Το σύγνεφο του Καρκαβίτσα

Καρκαβίτσας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Λεχαινά, οπότε τις χαρές και τις αγωνίες του σταφιδοκαλλιεργητή τις γνώρισε εξ απαλών ονύχων και από πρώτο χέρι.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού», εκσυγχρονισμένο στην ορθογραφία, από το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, όπου έχει δημοσιευτεί ολόκληρη η συλλογή, καθώς και πολλά άλλα έργα του Καρκαβίτσα.

Το σύγνεφο

— Σαν καλός ο Αύγουστος εφέτος· ε;

— Ναι· μακάρι πάντα μας!

— Εγώ φοβόμουνα την αυγή.

— Και γω. Μα δεν άκουσες τα κοκόρια; Άμα λαλούν τα κοκόρια παράωρα ο καιρός αλλάζει.

— Και μαζί κι η τύχη μας.

— Βέβαια· στην τρίχα κρέμεται.

Ο Δημάκης και ο Βρανάς στολισμένοι όπως οι χασάπηδες τις νηστίσιμες ημέρες, εκάθηντο ήσυχοι εις τον πάγκον ενός κρασοπουλειού και συνομίλουν για τον καιρό. Είχαν και αυτοί απλωμένη εις τ’ αλώνι την σταφίδα των κάτω από τας φλογεράς του ηλίου ακτίνας ως αι χωρικαί τας θυγατέρας των εις τα περιπαθή βλέμματα των λεβέντηδων, και μετρώντες τις ημέρες εις τα δάκτυλα επερίμεναν ανυπομόνως να ξεραθεί. Φυσικά λοιπόν αι συζητήσεις της ημέρας και της νυκτός τα όνειρα δεν έχουν άλλον σκοπόν παρά την κατάσταση του καιρού και τις τιμές της σταφίδας.

— Άκου που σου λέω· μου το είπε ο κουμπά­ρος του κυρ-Γιάννη· είχε γράμμα από την Πάτρα! έλεγεν ο Δημάκης εις τον σύντροφόν του εμπι­στευτικά.

— Λες;

— Λέω βέβαια! Περσυνό πράμα δεν έμεινε ρόγα· τ’ αμπέλια στη Γαλλία χάλασαν. Στην Πάτρα έβρεξε· στη Βοστίτσα παλιόπραμα.

— Α! πασά μου! εφώναξε ενθουσιασμένος ο Βρανάς· Σαράντα κι αμάν αμάν!

— Τι σαράντα; Εξήντα δε λες! Και ο Δημάκης άρχισε πάλι το τραγούδι που είχε διακόψει:

Κι άλλος θέλει τον Άγουστο

που ’ναι τα ταλαράκια.

— Ταλαράκια· ψυχή μου φρούτο!… είπε ο Βρανάς ξερογλείφων τα χείλη του σαν να πιπίλιζε καραμέλα. Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο θε­ριστής τ’ αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλαρα. Αν παραφάς από τ’ άλλα θερμαίνεσαι. Αν παραφάς τάλαρα, γίνε­σαι κυρ-Λινάρδος. Λέω γω ο φτωχός πως μου ’φαγε ο ποντικός το τυρί, κανείς δεν το πιστεύει. Λέει ο κυρ-Λινάρδος πως του ’φαγε το σίδερο, το πιστεύουν όλοι. Καλά το λέει κι ο λόγος: Άγουστέ μου καλέ μήνα, να ήσουν δυο φορές το χρόνο.

—Μωρέ καλός να είναι κι ας είναι και μια φορά. Μου φτάνει· είπε ο Δημάκης.

*

Αλλά την ίδια στιγμή έκοψε την κουβέντα τους μία φωνή. Πίσω τους άλλος χωρικός ψηλός και αδύνατος, που κρατούσε εις το ένα χέρι βουρλιά ψάρια και εις την μασχάλην ένα ζευγάρι τρυ­πημένα παπούτσια, έστεκε ακίνητος με μάτια ολάνοικτα, στυλωμένα πέρα εις τον δυτικόν ορίζοντα.

— Τ’ είναι Χαραλάμπη; ερώτησεν ο Βρανάς.

— Δε βλέπετε: Ένα σύγνεφο.

— Σύγνεφο!…

Επετάχθηκαν και οι δύο ορθοί.

— Αμ το είπα από την αυγή εγώ! είπε ο Βρα­νάς με κλαψάρικο ύφος. Άκουσα τις χήνες που γύρευαν νερό.

— Κι εγώ είδα δίπλα το σκυλί.

— Είδα και γω τη γάτα της νύφης μου που νιβόταν στην άστρια.

Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις τον δρόμον ο δήμαρχος με την άσπρη λινή φορεσιά του, τον παναμά εις το ξουρισμένο κεφάλι, γελαστός, αξιο­πρεπής, ποζάτος — αληθινός άρχοντας του τόπου. Εις τα δάχτυλα της δεξιάς εκρατούσε μια πρέζα ταμπάκου και εις το αριστερόν δέμα από εφημε­ρίδες που ήρθαν εκείνη την ώρα με το ταχυδρο­μείο. Επήγαινε αργά διαβάζοντας την εφημερίδα. Και κάθε τόσο εγέμιζε τα ρουθούνια του ταμπάκο και ταυτοχρόνως ένα τρανταχτό φτάρνισμα εξά­γνιζε το κοιμισμένο Σταυροπάζαρο. Ηκούοντο τότε από τα μαγαζιά γύρω οι ευχές των φίλων:

— Με τις υγείες!

— Γεια σου!

— Γεια σου, κυρ-Δήμαρχε!

— Ευχαριστώ!.. ευχαριστώ!… απαντούσε ο Δήμαρχος δυνατά, ευτυχισμένος για τη δημοτικό­τητά του, χαμογελώντας και μη σηκώνοντας μά­τια από την εφημερίδα. Όταν όμως επλησίασε τους χωρικούς και άκουσε τις φωνές τους εσήκωσε τα μάτια του και ρώτησε·

— Τι είναι; τι τρέχει; Γιατί κάνετ’ έτσι;

— Ένα σύγνεφο…

— Σύγνεφο!..

Αληθινά εις τον δυτικόν ορίζοντα εφαίνετο μικρόν μαύρο σύγνεφο που είχε σχήμα και μέγεθος ενός κριαριού. Η παρουσία του έγινε σε λιγάκι γνωστή εις όλην την αγοράν. Αμέσως οι έμποροι άφηκαν τις πήχες των, οι χασάπηδες τις μαχαίρες των, οι παπουτσήδες τα τσαγκαρόσουβλά των, οι καφενόβιοι απάνω εις τα τραπέζια την τράπουλα και όλοι έσπευδαν εις το μέρος όπου έστεκε ο κυρ-Δήμαρχος. Εκοίταζαν όλοι εις σημείον του ουρανού με αγωνίαν. Οι Καμπίσοι είναι όλοι, όπως οι παλαιοί Χαλδαίοι, δόκιμοι μετεωροσκόποι. Ιδίως κατά τους μήνας Ιούλιον και Άγουστον, αδιακόπως έχουν γυρισμένα τα μάτια εις τον ουρανόν, και από τας σπασμωδικάς κινήσεις του προσώπου των, ημπορεί κανείς ασφαλώς να μάθει τα σημεία των καιρών.

Ωστόσο το συγνεφάκι όλο κι εμεγάλωνε. Τώρα είχε σκεπάσει όλον το από Κεφαλληνίας μέχρι Χλομούτσι διάστημα. Οι χωρικοί εκοί­ταζαν εις εκείνο το μέρος ακίνητοι ως να διετέλουν υπό βασκανίαν. Από πολυχρονίους παρατη­ρήσεις, ήξευραν ότι η βροχή είναι άφευκτος εις τον Κάμπον, όταν το μέρος εκείνο, το Στενό, συννεφιάσει. Με τα χέρια σταυρωτά εις το στήθος, κατακίτρινοι, εκοίταζαν εκεί και κάποτε εγύριζαν ένας εις τον άλλον και άλλαζαν δειλά ολίγας λέξεις,

— Βρέχει στην Πάτρα!.. είπε κάποιος και έδειξε προς ανατολάς.

— Και στον Πύργο!.. επρόσθεσεν άλλος.

Όλων τα πρόσωπα εχαροποιήθησαν αμέσως· τα χείλη των σχεδόν εγέλασαν. Άρχισαν να ελπίζουν. Και λησμονούντες την θέσιν των εσκέπτοντο ευχαρίστως την ωφέλειαν, που θα έχουν αυτοί από την καταστροφήν των άλλων.

— Κλωνί δε θα μείνει στην Πάτρα!

— Ούτε τσάμπουρο δε θα γλυτώσει στον Πύργο!

— Μωρέ δεν τη δίνω αν δε τα σκάσουν τα εξήντα.

— Εξήντα! Τι λες ξάδερφε!.. Εκατό και αμακινάριστη!

— Όχι δα, καημένε…

— Άκου που σου λέω! θα την πάρει από το αλώνι. Και — πού είσαι — τον παρά στο χέρι. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν…

Ήσαν αχόρταστοι, απαιτητικοί, ασυγκίνητοι. Η καταστροφή της σταφίδας των άλλων, τους έκανε να πιστεύουν ότι έπλεαν ήδη εις ωκεανόν ταλήρων. Έβλεπαν τους σταφιδεμπόρους ταπει­νούς, ικετευτικούς μπροστά τους και φιλέκδικος διάθεσις τους εκυρίευσε να σταθούν ανένδοτοι, για να τους εξευτελίσουν. Ακόμη έφθαναν και εις την χαροποιάν διάθεσιν να λυπήσουν, να τιμωρήσουν τους καταναλωτάς της σταφίδος, τους Εγγλέζους με τις λίρες, τις στερλίνες των. Άλλες χρονιές ήσαν δύσκολοι· επλήρωναν με κατεβασμένες εξηυτελισμένες τιμές. Ή την άφηναν να σήπεται εις τας αποθήκας απώλητη. Εφέτος θα ιδείς Εγγλέζε με το ξουρισμένο μουστάκι!…

— Σκύβαλα θα φάνε! σκύβαλα!.. είπε με αγανάκτηση ο Δημάκης.

— Ακούστε! είπε ξαφνικά δείχνοντας με το δάχτυλό του ο Βρανάς.

Μια δυνατή βροντή ακούστηκε πέρα ως κανονιά

— Δεν είναι τίποτα. Είναι βαθιά· είπε ο Δημάκης.

— Βαθιά βροντή γοργό νερό! εσυμπέρανε κάποιος.

— Γοργό για την Πάτρα, για τον Πύργο. Τώρα το νερό στρατεύει.

— Άμποτε!..

— Τι άμποτε; είπε θυμωμένος ο Βρανάς. Δεν βλέπεις που τους έπνιξε;

Αληθινά το σύγνεφο είχε απλώσει γύρω και είχε κατασκεπάσει όλον τον ουρανόν, πυκνό και μαύρο σαν γιγάντια αράχνη. Το Κάστρο δεν εφαί­νετο πλέον ούτε τα βουνά του Μεσολογγιού· ούτε ο Ωλονός των Πατρών· ούτε τα χαμοβούνια του Πύργου που κρεμνίζονται μέχρι του Κατακώλου εις την θάλασσαν. Μόνον απάνω από το δικό τους χωριό ο ουρανός εφαίνετο ακόμη ασκέπαστος, αλλά σταχτής και ο ήλιος καθώς έπεφτε εχρωμάτιζε τα πάντα, ανθρώπους και πράγματα μ’ ένα κοκκινωπόν σκούρο χρώμα, σαν να περνούσε από καπνι­σμένο γυαλί. Αυτό όμως δεν εφαίνετο ν’ ανησυχεί τους χωρικούς και εξακολούθησαν την ομιλία τους, τις μεγάλες ελπίδες και τ’ αμέτρητα κέρδη των.

— Ναι· μα σαν να το κρέμασε κι εδώ, λέω! ετόλμησε να είπει κάποιος κοιτάζοντας ανήσυχα τον ουρανό.

— Να φας τη γλώσσα σου! είπε ο Βρανάς

— Μωρέ δώσ’ του μια με το βουνό της Κεφαλ­λονιάς!… είπε ο Δημάκης.

— Το κρέμασε… σε λίγο θα βρέξει· επέμενε ο χωρικός.

Όλοι εσήκωσαν διά μιας πάλι τα μάτια εις τον ουρανό και τώρα ανατρίχιασαν· το καπνι­σμένο γυαλί είχε γίνει κατάμαυρο. Η αντηλιά έπαιζε απάνω στο Σταυροπάζαρο σαν ανατριχίλα. Μια σιγή εβασίλευε ολούθε σαν εκείνη που προη­γείται αφεύκτως της καταιγίδας. Έξαφνα μια φωτεινή καδένα εράγισε τον ουρανό προς το μέρος του Στενού, έδειξε μια τις κοκκινόμαυρες τάπιες του Κάστρου, τις σκοτεινές πλαγιές του βουνού, λακκώματα, τούφες, δένδρα, ξερολιθιές, βοσκοτόπια, χωριά και τα ’κλεισε πάλι στο σκοτάδι και την ασάφεια. Οι χωρικοί εστραβώθηκαν από το ξαφνικό φως και έκλεισαν τα μάτια τους. Σύγκαιρα άκουσαν να κυλίονται στον ουρανό χιλιάδες άδεια βαρέλια. Και πριν ανοίξουν τα μάτια τους ένοιωσαν στα μέτωπά τους μεγάλες πλατιές σταγόνες νερού σαν ρώγες σταφυλιού: πλατς! πλουτς!

— Θεέ και κύριε!.. είπε έτοιμος να βλαστημήσει ο Βρανάς.

— Δε λυπάσαι τους χριστιανούς, Θε μου!

— Τι διάβολο μας κυνηγάς έτσι;

— Βάλθηκες να μας καταστρέψεις φέτος;

Διά μιας η συγκέντρωσις εσκόρπισε.

Το Σταυροπάζαρο έμεινε έρημο. Ένας με τον άλλον οι χωρικοί έτρεξαν εις τα σπίτια τους και σε λιγάκι απ’ όλους τους δρόμους του χωριού, δεν άκουες παρά κροταλισμούς άλογων, κάρων τρο­χούς, μαστιγώσεις, φωνές, θρήνους και αλαλαγμούς ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όλοι μετέ­φεραν, ότι είχαν ρουχικά εις το σπίτι τους, παλαιά ή καινούργια, φόρεμα, σκέπασμα ή στολίδι· το μετέφεραν εις τ’ αλώνι για να σκεπάσουν την σταφίδα, να την φυλάξουν από την βροχήν. Τα περισσότερα μαγαζιά έκλεισαν, τα καφενεία ερήμαξαν. Το Σταυροπάζαρο έμεινε γυμνό, σιωπηλό. Κι ενώ όλοι έτρεχαν εις την εξοχήν εφάνη ένας κύριος να σπεύδει εις το κεντρικότερον μέρος της αγοράς ξεσκούφωτος, ξεκούμπωτος και καταϊδρω­μένος.

— Κύριε τηλεγραφητά! κύριε τηλεγραφητά! του λέγει ο δήμαρχος ερωτηματικώς.

— Έχω ανοικτή τη μηχανή· απήντησε χωρίς να σταθεί φοβισμένος.

— Α ντε! να μας πετάξεις στον αέρα… εψι­θύρισε ο Δήμαρχος. Μου φαίνεται πως πρέπει να ζητήσω την μετάθεσίν του.

Λέξεις

άστρια, η: Δεν τη βρίσκω στο ΙΛΝΕ αλλά πρέπει να’ναι η αστρακιά, δηλ. το στρωμένο με κονίαμα (οστρακοκονίαμα) δώμα σπιτιού, η ταράτσα.

Σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη: Βρέθηκαν ασύλητοι μυκηναϊκοί τάφοι στη Νεμέα

Δύο νέοι, ασύλητοι, θαλαμοειδείς τάφοι περιόδου 1.400-1.200 π.Χ αποκαλύφθηκαν στο μυκηναϊκό νεκροταφείο Αηδονιών Νεμέας, δημοσιοποιεί σε ανακοίνωση του το υπουργείο Πολιτισμού.

Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας

Η Μονή βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού Φωκίδας, στο Δήμο Ευπαλίου, 30 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ναυπάκτου, στον παλαιό δρόμο του Λιδωρικίου. Είναι κτισμένη πάνω σε έναν μικρό λόφο και σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων, ανάμεσα σε πυκνό δάσος από δρυς και αγριοκαστανιές, με πλουσιότατη θέα προς την ορεινή Ναυπακτία και τη Δωρίδα.

Οι Κομνηνοί αγάπησαν τόσο την Παναγία την Βαρνάκοβα, ώστε επέλεξαν το καθολικό τής Μονής ως τόπο ενταφιασμού τους και αυτό, διότι έγιναν από αυτούς δύο μοναχοί: ο Αλέξιος, με το όνομα Ακάκιος και ο κάποτε ηγούμενος και ο πατέρας του Εμμανουήλ, με το όνομα Ματθαίος. 

Ο αρχαιολόγος Ορλάνδος απεκάλυψε τούς τάφους τους κάτω από το δάπεδο του εσωνάρθηκα, το 1919 και υπάρχουν στη Μονὴ οι επιτύμβιες πλάκες τους σήμερα. Η Βαρνάκοβα υπήρξε το προπύργιο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στα χρόνια της επιρροής των Λατίνων στη Δυτική Ελλάδα και κυρίως, κατά τη Φραγκοκρατία της ευρύτερης περιοχής και ο «κυματοθραύστης» των σχεδίων καθολικοποίησης του Ελληνισμού, που θρησκευτικά ανήκε τότε στον Πάπα της Ρώμης ενώ στην Μονή λειτούργησε και κρυφό σχολειό από το 1520 έως το τέλος περίπου του 19ου αιώνα.

Ανάμεσα στα πολλά αξιοθέατα μεγάλου αρχαιολογικού και θρησκευτικού ενδιαφέροντος της Βαρνάκοβας, δεσπόζει η εικόνα της Παναγίας, η οποία χρονολογείται από κτίσεως του ναού. Η εικόνα φέρει εμφανές ράγισμα κατά μήκος του προσώπου της Θεοτόκου, που σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες δημιουργήθηκε από τοπικό σεισμό που συνέβη στις 15 Αυγούστου 1940 μ.Χ., την ώρα του τορπιλισμού του ευδρόμου Έλλη στην Τήνο.

Κατά το μεγάλο αγώνα του 1821 μ.Χ. υπήρξε κέντρο ανεφοδιασμού των μαχητών της Ρούμελης και ισχυρό οχυρό τους. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου η Ιερά Μονή Βαρνάκοβας έγινε ολοκαύτωμα (26-05-1826 μ.Χ.). Σήμερα το ιερό Μοναστήρι της Παναγίας Βαρνάκοβας, ανακαινισμένο, αποτελεί χώρο ψυχικής ανάτασης και πνευματικής γαλήνης φωλιασμένο μέσα σε απέραντο «Δεντριά».

Πολιτική

Η πολιτική είναι η τέχνη του να ψάχνεις για μπελάδες, να τους βρίσκεις, να κάνεις λανθασμένη διάγνωση, και στη συνέχεια να εφαρμόζεις με λανθασμένο τρόπο τη λάθος θεραπεία!!

Γκράουτσο Μαρξ

Τις ημέρες που «βούλιαξε» η Ακρόπολη

Τις ημέρες που «βούλιαξε» η Ακρόπολη

Κάπου 550.000 επισκέπτες μέσα σε έναν μόνον μήνα στην Ακρόπολη. Εως 18.000 την ημέρα! Μέσα στον ήλιο! Εικόνες ανθρωπομάζας. Ο τουρισμός διογκώνεται και οι εικόνες από τον Ιερό Βράχο είναι ένδειξη γι’ αυτό. Πώς αντιμετωπίζεται, όμως, το φαινόμενο του overtourism;

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης

Ομπρέλα” προστασίας των δασών οι στεγασμένες αντιπυρικές ζώνες

Πυροσβέστες ανοίγουν αντιπυρική ζώνη στο χωριό Μακρυμάλλη EUROKINISSI

“Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις φωτιές” το μήνυμα περιβαλλοντολόγων και δασολόγων με αφορμή την φωτιά στην Εύβοια. Η ανάγκη λήψης συγκεκριμένων μέτρων πρόληψης και πότε θα ανακάμψει το παρθένο πευκοδάσος.

Βασίλης Σφήνας

15 Αυγούστου 2019

Η μεγάλη φωτιά στην κεντρική Εύβοια που κατακαίει για τρίτο συνεχόμενο 24ωρο πυκνό πευκοδάσος, καταφύγιο άγριας ζωής, έχοντας κάνει ήδη στάχτη 35.000 στρέμματα, με συνέπεια μια ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή, εγείρει για πολλοστή φορά σημαντικά ερωτήματα για την πρόληψη, την καταστολή, και την εξέλιξη τέτοιων φαινομένων που μόνο σπάνια δεν πρέπει να θεωρούνται σε ένα μεσογειακό οικοσύστημα όπως το δικό μας.

Ο Δρ. Μιλτιάδης Αθανασίου, Περιβαλλοντολόγος ειδικευμένος στις δασικές πυρκαγιές, κάτοχος τίτλου στην Πρόληψη και Διαχείριση Φυσικών Καταστροφών και εθελοντής Πολιτικής Προστασίας εξηγεί στο News 24/7 πως υπάρχει ανάγκη ψύχραιμου διαλόγου μεταξύ πολιτικών και επιστημόνων προκειμένου η κοινωνία να ενημερωθεί και μακροπρόθεσμα να αποτελέσει μέρος της λύσης του προβλήματος και στήριγμα του κρατικού μηχανισμού τις κρίσιμες ώρες μιας δασικής πυρκαγιάς.

Λάθος να κρατάμε την κοινωνία έξω από το πρόβλημα

“Πρέπει όλοι οι πολιτικοί διακομματικά να κάνουν μια μεγάλη συζήτηση με τους επιστήμονες για το πού θέλουμε να πάμε κοινωνικά. Γίνεται ένα μεγάλο λάθος το τελευταίο διάστημα προσπαθώντας να αποφύγουμε τα δυστυχήματα και να προστατεύσουμε ανθρώπινες ζωές και αυτό είναι να κρατάμε την κοινωνία έξω από το πρόβλημα. Οι συμπολίτες μας πρέπει να ενημερωθούν για το τι είναι αυτό το φαινόμενο, έτσι ώστε να μην πανικοβάλλονται, να μην τους καταβάλει το φαινόμενο αλλά να είναι κάτι που να μπορούν να το διαχειριστούν και να το κατανοήσουν. Έτσι και στις περιπτώσεις που θα χρειαστεί να γίνει από κάπου οργανωμένη απομάκρυνση να μπορεί να γίνει με τη μέγιστη κατά το δυνατόν ασφάλεια” επισημαίνει.

“Είναι λάθος να έχουμε μια κοινωνία τρομοκρατημένη. Ζούμε σε μία μεσογειακή περιοχή, οι παππούδες και οι προ παππούδες μας ξέρανε πολύ καλά να ζούνε με τις φωτιές και εμείς πρέπει να το ξαναθυμηθούμε. Είναι λάθος να πάμε σε μία λογική που να λέει “πήρε φωτιά, να φύγουν όλοι”. Για αυτό χρειάζεται χρόνος, ψυχραιμία και συζήτηση πολιτικής και επιστήμης. Να υπάρξει μια προσπάθεια που να περιλαμβάνει τους πυροσβέστες, τα στελέχη της πολιτικής προστασίας, τις δασικές υπηρεσίες, την επιστημονική κοινότητα, την κοινωνία των πολιτών, τους εθελοντές και να γίνει μια κουβέντα με επιχειρήματα και τεκμηρίωση. Να συνθέσουμε και να πάμε σε μία προσπάθεια που δεν θα δώσει άμεσα αποτελέσματα αλλά μετά τα δύο – τρία πρώτα χρόνια” συμπληρώνει.

Πυρκαγιά σε δασική έκταση στην περιοχή Αγριλίτσα του δήμου Διρφύων-Μεσσαπίων, στην Εύβοια EUROKINISSI

Ομπρέλα προστασίας οι στεγασμένες αντιπυρικές ζώνες

Η ενημέρωση και η συμμετοχή των πολιτών απαιτεί χρόνο λοιπόν ωστόσο υπάρχουν μέτρα πρόληψης που πρέπει να λαμβάνονται από την πολιτεία με τον κ.Αθανασίου να περιγράφει τη χρησιμότητα δημιουργίας “στεγασμένων” αντιπυρικών ζωνών που είναι ικανές να μειώσουν την ένταση μιας πυρκαγιάς και να δώσουν την ευκαιρία στις πυροσβεστικές δυνάμεις να την οριοθετήσουν και να τη θέσουν υπό έλεγχο. Στην απάντηση έχει προηγηθεί η παραδοχή πως “μια τέτοια πυρκαγιά μπορεί να υπερπηδήσει και την πιο πλατιά αντιπυρική ζώνη” λύση που εκ πρώτης μοιάζει αυτονόητη σε όσους δεν κατέχουν το αντικείμενο.

“Η συγκεκριμένη φωτιά δημιούργησε ισχυρή κατακόρυφη επαγωγική στήλη, διότι βρήκε μεγάλες ποσότητες βιομάζας και κατά χρονικές περιόδους η καύση κατάφερνε να κερδίσει τον άνεμο και να ορθώσει αυτή τη στήλη καπνού που έφτασε πάρα πολλά χιλιόμετρα ψηλά. Μια τέτοια πυρκαγιά δεν πλησιάζεται ούτε από επίγειες, ούτε από εναέριες δυνάμεις. Αυτό μας δείχνει το πόσο σημαντικό είναι να έχουμε περιοχές που δεν θα είναι τελείως αποψιλωμένες με την μορφή αντιπυρικών ζωνών αλλά περιοχές που να διαχειρίζονται έτσι ώστε η πυρκαγιά να βρίσκει όλο και λιγότερη “τροφή” , να αδυνατίζει σταδιακά και να χτυπιέται παράλληλα από τις πυροσβεστικές δυνάμεις. Αυτές οι περιοχές είναι οι λεγόμενες στεγασμένες ζώνες. Είναι περιοχές με αραιωμένη επιφανειακή βλάστηση, και αρκετά αποκλαδωμένα δέντρα σε αρκετά μεγάλο ύψος. Μεγάλο ρόλο παίζουν επίσης οι καθαρισμένες καλλιέργειες, το αγροτοδασικό κομμάτι διεπαφής των καλλιεργειών και των δασικών εκτάσεων να είναι καθαρισμένο από χόρτα, διότι αυτό δίνει την ευκαιρία στις πυροσβεστικές δυνάμεις να γλιτώνουν εκείνη την ώρα περιττές ενέργειες και να είναι ασφαλείς” εξηγεί.

Ξοδεύουμε υπερβολικά χρήματα στα εναέρια μέσα

Φωτιά στην Εύβοια νέες ρίψεις από τα Καναντέρ AP