ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

Οταν η «καρδιά» των μεγάλων πανηγυριών χτυπούσε σε Ήπειρο, Αιτωλοακαρνανία, Παρνασσό. 
 Η ελληνική ύπαιθρος γιορτάζει ακόμη στα πανηγύρια. 
Διοργανώνονται κυρίως τον Δεκαπενταύγουστο, διατηρούν την παράδοση παρά τις δυσκολίες των καιρών, έχουν τους κανόνες τους, τους θρύλους και τους αστέρες τους-που έχουν γεμάτο το καρνέ τους μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου.
 Άλλωστε, δεν είναι λίγα τα σημαντικά ονόματα του σημερινού ελληνικού τραγουδιού που πέρασαν από τη… μεγάλη των πανηγυριών σχολή, έχουν θητεία στα πατάρια και οδοιπορικά σε όλη την Ελλάδα 
Μια φορά και έναν καιρό υπήρχαν τα πανηγύρια, όπου η μουσική ήταν ταυτισμένη με μια μορφή ιερουργίας. Αφορμή πάντα είχαν τον εορτασμό του εκάστοτε αγίου, η «μάχη» των πανηγυριών κλιμακωνόταν κατά την περίοδο μεταξύ της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου, οι τραγουδιστές αμείβονταν με «χαρτούρα» (δηλαδή όχι με μεροκάματο αλλά με φιλοδώρημα) και διοργανώνονταν από τα καφενεία στην πλατεία του χωριού.
 «Με τη χαρτούρα αναγνωριζόταν ο καλλιτέχνης απ΄ ευθείας απ΄ τον λαό. Αμειβόταν η ικανότητα του οργανοπαίχτη να αγγίξει την ψυχή του χορευτή», εξηγεί ο τραγουδιστής Δημήτρης Κοντογιάννης από τη Δαύλεια Βοιωτίας που έχει θητεύσει στα πανηγύρια από 14 ετών. «Τότε ο πληθυσμός είχε βιωματική σχέση με τον χορό, ο χορευτής απειλούσε τον ατζαμή καλλιτέχνη με τα μάτια, οι Έλληνες ήξεραν τον ρυθμικό κανόνα», προσθέτει χαράζοντας τις γραμμές μιας τοιχογραφίας με αρχή, μέση και τέλος. 
Ακόμη και ο χορός είχε τη σημειολογία του. «Ο κόσμος ήξερε να χορεύει ομαδικά, εξ άλλου οι κυκλικοί χοροί γεννήθηκαν στην Ελλάδα και συμβολίζουν μια κοινότητα δημοκρατική. Ο πρώτος χορευτής δείχνει το ταμπεραμέντο του, την ιδιωτική του προσέγγιση. Μετά πηγαίνει τελευταίος και ξαναστηρίζει την ομάδα του χορού, την κοινότητα», σημειώνει ο κ. Κοντογιάννης. 
Η «καρδιά» των μεγάλων πανηγυριών χτυπούσε σε Ήπειρο, Αιτωλοακαρνανία, Παρνασσό.

 Οι προπολεμικοί σταρ ήταν οι Γιώργος Παπασιδέρης, Γιώργος Μεϊντανάς, Κώστας Ρούκουνας, Γεωργία Μητάκη και άλλοι, ενώ τα μεγάλα κλαρίνα ήταν οι Γιαούζος, Φουσκομπούκας, Κοκοντίνης, Μπατζής και Βασιλόπουλος. Τη δεκαετία ΄50-΄60 το είδος γνώρισε άνθηση και τα μεγάλα ονόματα στο τραγούδι ήταν οι Τάκης Καρναβάς, Ανδρέας Τσαούσης, Κώστας Σκαφίδας, Αλέκος Κιτσάκης, Δημήτρης Ζάχος, Στάθης Κάβουρας, Σοφία Κολλητήρη, Τασία Βέρρα, Φιλιώ Πυργάκη. Στο κλαρίνο οι Βασίλης Σαλέας, Τάσος Χαλκιάς, Παναγιώτης Κοκοντίνης, Γιάννης Βασιλόπουλος, Βαγγέλης και Βασίλης Σούκας και στο βιολί ο Γιώργος Κόρος. 
Μάλιστα, η ιεροτελεστία ήταν δεδομένη. «Οι παρέες έπαιρναν νούμερο σειράς για τον χορό», θυμάται η τραγουδίστρια Σοφία Κολλητήρη, ενώ προσθέτει πως τα «δυνατά» πανηγύρια ήταν στην Αττικοβοιωτία αλλά και στην Αιτωλοακαρνανία (και ειδικότερα στα χωριά του Ξηρομέρου, όπου κυριαρχούσε ο τραγουδιστής Τάκης Καρναβάς).
 ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ «Το “σύστημα” τότε ήθελε μία ζυγιά (κομπανία) σε ένα καφενείο και μία στο απέναντι. Χωρίς μικρόφωνα, μόνο κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο και- λίγο μετά- κιθάρα. Τα πανηγύρια κρατούσαν δύο ημέρες. Την παραμονή παίζαμε στα καφενεία, την άλλη ημέρα αμέσως μετά την εκκλησία και το απόγευμα στην πλατεία (στον «γενικό χορό»), ενώ σχηματίζαμε κοινό ταμείο. Μεροκάματο ήταν η χαρτούρα, αν και υπήρχαν και κόντρες. Όταν μάλιστα δεν συνεννοούμασταν, έβλεπες στην ίδια πλατεία δύο ή και τρεις κομπανίες!», θυμάται χαμογελώντας ένας βετεράνος των πανηγυριών, ο κιθαρίστας Κώστας Πίτσος. «Υπήρχε σειρά χορού, ενώ όπως έλεγε ο Κοκοντίνης: “οι μουσικοί ήταν κατά τόπους”.
 Ο Κοκοντίνης ήταν “θεός” στη Θήβα. Στο Ξηρόμερο λάτρευαν τον Καρναβά και στην Ήπειρο τον Τάσο Χαλκιά και το συγκρότημά του. Σήμερα οι Αρβανίτες λατρεύουν τον Γιώργο Κόρο, τη Βάσω Χατζή, τη Σοφία Κολλητήρη και τον Κώστα Σκαφίδα, ενώ στην Πελοπόννησο τη Φιλιώ Πυργάκη. Ανάλογα με το πού θα πηγαίναμε, παίρναμε τα ανάλογα κλαρίνα και τους τραγουδιστές» εξηγεί ο κ. Πίτσος, ενώ διευκρινίζει ότι ο κάθε τόπος καθόριζε (και εν μέρει ακόμη) τον μουσικό τρόπο. «Όταν παίζεις το “Παπάκι”, το πράττεις με άλλη ρυθμική, ανάλογα με το μέρος. Στο Ξηρόμερο, ας πούμε, το παίζεις πιο αργά», προσθέτει. Κι αν για δεκαετίες τα πανηγύρια είχαν τη θέση της γιορταστικής συνάθροισης ανθρώπων με κώδικες, με τα χρόνια μετασχηματίστηκαν. «Εχει αλλάξει πολύ το πανηγύρι. Το κάποτε ευγενές ποτό (η σαμπάνια) μπήκε στα χωράφια. Σήμερα τα πανηγύρια γίνονται από τα μαγαζιά, τους πολιτιστικούς συλλόγους και τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Τώρα πια είναι ζήτημα να παίξουμε πέντε τσάμικα. Τα υπόλοιπα είναι τσιφτετέλια και συρτορούμπες», αναφέρει ο κ. Πίτσος και τοποθετεί τη μεταβολή κατά την τελευταία εικοσαετία. «Το πανηγύρι έχει υποβιβαστεί σε εκτόνωση, δεν είναι πια πεδίο συγκίνησης. Έχουν χαθεί τα κατά τόπους χορευτικά και μουσικά ιδιώματα. Τώρα πια βλέπεις και κακούς χορευτές. Δεν φταίνε τα σημερινά παιδιά, πάντως. Διακόπηκε η προφορική παράδοση και έπαιξε τον ρόλο της η τηλεόραση και το σταρ σύστεμ», προσθέτει ο κ. Κοντογιάννης. Βεβαίως πανηγύρια συνεχίζουν να γίνονται, ο κόσμος τα προτιμάει (αν και για χαρτούρα ούτε κουβέντα), ο «Σελήμπεης» ή το «Μαραίνομ΄ ο καημένος» συνεχίζουν να συγκινούν στο άκουσμά τους, μουσικοί και τραγουδιστές ακόμη αποθεώνονται, τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά. «Ο κόσμος είναι πιο συγκρατημένος. 
Μεγάλη κατανάλωση είχαμε πάντα στα πανηγύρια στα αρβανιτοχώρια της Θήβας. Τώρα λειτουργεί πολύ το “ψαλίδι” (όταν κάνει κάποιος μεγάλο λογαριασμό σε λουλούδια, του γίνεται έκπτωση)» εξηγεί η Δώρα Πετράκη, που διατηρεί επιχείρηση με λουλούδια και προμηθεύει πανηγύρια της υπαίθρου αλλά και κέντρα την τελευταία δεκαετία. Οι κανόνες δεν υπάρχουν πια, όμως η συνταγή για πετυχημένο πανηγύρι τηρείται: «Το πανηγύρι είναι μια αλυσίδα πραγμάτων: σωστό φαγητό (αρνί σούβλας), σέρβις, προσιτές τιμές, σωστά σχήματα καλλιτεχνών», διευκρινίζει ο Βαγγέλης Κασελίμης, που οργανώνει πανηγύρια τα τελευταία 10 χρόνια. «Τα πράγματα είναι δύσκολα με την κρίση. Το σύστημα έχει το “καπάρο” (ένα είδος προκαταβολής που κατατίθεται μέσω τραπεζών, ενώ η εκκαθάριση γίνεται με το πέρας της βραδιάς) ενώ η χαρτούρα έχει εξαλειφθεί (έχει απομείνει σε ελάχιστα, όπως στο Ύπατο Θήβας)», λέει. Ο «Σελήμπεης» ή το «Μαραίνομ΄ ο καημένος» συνεχίζουν να συγκινούν στο άκουσμά τους, μουσικοί και τραγουδιστές ακόμη αποθεώνονται, τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά Σήμερα, που το σκηνικό του πανηγυριού θυμίζει όλο και περισσότερο απόπειρα να «μετακομίσουν» για μια βραδιά τα σκυλάδικα στην ύπαιθρο (ο μοναδικός δίαυλος ενημέρωσης είναι το ραδιοφωνικός σταθμός του Βlackman και οι αφίσες στην Εθνική Οδό), που η ορχήστρα έχει μετασχηματιστεί και οι καλοί χορευτές λιγοστεύουν, είναι πράξη υψηλής αισθητικής η παρουσία παλιών θρύλων στο πατάρι, η προσήλωση στο δημοτικό ρεπερτόριο, αλλά και οι πρώτες πρωινές ώρες μέσα σε κάποιο οικόπεδο ή στην πλατεία του χωριού (στη Ρούμελη, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο), όπου τα λαμπάκια παραμένουν αναμμένα, οι μουσικοί παίζουν πιο αργά, τα κιβώτια της μπίρας έχουν αδειάσει και όλοι έχουν ξορκίσει (έστω και για λίγο) την καθημερινότητα της πόλης. 
 «Πανηγύρια δεν γίνονται όπως παλιότερα. Τώρα όλα κινούνται σε διαφορετικό στυλ. Ειδικά με την κρίση, οι δουλειές είναι σπασμένες. Τα διοργανώνουν πλέον οι σύλλογοι και οι δήμοι, ενώ τη θέση τους παίρνουν οι συναυλίες. Εγώ πηγαίνω επιλεκτικά. Η ύπαιθρος πάντως διψάει, με παίρνουν από παντού και με καλούν», διαπιστώνει ένα όνομα-θρύλος των πανηγυριών και του δημοτικού τραγουδιού, η Σοφία Κολλητήρη, που η διαδρομή της γεμίζει βιβλία αφού γυρίζει την Ελλάδα εδώ και 50 χρόνια. «Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου πανηγύρι. Ήταν στον Άγιο Σπυρίδωνα Φωκίδας, στις 12 Δεκεμβρίου, όπου πήγα για να βγάλω το ψωμί μου αφού ήμασταν πολύτεκνη οικογένεια. Πήγα με έναν θείο μου που έπαιζε σαντούρι, αφού ο πατέρας μου δεν με άφηνε», θυμάται η κ. Κολλητήρη. Ένα άλλο «ιερό» πρόσωπο των πανηγυριών είναι η Τασία Βέρρα. «Δεν πάω πια. Δεν ακούνε οι μουσικοί τον τραγουδιστή, κυριαρχούν τα μηχανήματα. Δεν ακούς τι λες», μου λέει. «Το πατάρι υπήρξε το… ιερό μου. Τα έχω ζήσει όλα. Πριν από 15 χρόνια, σε πανηγύρι στο Αιτωλικό Μεσολογγίου, ήταν μια ωραία παρέα ηλικιωμένων, χόρευαν, πλήρωναν καλά. Ένας από αυτούς, ξαφνικά, όπως χόρευε έχασε το χρώμα του. Πέθανε! Τρελάθηκα», θυμάται η κ. Βέρρα. «Πρώτο μου πανηγύρι ήταν το 1956 στην Ναύπακτο (12 ετών!) με Βασίλη Σαλέα, Φάνη Λαβίδα και την αδελφή μου, τη Φρόσω. Μερικά “ζόρικα” που θυμάμαι ήταν στις Φαρές Αχαΐας (20 Ιουλίου), στην Πεντάλοφο Αγρινίου και στη Ναύπακτο.
 Πολλοί γλεντζέδες ήταν στα αρβανιτοχώρια της Θήβας. Εκεί έδινα τον εαυτό μου. Πλήρωναν αδρά και τρελαίνονταν όταν έλεγα τα κλέφτικα.
 Στον Άγιο Θωμά Θήβας μια φορά πήγε πρωί και δεν έφευγε ο κόσμος. “Ρε παιδιά έχω στούντιο”, τίποτε! Τα “τυχερά” πάντως ήταν πολλά. Θυμάμαι 40.000 δρχ. το 1965, στον Άγιο Θωμά Θήβας. Τώρα πια ο χορός είναι ελεύθερος, βλέπεις 1.000 άτομα και είναι μουδιασμένα», προσθέτει. Η Γιώτα Γρίβα, από την άλλη, ανήκει στις νέες δυνάμεις του δημοτικού και των πανηγυριών. Άρχισε το 2002 με τον κλαρινιτζή Πετρολούκα Χαλκιά και τον Αντώνη Κυρίτση. Είναι γεννημένη στη Βουλγαρία και έχει σαρακατσάνικη καταγωγή. «Μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου είμαι κλεισμένη να πηγαίνω σε πανηγύρια. Μπορεί να μην υπάρχει μεγάλη κατανάλωση, αλλά βλέπω καλή ανταπόκριση. Θυμίζουν όλο και περισσότερο συναυλίες, χάνεται η παλιά δομή με τη σειρά του χορού, τώρα η πίστα είναι ελεύθερη. Κάποια κρατάνε πάντως, όπως στα Τριπόταμα Αχαΐας που είναι τριήμερο», εξηγεί στα «ΝΕΑ». «Το πρώτο μου πανηγύρι ήταν στο Κρυεκούκι, του Ευαγγελισμού το 1956 και ήμουν 17 ετών. Δούλευα σε κουρείο και έβγαλα σε εκείνο το πανηγύρι όσα λεφτά έβγαζα στο κουρείο σε δύο μήνες», θυμάται ο τραγουδιστής Κώστας Σκαφίδας, με 55 χρόνια στο τραγούδι και καταγωγή από τη Λαμία. 

 «Παλιά τα πανηγύρια γίνονταν από τα καφενεία του χωριού. Είχαν υποχρέωση να βάλουν ζυγιά (συγκρότημα). Ο κόσμος άκουγε, ζητούσαν σειρά χορού. Χαρτούρα είχαμε πολλή στα Μεσόγεια και στα αρβανιτοχώρια. Μεγάλωσα πέντε παιδιά από τη δουλειά. Τότε αμειβόσουν υλικά και συναισθηματικά. Χαιρόμασταν τον πελάτη. Θυμάμαι εμποροπανήγυρη στη Λιβαδειά ή στην Εύβοια, όπου τραγουδούσαμε ολόκληρες ημέρες. Εγώ κατάργησα το τραγούδι της ημέρας, με ζήτησαν σε ένα πανηγύρι του Αγίου Σεραφείμ στη Λαμία και δέχθηκα να πάω μόνο βράδυ», λέει. Σήμερα; «Πάω επιλεκτικά. Έχουν αλλάξει πολύ. Τώρα σηκώνονται και χορεύουν σαν αρκούδες, σπανίζουν οι μερακλήδες. Φέτος υπάρχει πτώση τουλάχιστον 40% σε μεροκάματα. Οι δήμοι έχουν υποχρέωση να πάρουν πάνω τους τα πανηγύρια».
 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ»: Παρ. 13 Αυγ. 2010 Κ

Ονόματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου που προκαλούν σήμερα ρίγη με το μέγεθος και το ανάστημά τους ήταν στα χρόνια τους απλοί άνθρωποι της εποχής τους.
Κορυφαίες προσωπικότητες όλοι στον τομέα τους, κόμιζαν γνώσεις και θριάμβους και οδηγούσαν τις εξελίξεις, μόνο που δεν ήταν όλοι έτοιμοι να τους αναγνωρίσουν τα διανοητικά ή στρατιωτικά κατορθώματά τους.
Οι επόμενες χιλιετίες θα υποκλίνονταν βέβαια στον ηρωισμό και τις ξακουστές συνεισφορές τους στο πνεύμα, τα γράμματα, τις τέχνες ή τον πόλεμο, στο ίδιο τους το μεγαλείο δηλαδή, μόνο που η αποθέωση έμελλε να έρθει αιώνες αργότερα.
Γιατί στα δικά τους τα χρόνια γνώρισαν αμφισβήτηση, φθόνο, εξορία ή ακόμα και θάνατο, κι αυτό από τις δικές τους πατρίδες και τα χέρια των συμπολιτών τους. Ανθρώπων που ευεργέτησαν με τη δράση τους και θα περίμεναν ενδεχομένως μια άλλη αντιμετώπιση.
Άλλοτε τραγικό και άλλοτε απλώς άδοξο, αυτό ήταν το φυσικό τέλος μιας σειράς από μεγάλες μορφές της ελληνικής αρχαιότητας, αφού πραγματικό τέλος δεν θα είχαν ποτέ…
Σωκράτης
Arxxiaioiellinineese2
Ο ογκόλιθος του αρχαιοελληνικού πνεύματος, η ίδια η τομή στη σκέψη των προγόνων μας, αφού λειτούργησε ως αλογόμυγα για την αθηναϊκή κοινωνία και επηρέασε όσο κανείς τη σκέψη της εποχής του, πήγε να συναντήσει την τραγική μοίρα που του επεφύλαξαν οι σύγχρονοί του.
«Αδικεῖ Σωκράτης, οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά εἰσηγούμενος· ἀδικεῖ δὲ καὶ τοὺς νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος», αυτή ήταν η ετυμηγορία του Δικαστηρίου της Ηλιαίας στη μήνυση που έγινε στον μεγάλο φιλόσοφο από έναν ποιητή, έναν πολιτικό και έναν ρήτορα κατά το 399 π.Χ. Τον κατηγορούσαν για ασέβεια προς τους θεούς αλλά και για διαφθορά των νέων και τον καταδίκασαν τελικά σε θάνατο, αυτή την εξέχουσα μορφή της αθηναϊκής κοινωνίας.
Όπως ξέρουμε, ο Σωκράτης υποδέχτηκε το τέλος του με το κεφάλι ψηλά. Στις 30 ημέρες που περίμενε την εκτέλεσή του αρνήθηκε μάλιστα να αποδράσει από το δεσμωτήριό του, καθώς ήταν πρωτίστως νομοταγής πολίτης και δεν ήθελε να παραβεί την ηθικότητα με την οποία είχε ζήσει τον βίο του. Ήπιε τελικά το κώνειο, πιστός στους νόμους της πόλης του, και πέρασε στην αθανασία με τον κολοσσιαίο αντίκτυπο της σκέψης του.
Όπως μας αποκάλυψαν μερικοί σύγχρονοί του αλλά και η ιστορική μελέτη, κάποιοι συμπολίτες του δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ανατρεπτικότητα της θεωρητικής του ματιάς αλλά και την επίδρασή του στους νέους. Κι έτσι βάλθηκαν να τον βγάλουν από τη μέση, καθώς δεν ήταν μόνο η αντιζηλία το κίνητρό τους, αλλά και το τι σήμαινε ουσιαστικά ο Σωκράτης για μια πολιτεία που ήθελε να κάνει το άλμα προς τα εμπρός.
Εκείνος φρόντισε πάντως να κλείσει ως εξής την περίφημη σήμερα απολογία του: «Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιο από τα δύο είναι το καλύτερο, είναι άγνωστο σε μας. Μόνο ο Θεός το γνωρίζει»…
Αριστοτέλης
Arxxiaioiellinineese1
Ο πάνσοφος του αρχαίου κόσμου ήρθε στη ζωή για να αλλάξει καθοριστικά τόσο τη σκέψη και τα γράμματα όσο και την επιστημονική μεθοδολογία. Τίποτα δεν έμεινε το ίδιο μετά το κατακλυσμιαίο πέρασμά του από τον κόσμο. Ο σταγειρίτης φιλόσοφος έκανε τη λογική πρόταγμα του φιλοσοφικού του στοχασμού και ασχολήθηκε πρακτικά με τα πάντα, εξηγώντας ό,τι υπήρχε να εξηγηθεί ως πανεπιστήμων, φιλόσοφος, κορυφαίος εκπαιδευτικός και αναμφίβολα ως ο συστηματικότερος και μεθοδικότερος νους της αρχαιότητας.
Παρά την ασύλληπτη συνθετική ικανότητα της διάνοιάς του και την πρωτοφανή εξηγητική ρώμη του συστήματός του όμως, ούτε ο Αριστοτέλης θα γλίτωνε από τις έριδες του πολιτικού κόσμου. Αυτός είχε μορφώσει εξάλλου τον Μέγα Αλέξανδρο, κι έτσι αυτός θα ήταν για τους Αθηναίους ο αποδιοπομπαίος τράγος όταν θα πέθαινε ο μακεδόνας στρατηλάτης το 323 π.Χ.
Όλη η αντιμακεδονική πτέρυγα της αθηναϊκής κοινωνίας στράφηκε εναντίον του, θέλοντας να εκδικηθούν στο πρόσωπό του τους Μακεδόνες, και τον κατηγόρησαν για ασέβεια. Με τόσο ισχυρούς εχθρούς απέναντί του και ξέροντας προφανώς καλύτερα τι είχε πάθει ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης δεν περίμενε να δικαστεί, αλλά κατέφυγε στη Χαλκίδα περιμένοντας τις εξελίξεις.
Εκεί θα άφηνε την τελευταία του πνοή την επόμενη χρονιά, μέσα στη θλίψη και τη μελαγχολία, μακριά από την περιβόητη σχολή του και πικραμένος για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα για την κορυφαία αυτή μορφή της αρχαιοελληνικής σκέψης…

Συγκινήθηκα  πολύ, όταν χθές μιλώντας με μία  νέα κοπέλα που είπε:
-Πάτερ, κάθε χρόνο που περνά, μετράω και λιγότερους φίλους.
-Μπήκες στην στράτα του Θεού. Της απαντώ.
-Και ποια είναι αυτή;
-Η Αγία απογοήτευση!
 Σε εγκαταλείπουν τα πάντα, οι αγάπες, τα όνειρα, οι πατρίδες, οι φίλοι, οι χαρές σου, τα χρήματα, η υγεία, οι ελπίδες, όλες οι ανθρώπινες σιγουριές και βεβαιότητες, η ίδια η ζωή, το παρελθόν και το μέλλον σου…
-Και μετά;
-Μετά σε περιμένει η αγκαλιά Του Χριστού, η γλυκιά Του Αγάπη.
Άμα δεν σε απογοητεύσουν οι άνθρωποι δεν γίνεται να σε γοητεύσει ο Χριστός.
Είσαι σε καλό δρόμο!
π. Διονύσιος Ταμπάκης- Ναύπλιον