|
|

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
|
|
Μάνδρα
Τι άλλη ιστορία θες να σου πω; Ένα σωρό δημοσιογράφοι έχετε περάσει, τα λέμε, τα ξαναλέμε και μόλις θα φύγουν τα μικρόφωνα και οι κάμερες θα μείνουμε να παλεύουμε μόνοι μας…
Της εξηγώ ότι γι’ αυτό ακριβώς είμαστε εκεί, για να κρατήσουμε όσο γίνεται επίκαιρη την απίστευτη τραγωδία που συνέβη την περασμένη εβδομάδα στον Δήμο της Μάνδρας κυρίως και στη Νέα Πέραμο και που κοντά στις ανυπολόγιστες ακόμα υλικές καταστροφές έχει σκοτώσει 21 ανθρώπους έως τώρα, ενώ υπάρχουν φόβοι ότι ο αριθμός αυτός μπορεί να μεγαλώσει κι άλλο, καθώς υπάρχουν ακόμα αγνοούμενοι, ανάμεσά τους πιθανόν και «αδήλωτοι» μετανάστες.
Ο προσδιορισμός «αποκαλυπτική» ίσως ακούγεται τετριμμένος, περιγράφει όμως επακριβώς την εικόνα απόλυτης καταστροφής που αντικρίζει ο επισκέπτης ακόμα και σήμερα σε ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανικής κωμόπολης των περίπου 12.000 κατοίκων. Η Μάνδρα βρίσκεται καταμεσής στο Θριάσιο Πεδίο, φυσική λεκάνη απορροής του όρους Πατέρα και περιοχή που δοκιμαζόταν από πλημμύρες ήδη από την αρχαιότητα –επί ρωμαϊκής εποχής, μάλιστα, είχαν φτιάξει αναχώματα, απ’ όπου ίσως προέρχεται το σύγχρονο όνομά της–, αιώνες προτού μπαζωθούν ο Σαρανταπόταμος, οι Σούρες και τα άλλα μικρότερα ρέματα της περιοχής, όπως συνέβη από το ’50 και μετά. «Πύλη» εισόδου προς τη Δυτική Αττική, το πιο «παρθένο» και κατάφυτο ακόμα κομμάτι του νομού, δεν επλήγη απλώς από την πέμπτη μεγάλη πλημμύρα την τελευταία εικοσαετία και προφανώς τη χειρότερη, εφόσον έβρεξε 80 τόνους νερό ανά στρέμμα μέσα σε ένα τρίωρο!
Αυτό που κυριολεκτικά την έπνιξε τα ξημερώματα της 15ης Νοεμβρίου, μεταξύ 4 και 7 π.μ., ήταν ένα ορμητικό «τσουνάμι» παχύρρευστης κόκκινης λάσπης που έφτασε μέχρι και τα τρία μέτρα ύψος, παρασύροντας οτιδήποτε βρήκε στο διάβα του, ανθρώπους, ζώα, οχήματα, τοίχους, φράκτες, δέντρα, έπιπλα, πέτρες, ξύλα, εμπορεύματα, ογκώδη αντικείμενα, μπάζα, κατασκευές.
Λάσπη που, όπως η περσινή στα Δερβενοχώρια, δεν συγκράτησε το αποψιλωμένο από πυρκαγιές βουνό και, μη βρίσκοντας διέξοδο στη θάλασσα, τη διεκδίκησε, καθώς τα δύο κύρια ρέματα της περιοχής έχουν από δεκαετίες επιπόλαια μπαζωθεί.
Τόσο εκείνη όσο και ο μεγάλος της γιος θυμούνται ακόμα το ρέμα που περνούσε μπροστά από το σπίτι τους, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η πλημμυρισμένη οδός Κοροπούλη. «Εδώ είχανε μεν φτιάξει απο κάτω αγωγό, πολύ μικρό όμως για να κρατάει τόσα νερά. Όσο για τα αντιπλημμυρικά έργα…πνίγηκαν στην κακοδιαχείριση, τις ελλείψεις και τις κακοτεχνίες!
Πολλές διαφορετικές γνώμες θα ακούσεις σχετικά με το ποια Αρχή είναι –σε συνδυασμό με το πρωτοφανές, όπως συμφωνούν και οι γηραιότεροι, φυσικό φαινόμενο– κυρίως υπεύθυνη για την καταστροφή, οι περισσότεροι κάτοικοι με τους οποίους συνομίλησα ωστόσο συμφωνούν σε ένα πράγμα: αρχικά ότι, αν συνέβαινε μία ώρα αργότερα, θα μιλούσαμε για εκατοντάδες νεκρούς, κυρίως σχολιαρόπαιδα, αφετέρου ότι ουδείς έχει το ακαταλόγιστο: «Όλοι φταίνε, παιδί μου, οι υπουργοί, οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι όλων των τελευταίων ετών, οι υπάλληλοι που “λαδώνονται” για να νομιμοποιήσουν αυθαιρεσίες και προπαντός εμείς οι ίδιοι που τους ψηφίζουμε και τους ξαναψηφίζουμε κι ας μη βλέπουμε προκοπή!» καθώς μου λέει η Αιμιλία Καμπέρη που τη γλίτωσε τελευταία στιγμή.
Προλάβανε τα παιδιά της να τη βγάλουν από το παράθυρο προτού πνιγεί, ενώ είχε κινδυνεύσει και στην πλημμύρα του ’15. «Από τη δεκαετία του ’50 τα τρώμε σιγά-σιγά τα ρέματα και τα χτίζουμε, ήρθε όμως βλέπεις ο καιρός που θυμηθήκανε για τα καλά τον δρόμο τους και τον γυρέψανε πίσω…» μου λέει με νόημα. «Να, δείτε εδώ… Δεν απέμεινε τίποτα, μόνο τα ντουβάρια!» μας λέει η 75χρονη Ευαγγελία Πάλλη που παλεύει με τα παιδιά της να καθαρίσει όπως μπορεί το κατεστραμμένο σπίτι της. Κι εκείνη τη σώσανε βγάζοντάς την από το παράθυρο. «Ήμουνα τυχερή που ακούσανε τις φωνές μου. Τόσες ψυχές χαθήκανε» μονολογεί. Μας λέει για τον φούρναρη που είδε δευτερόλεπτα πριν σκάσει το «τσουνάμι» να παρκάρει λίγο παραπάνω, έξω από το μαγαζί του –ήτανε ευτυχώς γρήγορος, αμάξι και φούρνος «εξαφανίστηκαν»– αλλά και για το σκυλάκι της που είδε, ανήμπορη να κάνει κάτι, να πνίγεται.
Τόσο εκείνη όσο και ο μεγάλος της γιος θυμούνται ακόμα το ρέμα που περνούσε μπροστά από το σπίτι τους, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η πλημμυρισμένη οδός Κοροπούλη. «Εδώ είχανε μεν φτιάξει αποκάτω αγωγό, πολύ μικρό όμως για να κρατάει τόσα νερά.
Όσο για τα αντιπλημμυρικά έργα… πνίγηκαν στην κακοδιαχείριση, τις ελλείψεις και τις κακοτεχνίες! Ψάξε και θα δεις. Και να πεις ότι δεν μας είχε προειδοποιήσει η φύση… τόσες φορές το έκανε» θα πει συνεχίζοντας το φτυάρισμα. «Λένε ότι θα δώσουν κάτι αποζημιώσεις-ψίχουλα. Τι να πρωτοκαλύψουν και, καταρχάς, θα τις πάρουμε;
Εδώ κάποιοι περιμένουμε ακόμα να αποζημιωθούμε για τις πλημμύρες του ’99!» μας λέει ο Θεοχάρης Μπούνος, που είναι επίσης βέβαιος ότι τα θύματα δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί όλα. Για το σπίτι που φτιάξανε με τα ίδια τους τα χέρια και χτυπήθηκε δεύτερη φορά καθώς και τα δύο επαγγελματικά αυτοκίνητα που χάσανε στα νερά σε αυτήν, όπως και στην προηγούμενη μεγάλη πλημμύρα του ’15, έχει να λέει η αλβανικής καταγωγής οικογένεια Μπόνο – τα χρωστάνε ακόμα κιόλας, πιο σπουδαίο όμως θεωρούν ότι γλίτωσαν και βασικά το ότι τη μάνα τη φυγάδευσαν έγκαιρα πατέρας και γιοι από την τσιμεντένια σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο, σκάλα που μόλις πέρσι είχαν φτιάξει.
Ο μικρότερος γιος, ο 21χρονος Θωμάς, λέει πως ξυπνά με εφιάλτες και ότι σκέφτεται, τελειώνοντας το στρατιωτικό, να μεταναστεύσει στον Καναδά, γιατί δεν θέλει να το ξαναζήσει αυτό. Οι δικοί του τον μαλώνουν «πού θα πας!», όμως από το βλέμμα του δεν έχει σβήσει ο τρόμος. Λίγο παρακάτω συναντάμε μια άλλη ηλικιωμένη, την Ελένη Βιολέτη – το υπόγειό της και ό,τι υπήρχε αποθηκευμένο εκεί έχει καταστραφεί, ο λέβητας επίσης, οι πυροσβέστες ήρθαν, άντλησαν τα πολλά νερά και τώρα παλεύουν οικογενειακώς να βάλουν κάποια τάξη στο χάος. Δακρύζει. «Όλα χαμένα… Και πώς θα πάρω μεθαύριο τη σύνταξη, που δεν έχω ταυτότητα πια;».
Η περιφέρεια φταίει… Πού πήγαν τα χρήματα που θα διέθετε από πέρσι η Περιφέρεια για αντιπλημμυρικά έργα; Ή μήπως καθάρισε κανείς τα φρεάτια;
Συνεχίζουμε και, εκτός από τα τρανταχτά σημάδια της συμφοράς –πλημμυρισμένα κτίρια, γκρεμισμένοι τοίχοι, αναποδογυρισμένα αμάξια, σωροί μπάζα και έπιπλα– στο μακάβριο σκηνικό, ενδιαφέρον έχουν επίσης αντικείμενα όπως κούκλες, παιχνίδια, γκάτζετ, μικροσυσκευές, εργαλεία, φωτογραφίες κ.λπ. που είναι διάσπαρτα παντού, σαν τα στοιχεία της φύσης να υποχρέωσαν πλήθος προσωπικούς κόσμους να εκτεθούν ανάκατοι. Περίεργο και το αίσθημα να μπαίνεις σαν κύριος σε ανοιχτά και άδεια ή με κατεστραμμένη οικοσκευή σπίτια και μαγαζιά – θα θύμιζε ταινία επιστημονικής φαντασίας ή θρίλερ αν δεν ήταν τόσο ανατριχιαστικά ρεαλιστικό, π.χ. το τουμπανιασμένο πτώμα ενός μεγαλόσωμου σκύλου.
Περνώντας έξω από το μικροβιολογικό εργαστήριο του Βασίλη Μπράχου, ο ιδιοκτήτης του μας… περιλούζει κατά λάθος με τα νερά που προσπαθεί να βγάλει έξω με τη σκούπα. Απολογείται, δεν παρεξηγούμε, φυσικά, και μας ξεναγεί στο ερείπιο που ήταν κάποτε ο επαγγελματικός του χώρος. Μηχανήματα και έπιπλα κατεστραμμένα, αρχεία επίσης, 120.000 ευρώ κοστίζουν μόνο οι αναλυτές, χώρια το νοίκι που τρέχει. «Ευτυχώς, τη γλίτωσε το σχολείο απέναντι. Μια ώρα να αργούσε το κακό, θα κλαίγαμε πολλά παιδιά» θα πει. «Θα σηκώσω τα μανίκια και θα ξαναρχίσω απ’ την αρχή, τι άλλο να κάνω; Τουλάχιστον δεν κινδύνευσα άμεσα ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος εδώ, αφού το εργαστήριο ήταν κλειστό» συμπληρώνει. Τ
εράστια ήταν η ζημιά τόσο στο κατάστημα ρούχων της Αμαλίας Δημοβασίλη, που έχασε όλο της το εμπόρευμα, όσο και στο φαρμακείο του Ιωάννη Πέππα, που υπολογίζει τη χασούρα σε πάνω από 90.000 ευρώ. «Η περιφέρεια φταίει… Πού πήγαν τα χρήματα που θα διέθετε από πέρσι η Περιφέρεια για αντιπλημμυρικά έργα; Ή μήπως καθάρισε κανείς τα φρεάτια;» καταγγέλλει όταν τελικά δέχεται κάτι να πει – γιατί κοντά στους πρόθυμους να εκθέσουν το δράμα τους ανθρώπους υπήρξαν βέβαια κι άλλοι, που είτε δεν έβρισκαν λόγο να το κάνουν –«Τι να σας πω; Αρκετό πόνο έχω…»– είτε ήταν αρκετά απασχολημένοι με τις επισκευές.
Είδαμε και τη δήμαρχο να μιλά στα κανάλια, την περιφερειάρχη, βουλευτές και λοιπούς αρμόδιους αλλά και των πάντων εκ του ασφαλούς τιμητές. Για γέλια και για κλάματα μαζί οι περισσότεροι, φιγούρα, αμνησία και μετάθεση ευθυνών.
ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ:
Ίσως το ανθρώπινο είδος στην βρεφική και νηπιακή του ηλικία να χρησιμοποίησε τα βότανα ως ιάματα, δεν άργησε όμως – παράλληλα με την κοινωνικοποίηση του και την παράπλευρη αύξηση του φυσικού του ανταγωνισμού – να υιοθετήσει την «σκοτεινή» τους δύναμη ώστε να «διευθετήσει» σχέσεις ζηλοτυπίας, επικράτησης, ανταπόδοσης, αποτελεσματικά συνήθως και ατιμώρητα ιδίως, εφόσον ήταν μη ανιχνεύσιμα. H πιο διάσημη δηλητηρίαση είναι του Έλληνα φιλόσοφου, Σωκράτη το 399 π.Χ., με κώνειο. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος λέγεται ότι είχε δηλητηριαστεί από τη σύζυγό του, Αγριππίνα, η οποία χρησιμοποίησε Ακόνιτο σε ένα πιάτο με μανιτάρια. Ορισμένοι θεωρούν ότι ο υοσκύαμος, ήταν το συστατικό που εκχύθηκε στο αυτί του πατέρα του Άμλετ στην Πράξη 1, Σκηνή V. Ωστόσο το αρσενικό – που θεωρήθηκε ως «ο βασιλιάς των δηλητηρίων» για την ισχύ του αλλά και την διακριτικότητά του αφού για πολύ καιρό δεν ήταν ανιχνεύσιμο – έχει πάρει πολλές διάσημες ζωές: Ναπολέων Βοναπάρτης, Γεώργιος ο Γ’ της Αγγλίας και του Σίμωνος Μπολιβάρ, για να αναφέρουμε μερικές.








