Πηγή : Kafeneio™ στις 5/08/2018
Λύθηκε το μυστήριο με την εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ για την κάνναβη
Λύθηκε το μυστήριο με την εμμονή στελεχών και υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ με κάνναβη.
Η αναγνώριση του δικαιώματος της χρήσης κάνναβης για ψυχαγωγικούς λόγους, έχει
και απώτερους σκοπούς. Κατά την διάρκεια της σχετικής διημερίδας που οργάνωσε η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ
το περασμένο Σαββατοκύριακο υπό τον τίτλο «Yes We Can-nabis» παρουσιάστηκε ως «εργαλείο» ψηφοθηρίας…
Ενδεικτική η τοποθέτηση του Δ. Παπανικολόπουλο, που έγινε ενώπιον του Υπουργού Υγείας . Ξανθού.
Συστήθηκε ως υπεύθυνος του ΣΥΡΙΖΑ για την προώθηση της «ψυχαγωγικής κάνναβης».
Στην παρέμβαση του εξήγησε πως «η απελευθέρωση» της ευφορικης κάνναβης θα συμβάλλει στην
προεκλογική ενδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς αυτοί που δεν συμφωνούν με μια τέτοια επιλογή είναι οι
«μεγαλύτεροι» άνθρωποι σε ηλικία, που δεν τους έχει ανάγκη ΣΥΡΙΖΑ, καθώς ψηφίζουν τη Νέα Δημοκρατία
και το ΠΑΣΟΚ.
«Υπάρχουν δυο Ελλάδες, για την ακρίβεια δυο κοινωνίες. Οι άνθρωποι που είναι μέχρι 45 ετών και αυτοί
πάνω από τα 45 με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το θέμα είναι πρέπει να κοιτάμε το εκλογικό – υπουργικό
κόστος στις μεγάλες ηλικίες που πάνε και ψηφίζουν τα κόμματα της Ν.Δ ή του ΠΑΣΟΚ ή θα πρέπει να
εκφράσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις νεώτερες ηλικίες που είναι διατεθειμένες για μια άλλη προοπτική και πιο τολμηρές
λύσεις» ανέφερε μεταξύ άλλων ο υπεύθυνος του ΣΥΡΙΖΑ.
“Δόξα σοι ο Θεός, πού δέν μέ ξέρει κανένας!”
“Μιά φορά είχα ένα μικρό σπιτάκι σέ μιά ερημική μεριά κοντά στή θάλασσα. Βουναλάκια μικρά τό τριγυρίζανε, βουναλάκια ήμερα καί χαρούμενα, στολισμένα μέ λίγα δεντράκια, σκοίνους, θυμάρια, πρινάρια, ρήγανη, πού μοσχοβολούσανε. Κατά τόν βορηά ήτανε μιά ρεματιά μέ λίγα πλατάνια καί μέ λυγαριές, καί στό βάθος της καταστάλιζε τό καλοκαίρι λιγοστό καθαρό αεράκι. Τήν άνοιξη τό χώμα στολιζότανε μέ αγριολούλουδα χρωματιστά, πού μέ κάνανε νά χαίρουμαι καί νά δοξάζω τόν Θεό. Τί αγνότητα πού είχε η ψυχή μου!
Είχα διαλέξει αυτό τό μέρος νά μήν έχη κανέναν δρόμο, γιά νά μήν έρχεται άνθρωπος κατά κεί. Ήμουνα καταμόναχος, ήσυχος, ξεκουρασμένος. Αποτραβιόμουνα εκεί πέρα κ’ έβγαζα από πάνω μου τίς έγνοιες καί τίς σκοτούρες, σάν τό φίδι πού βγάζει τό πετσί του. Ξανάβρισκα τή λευτεριά μου.
Πολλές φορές έκανα μήνες νά κατεβώ στήν πολιτεία. Τόν μοναχό άνθρωπο πού έβλεπα, ήτανε ένας τσομπάνης, ένας μισοκαλόγερος, πού, όποτε πήγαινε στό χωριό, μούφερνε ό,τι είχα ανάγκη. Στήν όψη ήτανε ίδιος ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος, πετσί καί κόκκαλο, μέ άγρια μαλλιά καί γένεια κατάμαυρα, θεοφοβούμενος. Τόν λέγανε Χρήστο, κ’ ήτανε Σαρακατσαναίος.
Εκεί κοντά βρισκότανε ένα ρημοκκλήσι πολύ μικρό, ολότελα ξεχασμένο, κι ο Χρήστος πήγαινε ταχτικά κι άναβε τά καντήλια….Τό μέρος ήτανε δασωμένο, τά δέντρα κατεβαίνανε λίγο παραμέσα από τή θάλασσα. Από τό παραθύρι μου άκουγα μέρα-νύχτα τό βουητό πού κάνανε τά κύματα, τήν ανάσα τής θάλασσας, πού τή συνήθισα σά νανούρισμα, από τά μικρά χρόνια μου. Μαζί μέ τό ρουχάλισμα τού πελάγου ανακατευότανε καί τό βούϊσμα οπού κάνανε τά δέντρα γύρω στό σπιτάκι μου, πού φαινότανε μοναχά από τή θάλασσα.
…Γύριζα στό σπίτι μου συγκρυασμένος. Ο βόγγος τής θάλασσας ερχότανε στ’ αυτιά μου από μακρυά. Έβγαζα από τήν τσέπη μου ό,τι είχα μαζεμένα, χαλίκια, σανιδάκια, κοχύλια, καί τά αράδιαζα απάνω στό τραπέζι μου, κοντά στά λιγοστά βιβλία μου. Γύριζα κ’ έβλεπα μιά εικόνα πού ζωγράφιζα, τόν άγιο Γιάννη τόν Πρόδρομο, πού τόν αγαπώ πολύ, κ’ έκανα τόν σταυρό μου. Ηλιοψημένος, σκελετωμένος, φτερωτός σάν αγριοπούλι, αναμαλλιασμένος, κύτταζε τόν Χριστό πού έσκυβε από τόν ουρανό καί τού μιλούσε. Τό πνεύμα μου ήτανε ήσυχο. Η ειρήνη τού Θεού παρακαλούσα ν’ αποσκεπάζη τόν κόσμο.
Σέ λίγο, άρχιζε νά κατεβαίνη σιγά-σιγά από τόν ουρανό τό σκοτάδι τής νύχτας. Ώς νά κάνω τήν προσευχή μου, ο ουρανός γινότανε κατάμαυρος. Από τό παραθύρι μου έβλεπα τά άστρα νά κρέμουνται σάν καντήλια απάνω από τό πέλαγο πού βογγούσε μέσα στό σκοτάδι.
Ξαπλωνόμουνα στό στρωσίδι μου κι αφουγκραζόμουνα τό βόγγο τής θάλασσας καί τών δέντρων. Συμμαζευόμουνα γιά νά ζεσταθώ από τήν ψύχρα τής νύχτας κ’ έλεγα μέσα μου “Δόξα σοι ο Θεός, πού δέν μέ ξέρει κανένας!”
Φώτης Κόντογλου
Ο γνωστός δημοσιογράφος περιγράφει την παρέα της κόρης του, που είναι σήμερα 26 χρονών, σπούδασε στο Ηράκλειο και κατόρθωσε να βρει δουλειά στην Ελλάδα της κρίσης. Από την παρέα της ωστόσο, όπως λέει, είναι η μόνη που μπορεί να κάνει όνειρα επαγγελματικά και προσωπικά. Δείτε γιατί και πώς, στο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο liberal.gr και αξίζει να το διαβάσετε μέχρι τέλους “Η κόρη μου είναι 26 χρονών. Έβγαλε δημόσιο σχολείο, σπούδασε λογιστικά στο Ηράκλειο, αρνήθηκε να φύγει στο εξωτερικό. Ένα μέσο παιδί μιας μέσης οικογένειας. Βρήκε με τα χίλια ζόρια μια απλή δουλειά στην ειδικότητα της στον ιδιωτικό τομέα. Δουλεύει πολύ, πληρώνεται στοιχειωδώς αλλά τουλάχιστον με πλήρη ασφάλιση.
Πηγή: liberal.gr














