Από τη Σαμοθράκη, στη… Σουηδία

Από την έντυπη έκδοση

Του Λάμπρου Καραγεώργου

[email protected]

Για άλλη μια φορά πέσαμε από τα σύννεφα με την κατάσταση των λιμανιών και των πλοίων με αφορμή τη Σαμοθράκη. Ξαφνικά ανακαλύψαμε προβλήματα στα λιμάνια, στα πλοία, στις συμβάσεις. Και όμως έτσι πορεύονταν τα τελευταία 30 χρόνια η Σαμοθράκη και πολλά ακόμη από τα νησιά μας, παρά το γεγονός ότι οι αρμόδιοι συλλογικοί φορείς, όπως π.χ. ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) και η Πανελλήνια Ένωση Πλοίαρχων Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΠΕΝ), χρόνια τώρα με τις εκθέσεις τους αναφέρονται τόσο στις κακοτεχνίες των λιμανιών όσο και στο «έλλειμμα» πλοίων που να εξυπηρετούν άγονες γραμμές.

Η έκθεση της ΠΕΠΕΝ για την κατάσταση των λιμανιών δημοσιεύεται κάθε χρόνο την ίδια περίοδο και θα την έχουν διαβάσει υπουργοί και υπουργοί, όμως σπανίως αξιοποιείται προκειμένου να διορθωθούν κάποια πράγματα.

Επίσης, για τον ρόλο της ακτοπλοΐας ως συνεκτικού ιστού του εθνικού χώρου και στηρίγματος του τουρισμού και της νησιωτικής οικονομίας έχει μιλήσει επανειλημμένως ο πρόεδρος του ΣΕΕΝ Μιχάλης Σακέλλης, όμως όταν έρχεται η ώρα να δοθούν κάποια κονδύλια για τις επονομαζόμενες άγονες γραμμές τότε το Δημόσιο γίνεται «τσιγγούνικο» και αντιμετωπίζει τους «ακτοπλοϊκούς δρόμους» όχι τόσο γαλαντόμα, όσο τους στεριανούς. Είναι ενδεικτικό ότι στα σχέδια για το επόμενο ΕΣΠΑ απουσιάζει πλήρως η λέξη «ακτοπλοΐα».

Αν και πρέπει να ομολογήσουμε ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία δέκα χρόνια στην εξυπηρέτηση του επιβατηγού κοινού, είναι ηλίου φαεινότερο ότι «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν έστι γενέσθαι των δεόντων»!

Σε άλλα νέα τώρα, γιατί εκτός από το παρελθόν πρέπει να συγκρινόμαστε και με τον υπόλοιπο κόσμο, η ακτοπλοϊκή εταιρεία που εξυπηρετεί το νησί Gotland στη Σουηδία και λαμβάνει για τον σκοπό αυτό μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ επιδότηση κάθε χρόνο, παρέλαβε πρόσφατα το δεύτερο επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο που καίει ως καύσιμο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Εμείς εδώ θα ψάχνουμε ακόμη για καιρό να βρούμε κάποια πλοία 30ετίας και βάλε να εξυπηρετήσουν τα δεκάδες νησιά μας, τον πλούτο μας…

Σαν σήμερα

Λέων Τρότσκι

Ηγετική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης, θεωρητικός του Μαρξισμού, ιδρυτής του Κόκκινου Στρατού, ο Λέων Τρότσκι άφησε σαν σήμερα την τελευταία του πνοή. Δολοφονήθηκε όχι από εχθρό, αλλά από “σύντροφο” Κομμουνιστή.

Σαν σήμερα στις 21 Αυγούστου του 1940, πεθαίνει, δολοφονημένος, σε ηλικία 61 ετών, ο Μπολσεβίκος επαναστάτης και θεωρητικός του Μαρξισμού Λέων Τρότσκι.

Έρωτας

Ο έρωτας δεν εξαρτάται απ’ την ανταπόκριση. Ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται όταν στον έρωτά του υπάρχει ανταπόκριση. Μπορεί να ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση, όπως μπορεί να έχει ανταπόκριση και ο ίδιος να μην ερωτεύεται, να τον αγαπούν χωρίς ν’ αγαπά.

Ελλη Αλεξίουω

Φερνάντο Πεσσόα: Έχουμε όλοι δυο ζωές

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:

Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε

Στην παιδική μας ηλικία, αυτή

Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,

Στο βάθος της ομίχλης

Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε

Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.

Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,

Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,

Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:

Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις

Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.

Στην άλλη είμαστε εμείς,

Στην άλλη ζούμε.

Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.

Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Έκρηξη πληθυσμών

Πάνω στον πλανήτη σήμερα ζούμε περίπου 7,6 δισεκ. άνθρωποι. Μέχρι το 2020 θα φτάσουμε τα 9 δισεκ. και κατά την αλλαγή του αιώνα τα 11,2. Όσοι περισσότεροι, τόσο το καλύτερο;

ΟΧΙ. Οι πόροι της γης δεν πολλαπλασιάζονται με την ίδια ταχύτητα και το ζητούμενο είναι το πώς θα σιτίζονται τόσα στόματα.

Το πιστεύετε ότι οι τροφές δεν επαρκούν για όλους μας; Η αλήθεια είναι ότι το 90% της γεωργικής παραγωγής σήμερα βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και το ήμισυ των παραγόμενων τροφίμων χάνεται στις αλυσίδες διανομής του αναπτυσσόμενου κόσμου. Δύο πράγματα μας σώζουν: Να αυξήσουμε την γεωργική παραγωγή και να πάψουμε να δημιουργούμε όγκους αποβλήτων.

Μια ακόμα πρόκληση είναι το πόσιμο νερό. Είμαστε σίγουροι ότι υπάρχουν ποσότητες πόσιμου νερού. ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ. Η τραγωδία είναι ότι όγκοι νερού βρίσκονται στους πόλους, χιλιάδες μίλια μακριά από τους ανθρώπους που διψούν. ΤΙ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ; Εγκαταστάσεις αφαλάτωσης χαμηλού κόστους και ενέργειας. ΕΔΩ, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειες έχουν να παίξουν βασικό ρόλο.

Τότε που έβλεπες φαντάρους στον δρόμο!

Ο στρατός δεν είναι πια η κλειστή κοινότητα που σημαδεύει ανεξίτηλα την ζωή των νεαρών. Πάνε αυτά. Δεν θα ξανακούσουμε καινούρια τραγούδια για φαντάρους, κανένας δεν θα ξανανιώσει την ανάγκη να γράψει ένα φρέσκο διήγημα για την δική του θητεία. Ευτυχώς!

Το τελευταίο διάσημο φανταροτράγουδο που γράφτηκε σε τούτη τη χώρα ήταν το «Διδυμότειχο μπλουζ» το 1991. Το τελευταίο πεζό της στρατιωτικής λεγόμενης λογοτεχνίας, δεν ξέρω πότε γράφτηκε. Ακμάζον είδος προπολεμικής και μετεμφυλιακής γραφής, ξεψύχησε κι αυτό κάπου εκεί στα τέλη του 1990.

Από τότε που μειώθηκε δραστικά η θητεία, επιτράπηκε η έξοδος απ’ τα στρατόπεδα με πολιτικά κι έπαψαν οι φανταρίστικες ιστορίες ν’ ακούγονται στις παρέες ως αξεπέραστο αντρικό βίωμα, έσβησαν και τα παρακλάδια λογοτεχνικής και μουσικής έκφρασης που συνόδευαν την «καταραμένη» θητεία.
Μια θητεία που σήμερα είναι μόλις εννιά μήνες (οκτώ με αφαίρεση της άδειας) δεν μπορεί φυσικά να συγκριθεί με την θητεία των 30, 32 ή 36 μηνών που υπηρέτησαν οι σημερινοί εξηντάρηδες. Τα τρία σχεδόν χρόνια που περνούσε ο αντρικός πληθυσμός της χώρας μέσα στα αχανή απομονωμένα στρατόπεδα, πάνω στην καλύτερη ηλικία του και μέσα σε συνθήκες καταναγκαστικού παραλογισμού, δεν μπορούσε να μείνει έξω από το πεδίο ενδιαφερόντων των διηγηματογράφων, των στιχουργών, των μουσικών και των διασκεδαστών.
Τα «χαμένα χρόνια» πάντα αποτελούν πρωτόλειο υλικό για την τέχνη.
Οταν ο Σκαρίμπας, ο Μυριβήλης, ο Ιωάννου, ο Σκούρτης, ο Χρυσοβιτσάνος, ο Ψυχάρης, ο Σολδάτος, ο Μωραϊτίνης (για να θυμηθώ μερικούς ανάκατα) και δεκάδες άλλοι απ’ όλες τις δεκαετίες, επιστράτευσαν την γραφίδα τους για να αναφερθούν στο ξυρισμένο με την ψιλή παλικαράκι που ήταν ντυμένο στο χακί, τότε πράγματι χτυπούσαν κάποια φλέβα.

Η μοναξιά του φαντάρου, η τρέλα του συστήματος, το μετεμφυλιακό μίσος, το μωσαϊκό των χαρακτήρων που συνωστίζονταν στους στρατώνες, ο παραλογισμός όλης της στρατιωτικής δομής σε συνδυασμό με μια αντιπαραγωγική μακρόσυρτη θητεία που «δεν σταματάει πουθενά», έδωσαν υλικό για χρυσές λογοτεχνικές σελίδες.

Αντιστοίχως, τα σχετικά νέα «Ελα στην παρέα μας φαντάρε» της Αλεξίου, «Είμαι φίνο φανταράκι» του Ζαμπέτα ή το «Φαντάρος» του Διονυσίου, δεν ήταν παρά στάσεις σε μια ατέλειωτη σειρά τραγουδιών που αναφέρθηκαν σε φαντάρους, τραγουδήθηκαν και χορεύτηκαν από φαντάρους.

Ο Ανδρέου, στο γράμμα του προς τον Νίκο Γκάτσο τοποθετεί την φανταρίστικη φιγούρα ως ένα από τα σήματα κατατεθέντα της μεταπολεμικής ρημαγμένης Ελλάδας: «…φαντάροι χορεύουν τις νύχτες, σε άδειες ταβέρνες / δελφίνια στο πέλαγο μόνα, νεράκι στις στέρνες».
Ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο αυθεντικότερος μελετητής και μύστης του ρεμπέτικου, θεωρεί την τελευταία σειρά του Εθνικού Στρατού που απολύθηκε στο τέλος του Εμφυλίου, ως την έσχατη κοινωνική ομάδα που τίμησε βιωματικά το ρεμπέτικο πριν αυτό μεταβληθεί σε μαυσωλειακό μουσικό είδος.
Από τη μια ήταν οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που με υψωμένη την γροθιά τραγουδούσαν τα (βόρειας κατά βάση προέλευσης) «βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα» και θεωρούσαν το λαϊκορεμπέτικο βρώμικη έκφραση ενός παραβατικού και αποπροσανατολισμένου λούμπεν-προλεταριάτου.
Απέναντί τους ήταν τα κουτσαβάκια των αστικών φτωχογειτονιών και τα ακατέργαστα αγροτόπαιδα που, ντυμένα στο χακί, κέρδισαν τον Εμφύλιο και αντιπαρέθεσαν στον εχθρό ένα βαρύ μεταμεσονύκτιο ζεϊμπέκικο σε άδεια σουβλατζίδικα, υπό τους ήχους του μπουζουκιού και του μπαγλαμά. Καταραμένοι φτωχοδιάβολοι αμφότεροι, αλληλοσκοτώθηκαν δίχως να καταλαβαίνουν γιατί, όμως είχαν (και τράβηξαν) διαφορετικούς δρόμους έκφρασης.

Η στρατιωτική λογοτεχνία και το φανταρίστικο τραγούδι άνθισαν για τρεις δεκαετίες (1950-80), τότε που μεγάλο κομμάτι της ελληνικής νεολαίας ήταν στρατευμένο λόγω μεγάλης θητείας. Τότε που οι κάτοικοι των ελληνικών πόλεων ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν παρέες φαντάρων, αεροπόρων και ναυτών να περιφέρονται άσκοπα στις πλατείες τους (κάθε πόλη είχε το στρατόπεδο της), να πίνουν, να φωνάζουν και να πειράζουν τις γυναίκες.

Παιδιά μιας αγροτικής Ελλάδας που έφευγαν απ’ το χωριό τους, υπηρετούσαν τρία χρόνια στον Έβρο, στα νησιά ή στα ελληνοβουλγαρικά κι έπειτα ξαναγύριζαν στα χωράφια τους ή ξέμεναν στις παρυφές της Αθήνας για να γίνουν οικοδόμοι, πλακάδες και μωσαϊκτζήδες. Για πολλά απ’ αυτά τα παιδιά, ο στρατός (μέσα στον παραλογισμό του) ήταν το ισχυρότερο προσωπικό τους βίωμα. Υπήρχε λοιπόν υλικό για να αναδειχθεί και κοινό για να το αγοράσει.

Τώρα πια, αυτά αποτελούν παρελθόν. Ως μαζικό βίωμα φυσικά, διότι πάντα ο στρατός θα συμβαδίζει με την ασυναρτησία ως προσωπικό αίσθημα του στρατευμένου. Απλώς σήμερα ο φαντάρος περνά καλύτερα, τελειώνει την θητεία του πριν το καταλάβει, δεν ξεχωρίζει απ’ τους υπόλοιπους όταν είναι εκτός στρατοπέδου και δεν είναι διόλου απομονωμένος στην άκρη του κόσμου όπως κάποτε.

Οι άδειες είναι ευκολότερες, τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονται μέσα στην φτήνια, το FB υπάρχει για όλους. Φυσικά, πάντα θα υπάρχει ο αυταρχικός διοικητής, ο αγράμματος λοχίας, ο χαβαλές δεκανέας, ο μάγκας παλιός, ο ψαρωμένος νέος, ο παλαβός που κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι, ο γκαρδιακός που γίνεστε φίλοι, ο υπερφίαλος και το ερείπιο.

Όμως πια ο στρατός δεν είναι η κλειστή κοινότητα που σημαδεύει ανεξίτηλα την ζωή των νεαρών, άρα χρειάζεται δικούς του κώδικες και δικό του εσωτερικό πολιτισμό. Πάνε αυτά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, που το τελευταίο μεγάλο φανταρίστικο τραγούδι, το «Διδυμότειχο μπλουζ» δεν είχε μπουζούκι αλλά ηλεκτρική κιθάρα. Το κύκνειο άσμα των στρατιωτικών τραγουδιών ήταν μια καθαρή ροκιά απ’ το μέλλον.

Δεν θα ξανακούσουμε καινούρια τραγούδια για φαντάρους, κανένας δεν θα ξανανιώσει την ανάγκη να γράψει ένα φρέσκο διήγημα για την δική του θητεία. Ευτυχώς. Έστω κι αν έτσι θα χάσουμε κάποια λογοτεχνικά διαμάντια που γράφονταν άλλες εποχές.

Σαν εκείνο το υπέροχο (σπάω το κεφάλι μου τίνος ήταν) για τον σχιζοφρενιασμένο μετεμφυλιακό συνταγματάρχη στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα του ’60, που έμαθε απ’ τους ρουφιάνους του ότι ένας φαντάρος έφευγε απ’ την σκοπιά, περνούσε απέναντι έρποντας και πηδούσε μια Βουλγάρα που είχε πιάσει γκόμενα. Τον έβγαλε στην αναφορά και του έριξε σαράντα μέρες φυλακή για εγκατάλειψη θέσης. Κι αμέσως μετά, του έγραψε και σαράντα μέρες τιμητική άδεια επειδή εισέβαλε επιτυχώς σε εχθρικό έδαφος και βίαζε μια κομμουνίστρια.

Δημήτρης Ευθυμάκης
Πηγή: Protagon

«Αδύνατον τόν μηδέν πράττοντα πράττειν εύ».Είναι αδύνατο να ευτυχεί όποιος δεν ασχολείται με καμιά εργασία.

Αριστοτέλης,

Αρχαίος φιλόσοφος.

“Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις φωτιές”

“Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις φωτιές” το μήνυμα περιβαλλοντολόγων και δασολόγων με αφορμή την φωτιά στην Εύβοια. Η ανάγκη λήψης συγκεκριμένων μέτρων πρόληψης και πότε θα ανακάμψει το παρθένο πευκοδάσος.

ο έμπειρος δασολόγος Ελευθέριος Σταματόπουλος που γνωρίζει καλά τη συγκεκριμένη περιοχή αφού αναφέρει και εκείνος την ανάγκη διαχείρισης του δάσους με την απομάκρυνση υπολειμμάτων καύσιμης ύλης υπογραμμίζει την αξία της έγκαιρης επέμβασης.

“Ο γρήγορος εντοπισμός της πυρκαγιάς είναι κομβικός. Πρέπει να υπάρχουν στελεχωμένα πυροφυλάκια τα οποία θα λειτουργούν σε αυτές τις περιοχές υψηλού κινδύνου και με τον πρώτο καπνό η δύναμη του πυροφυλακείου να μπορεί να κάνει και την πρώτη προσβολή της πυρκαγιάς μέχρι να γίνει επέμβαση της Πυροσβεστικής. Αυτή η πρώτη πλήξη θα αποδυναμώσει την πυρκαγιά και δεν θα τις επιτρέψει να πάρει διαστάσεις” μας λέει.

“Ξοδεύουμε ένα δισ. ευρώ για τα εναέρια μέσα κάθε χρόνο. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται. Πρέπει να δώσουμε χρήματα στη διαχείριση του δάσους. Έτσι θα γλιτώσουμε σημαντικούς πόρους και θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Χρειάζεται φορέας δασοπροστασίας που θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το είδος της βλάστησης

Μια ακόμη συζήτηση που επανήλθε μετά την φωτιά της Εύβοιας είναι το κατά πόσο μπορούμε με την διαδικασία της αναδάσωσης να αλλάξουμε το είδος της βλάστησης και να ξεφύγουμε από την “εύφλεκτη” Χαλέπιο Πεύκη.

Ορισμένα είδη πεύκης με φυσική νομοτέλεια θα καούν κάποια στιγμή και ευνοούνται και μετά στην αναδάσωση, με την αναγέννηση από το κάψιμό τους, μιλάμε για αυτοφυή δέντρα. Υπάρχει ένας προβληματισμός που αρχίζει σιγά σιγά να εδραιώνεται μέσα στην επιστημονική κοινότητα, ότι τελικά σε όλα τα δάση μας αυτά, με ό,τι δυσκολίες έχει το εγχείρημα, θα πρέπει να πάμε σε μια μείξη αυτών των δασών, που έχει να κάνει και με την εισαγωγή πλατυφύλλων, που δεν είναι τόσο πυρόφιλα είδη, αλλά αντιστέκονται στη φωτιά, την περιορίζουν και διευκολύνουν την πρόληψη», δήλωσε χθες μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων ο δασολόγος και δασάρχης Κιλκίς Γιώργος Βούρτσας.

Καμμένο δάσος στην Εύβοια EUROKINISSI

“Είτε βάλουμε είτε δεν βάλουμε άλλα είδη δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν. Θα επικρατήσει στο τέλος η χαλέπιος πεύκη. Προφανώς τα μεικτά δάση είναι καλύτερα, αλλά η άποψη ότι εμείς μπορούμε έτσι απλά να τα δημιουργήσουμε είναι παρωχημένη. Τη δεκαετία του ’60 έγινε ένα πρόγραμμα από τη δασική υπηρεσία και είχε βάλει ξενικά δέντρα. Ναι μεν εξελίχθηκαν αλλά δεν άντεξαν στις καιρικές συνθήκες . Δεν μπορούν λοιπόν να επιβιώσουν σε βάθος χρόνου. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως στο συγκεκριμένο δάσος να βάλουμε χαρουπιά η οποία όμως αναπτύσσεται πολύ αργά και τρώγεται και από τα ζώα. Άρα αυτή η ενέργεια δεν αποτελεί λύση. Λύση είναι η διαχείριση” απαντά ο κ. Σταματόπουλος.

Όπου υπάρχουν δρυοδάση η δασοπυρόσβεση διευκολύνεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να πάμε και να αλλάξουμε τη βλάστηση. Δεν είναι τυχαίο που η πεύκη έχει επικρατήσει. Και να θέλαμε να επέμβουμε δεν μπορούμε να το κάνουμε και μάλιστα σε τέτοια έκταση” συμφωνεί και ο κ. Αθανασίου καταλήγοντας πως ο χρόνος ανάκαμψης του συγκεκριμένου δάσους στην κεντρική Εύβοια υπολογίζεται στις δύο δεκαετίες.