρσιμο ! Τί είναι ένα μουντζούρωμα καί λίγο σάλιο στο πρόσωπος;στο δρόμο σάν περνά, στή βρύση, πλύνεται… Τά άλλα εινε φοβερά…Ρώτημα άλλο δεν χρειάζονταν. Τό φταίξιμό του ήτον φανερό κι’ άπ’ τά χειρότερα’ έπρεπε νά πάθη τά σκληρότερα.Γι αυτό κι ο δάσκαλος του είπε νά διαλέξη μόνος του. Πλιότερο πονεί η μαχαιριά, όταν την παίρνης άπ’ το χέρι σου.Τέλος ο Μήτσος μίλησε :
— Ας είναι το βελόνι κι ή βέργα, δάσκαλε…
Φόβος και τρόμος έπιασε τον μικρόκοσμο’ κορίτσια κι’ αγόρια δάγκωσαν τά χείλια κι έκυττάχθηκαν. Τής Λεϊμονιάς μας η καρδούλα σπαράχτηκε.
— Ά, όχι! του είπε ό δάσκαλος. Αυτά σ’ αρέσουν’ για σένα είναι τίποτα. Το φτύσιμο σου πρέπει καί το μουντζούρωμα, νά μάθης κακορίζικε, πώς φέρνονται οι άνθρωποι… Καί θά σε μουντζουρώση η ίδια με τά χέρια της… καί θά σε φτύση, αθεόφοβε…
Επήρε το καλαμάρι του κι εκάλεσε τη Λεϊμονιά μπροστά στο Μήτσο, καί τήν πρόσταξε νά μουντζουρώση μέ τή μελάνη τά μούτρα του.Εκείνη με τά μάτια χαμηλά, δεν άπλωνε τα χέρια της, παρά στεκώνταν σάν στύλος από μάρμαρο.
— Εμπρός ! τής είπε δ δάσκαλος κι’ έπιασε το χέρι της. Έβούτηξε στή μελάνη το δάχτυλό της καί το μελάνωσε’ κι’ έτσι κρατώντας το μαύρο δάχτυλο, ζωγράφισε μαύρους σταυρούς στου Μήτσου το γλέφαρο, στή μύτη, στο σαγόνι, στα μάγουλα.
Της Λεϊμονιάς το χέρι έτρεμε. Λές κι’ ακουμπούσε σε καμμένο σίδερο. Εστάθηκε μπροστά του ακίνητη. Μιά στεναχώρια τήν έπνιγε. Μάτια δεν βλέπεις’ μόνον ματόκλαδα. Ποιος απ’ τούς δυό τους έπασχε πλειότερο ;
Σάν τέλειωσε το μουντζούρωμα, ο δάσκαλος πρώτος εδωκε το παράδειγμα, καί μ’ ένα σάλιο δυνατό τον έφτυσε στο πρόσωπο.Περάσαν κι’ ολα τά παιδιά καί τά κορίτσια καί τον έφτυσαν, άλλα στο στήθος, κι’ άλλα στά μαλλιά, καί μερικά στά ματια καί στο στόμα καί στά μάγουλα.Το σάλιο κι’ ή μελάνη ανακατώθηκαν, καί μια μουντζούρα εγίνηκε το γελαστό του πρόσωπο.Κάθε φτυσιά στο πρόσωπο του Μήτσου, χτυπούτε στήν καρδιά τής Λεϊμονιάς ωσάν μολύβι αναλυτό.
— Σειρά σου τώρα, τής είπε ο δάσκαλος.Να ίδώ τι φτύσιμό θά τον κάνης εσύ, άλλη φορά νά μή σου ρίχνη τραντάφυλλα …
Τί στέκεσαι; ’Εμπρός ! Φτύσε τον γλήγορα ! Άνοιξε το στόμα σου και φτύσε τον… Αν δεν τον φτύσης, θά σέ βάλω δίπλα του καί θά διατάξω νά φτύση εσένα όλο το σκολειό ! . . .
Πράμμα ανέλπιστο, πράμμα που δέν μπορούσε νά φανταστή ο σκληρός ο δάσκαλος. Η Λεϊμονιά, μέ δάκρυα σάν αυλακάκια στά μάγουλα, προχώρησε δυο βήματα, και μ’ ένα κίνημα, στο πλάϊ του Μήτσου στάθηκε. Καλλίτερα τό φτύσιμο, παρά νά ρίξη τό σάλιο της στο πρόσωπο εκείνου, που της έρριξε μ’ ένα τραντάφυλλο την καρδούλα του.
— Φτού σου! θέλησε νά τή φτύση ό δάσκαλος, μά τό σάλιο χάθηκε στο στόμα του. Τά δάκρυα της τον πάγωσαν. Του φάνηκε σάν άγιο μυστήριο. Ο νους του ζαλίστηκε. Σάν τό κερί μπρος στή φωτιά, η πέτρινη καρδιά του μαλάκωσε. Δέν μπόρεσε νά κρατηθή πλειότερο. Μιά ταραχή μεγάλη αίσθάνθηκε στο στήθος του κι’ ετρεξε νά φύγη άπό κει, μή θέλοντας νά δείξη τά μάτια του, πουταν γεμάτα δάκρυα.
Κι’ ο Ήλιος τότες ερριξε τής υστερναίς αχτίδαις του, κι’ελαμψαν τά πρόσωπα του Μήτσου και τής Λεϊμονιάς, το ένα μουτζουρωμένο και τάλλο μέ τά κλάματα.

***

Βόλος, 1902. Γεώργιος Αδρακτάς
Αδρακτάς Γεώργιος Κ. (1870 – 1962)Γεννήθηκε στη Τσαγγαράδα Βόλου το 1870 και πέθανε το 1962. Παραδοσιακός πεζογράφος. Έγραψε την προπολεμική περίοδο ηθογραφικά διηγήματα εμπνευσμένα από τη θεσσαλική και πηλιορείτικη ζωή χρησιμοποιώντας την τοπική διάλεκτο.
Από το Ημερολόγιον Σκόκου
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Ιδού από ποιους και πως, ο τιτάνας της πολιτικής ανάλυσης Βαγγέλης Αντώναρος, «παίρνει γραμμή» απο τον ΣΥΡΙΖΑ

Νοέμβριος 8, 2017
Την ώρα που οι πάντες είχαν στρέψει την προσοχή τους στις αποκαλύψεις των Paradise Papers, εκεί γύρω στο μεσημέρι της Δευτέρας, μια περίεργη (όσον αφορά τη σύνθεση) παρέα έτρωγε στο εστιατόριο Κουκουβάγια, κοντά στο Hilton.
Ηταν στο ίδιο τραπέζι οι (Καραμανλικοί) Θόδωρος Ρουσόπουλος, Βαγγέλης Αντώναρος και οι (εδώ είναι η έκπληξη) Κ. Βαξεβάνης και Γιάννης Μαντζουράνης.
Plus500
Τώρα θα πείτε, τι γύρευαν οι Καραμανλικοί με τους ορκισμένους εχθρούς του προέδρου της ΝΔ Κ. Μητσοτάκη;
Πηγή: Βηματοδότης