
Αγιος Σώστης.


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Αγιος Σώστης.




Λίγο πριν από την Επανάσταση, στα 1815, στην Αθήνα κατοικούσαν 7 χιλιάδες χριστιανοί και 3 χιλιάδες μουσουλμάνοι σύμφωνα με τον Pouqueville. Από τους 7 χιλιάδες χριστιανούς οι 4 χιλιάδες ήταν αρβανίτες και προέρχονταν από όλα τα χωριά της Αττικής. Είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Πλάκας και Μακρυγιάννη.
Το 1821, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι της Αθήνας συνέλαβαν 12 Αθηναίους προκρίτους ως ομήρους επειδή υποψιάζονταν ότι οι ραγιάδες θα επαναστατούσαν. Η αρχική τους απόφαση ήταν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς αλλά η εναντίωση του Χαλήλ Εφέντη, κατή (δηλαδή δικαστή), το απέτρεψε.
Στις 25 Απριλίου 1821, σύμφωνα με τον Διονύσιο Σουρμελή, αγωνιστή και αυτόπτη μάρτυρα, συγκεντρώθηκαν στο Μενίδι (Αχαρνές) 1.200 χριστιανοί. Προέρχονταν από τη Χασιά (Φυλή) με αρχηγούς τον Μελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά, από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια με αρχηγό τον Ιωάννη Δάβαρη και από την Αθήνα με αρχηγό τον Δήμο Αντωνίου.
Απελευθέρωσαν την Αθήνα
Υπό την ηγεσία του Μελέτη Βασιλείου οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα και την ελευθέρωσαν. Σήμερα έξω από το δημαρχείο της Φυλής μπορεί κάποιος να δει το άγαλμά του να ατενίζει ακόμα τους συγχωριανούς του, δείχνοντας τον δρόμο του χρέους και της περηφάνιας.
Τον Σεπτέμβριο του 1821 εβδομήντα παληκάρια από τη Χασιά υπό την ηγεσία του Μήτρου Σκευά και του Αναστασίου Λέκκα πολέμησαν εναντίον 500 Τούρκων (πεζών και ιππέων) υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη. Σ’ αυτήν τη μάχη κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του ο τρομερός πασάς. Ετσι πήρε την απόφαση και εγκατέλειψε την Αθήνα λέγοντας «αν 70 άνθρωποι με ενίκησαν και με έκαμαν να κινδυνεύσω την ζωήν μου, τι θέλει γίνει, αν συσσωματωθώσιν εις 1.000».
Η μετέπειτα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους απελευθερώθηκε από τους Αρβανίτες της Αττικής, μια πολεμική φυλή ορθόδοξων χριστιανών με τα δικά της ήθη και έθιμα, τον δικό της πολιτισμό, τη δική της γλώσσα. Μια φυλή που ποτέ δεν προσκύνησε τους Τούρκους και ποτέ δεν έκανε ειρήνη μαζί τους. Έμαθαν να ζουν με το μαχαίρι στα δόντια για να υπερασπίζουν την τιμή και τη ζωή τους -και αυτή ήταν η σειρά προτεραιότητας- από τους Τούρκους κατακτητές που δεν γνώριζαν νόμο και δεν είχαν μπέσα.
Οι Αρβανίτες της Αττικής που άλλοι τους αποκαλούν «δωριείς του σύγχρονου ελληνισμού», άλλοι τους θεωρούν Ηπειρώτες και άλλοι Αλβανούς που εποίκησαν την Αττική τον 10ο-11ο αι. μ.Χ., ήταν εκείνοι που σήκωσαν τα όπλα τα ιερά για τον μεγάλο αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδας – τα αναφέρω με τη σειρά που τα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του της Πνύκας.
Πιστοί στη μεγάλη ελληνική ιδέα, διψασμένοι για ελευθερία, οι Αρβανίτες της Αττικής όπως και όλων των ελληνικών χωρών, πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση, ανήκαν και εκείνοι στη μεγάλη γενιά των Ελλήνων που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του έθνους μας προσφέροντας στον Ελληνισμό, έπειτα από 4 αιώνες, ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.
Ιστορία των οικογενειών
Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη ιστορικά άποψη. Είμαι όμως Αρβανίτης και γνωρίζω την ιστορία της δικής μου οικογένειας, όπως και οι περισσότεροι Αρβανίτες της Αττικής. Ας μην ξεχνούν οι αναγνώστες ότι σε αντίθεση με την Αθήνα, η περιφέρεια Αττικής κυριαρχούνταν ώς πρόσφατα -και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να κυριαρχείται- από χωριά που οι ρίζες τους πάνε πολύ πίσω και εκεί οι οικογένειες γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.
Από την πλευρά του πατέρα μου, ο Γιαννάκης Μελέτης (Χατζημελέτης) είχε την ύψιστη τιμή να βρεθεί στο πλευρό του Γ. Καραΐσκάκη ως υπαρχηγός του. Για όποιον κάνει τον κόπο να ρωτήσει θα μάθει πολλές ιστορίες από όλα τα αρβανίτικα χωριά για τους τοπικούς καπετάνιους και τα παλικάρια που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας μας.
Ο Γ. Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία διασώζει μια μικρή διήγηση όπου σε συνεδρίαση της Βουλής, όταν τα αίματα είχαν ανάψει, ένας παλιός αγωνιστής του ’21 απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στα αρβανίτικα για να σταματήσει η διχόνοια. Και σταμάτησε.
Τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. Ήταν η γλώσσα που ήξερε και καταλάβαινε ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος και πολλοί άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης.
Στη μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922 οι Λιοσιώτες Αρβανίτες πολεμούσαν με δικό τους μπαϊράκι. Δεν υποχώρησαν ούτε βήμα, έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Μόνο όταν το ξέρουμε αυτό καταλαβαίνουμε εκείνο το σκοτεινό βλέμμα των Αρβανιτών της Αττικής που περιγράφει ο Τίτος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης». Στα ηρώα των χωριών μας ο κατάλογος των νεκρών του 1922 είναι μεγαλύτερος από όλα τα άλλα χωριά της Ελλάδας σε σχέση με τον πληθυσμό μας.
Σημαντική παρουσία
Οι Αρβανίτες βέβαια δεν έχουν σημαντική παρουσία μόνο στο μεγάλο βιβλίο των τιμημένων νεκρών του έθνους μας. Εξίσου σημαντική παρουσία έχουν στα γράμματα, τις επιστήμες και στις δομές του νέου κράτους, ιδιαίτερα καταλαμβάνοντας υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα.
Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα ανάστασης του γένους μας. Είναι η ημέρα που το ελληνικό έθνος απέκτησε ξανά ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος. Όπως περιγράφει και στη «Βαβυλωνία» του ο Βυζάντιος, αυτό το ελληνικό έθνος δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα, δεν είχε τα ίδια έθιμα, αλλά είχε την ίδια πίστη, την ίδια αίσθηση ότι αποτελεί μια ξεχωριστή κοινότητα, την ίδια αντίληψη ότι έχει τη δική του ταυτότητα πέρα και πάνω από τις διαφορές και τις πολυποίκιλες επιμέρους γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες που το συναποτελούσαν. Αλλά περισσότερο απ’ όλα αυτό το έθνος ήθελε να είναι ένα, ενιαίο και αδιαίρετο, έθνος με δική του πολιτική υπόσταση και κυριαρχία. Και αυτή η πολιτική υπόσταση και κυριαρχία είναι θεμελιωμένη στην ιστορία, στη γλώσσα και κυρίως στο αίμα των ηρώων που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία μας.



Ο Χριστός, στην επί του όρους ομιλία του, κήρυξε
την τεμπελιά: «Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού
πώς αυξάνει- ου κοπιά ουδέ νήθει-λέγω δε
υμίν ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού
περιεβάλετο ως έν τούτων».
Ο Ιεχωβάς, ο γενειοφόρος και σκληρός θεός,
έδωσε σ’ όσους τον λάτρευαν το υπέρτατο παράδειγμα
της ιδεώδους τεμπελιάς-μετά απο έξι μέρες
εργασίας, ξεκουράστηκε για όλη την αιωνιότητα.
Απόσπασμα από το βιβλίο : το δικαίωμα στην τεμπελιά του
PAUL LAFARGUE.( γαμπρός του Μάρξ)


Τις τελευταίες δεκαετίες, η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου (όπως και εν γένει του αθλητισμού) έχει καταστεί κάτι παραπάνω από πρόδηλη. Ο επονομαζόμενος «βασιλιάς των σπορ» δεν αποτελεί μονάχα ένα αγνό ψυχαγωγικό παιχνίδι, αλλά έχει αναχθεί σε βιομηχανία του θεάματος, του πρωταθλητισμού
Πρωταθλητισμός: Το παιχνίδι του πόνου και του κέρδους, όπως μαρτυρούν τόσο τα τελευταία στοιχεία για τα ποσά που δαπανώνται σε μεταγραφες, μιντιακά δίκτυα και πολυεθνικές εταιρείες. Οι ποδοσφαιριστές δεν είναι, πλέον, τα φτωχόπαιδα που έπαιζαν σε αλάνες κλωτσώντας τενεκεδάκια στις αλάνες, αλλά επαγγελματίες, πολλοί εκ των οποίων κερδίζουν αμύθητα χρήματα από τα ακριβοπληρωμένα συμβόλαια που υπογράφουν.

Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν είναι μόνο τα οικονομικά μεγέθη ούτε περιορίζεται στο αμιγώς αγωνιστικό σκέλος του. Είναι ένα άθλημα που βρίσκεται σε διαρκή ώσμωση με την κοινωνία και την πολιτική. Η ιστορία του, μάλιστα, μας αποδεικνύει ότι ανέκαθεν επηρεαζόταν από τις συγκυρίες και τα γεγονότα της εκάστοτε εποχής, καθώς επίσης και ότι οι κυρίαρχες πολιτικές τάξεις προσπάθησαν να το ελέγξουν προς ίδιον όφελος. Αυτή η –συχνά αγνοημένη αλλά εξόχως σημαντική– διάσταση του δημοφιλούς αθλήματος αποτυπώνεται διεξοδικά και με ενάργεια στο καινούριο βιβλίο του δημοσιογράφου Νάσου Μπράτσου με τίτλο «Σπορ και Κοινωνικές Αντιστάσεις: Μεσοπόλεμος-Κατοχή-Δικτατορία-Μεταπολίτευση
Το βιβλίο στο politeianet.gr», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νότιος Άνεμος και περιλαμβάνει πλούσιο αρχειακό υλικό και ντοκουμέντα αθλητικής και κοινωνικής ιστορίας από την Ελλάδα του 20ου αιώνα.
Όπως λέει στο inside story ο ίδιος ο κ. Μπράτσος (που έχει ασχοληθεί εκτενώς με θέματα ερασιτεχνικού αθλητισμού), «το βιβλίο ήταν προϊόν της σύνθεσης όλων αυτών που αντιμετωπίζω καθημερινά λόγω της εργασίας μου, που οδηγεί σε συσσώρευση στοιχείων, αλλά και σε δύο παραμέτρους, την και εκτός εργασιακού χρόνου ενασχόλησή μου με θέματα ιστορίας, αναζήτησης και μελέτης αρχείων, καθώς και της ιδιότητας του φιλάθλου».
Το ποδόσφαιρο στη «δίνη» της ανελευθερίας
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και της Χούντας, οι ποδοσφαιριστές ήταν παιδιά των λαϊκών τάξεων, πρόσφυγες και εργάτες, οι οποίοι, ταυτόχρονα με το άθλημα, ανέπτυξαν έντονη αντιστασιακή δράση – πολλοί εξ αυτών
«Να μου ρίξετε ενώ φοράω τη φανέλα του Ολυμπιακού». Η τελευταία επιθυμία του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα, που εκτελέστηκε στον εμφύλιο πόλεμο. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και ήταν λοχαγός του ΕΛΑΣ με τίμημα τη ζωή τους.
Η πηγαία τους διάθεση για μπάλα, η επιθυμία τους για έναν αθλητισμό που, όπως γράφει ο κ. Μπράτσος, «δίνει χαρά και δεν διχάζει τους ανθρώπους», αμαυρώθηκε από τα κατά καιρούς αντιδημοκρατικά καθεστώτα που αποπειράθηκαν να ποδηγετήσουν, μεταξύ άλλων, και τον χώρο του αθλητισμού. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ανελευθερίας, το ποδόσφαιρο θεωρήθηκε, από την πλευρά του κατεστημένου, ως το μέσο δια του οποίου ο κόσμος θα αποπροσανατολιζόταν και θα ξεχνούσε τα προβλήματά του. «Η δημοφιλία του αθλητισμού αποτέλεσε πεδίο έλξης για πολιτικές παρεμβάσεις, συχνά από ανελεύθερα καθεστώτα και η μαζικότητά του δημιούργησε το πεδίο για να υπάρξουν αντιστάσεις σε αυτές τις επιλογές», επισημαίνει ο κ. Μπράτσος στο inside story.
Η εργαλειοποίηση του ποδοσφαίρου για προπαγανδιστικούς σκοπούς δεν εντοπίζεται, βέβαια, μόνο στην Ελλάδα. Στην Ισπανία, το φρανκικό καθεστώς εκμεταλλεύτηκε στο ποδόσφαιρο ευοίωνες προοπτικές για την παγίωση της φασιστικής ιδεολογίας στην κοινωνία και στη Χιλή, ο δικτάτορας Πινοσέτ έπαιξε τον δικό του ρόλο στη μη διεξαγωγή ενός αγώνα για τα προκριματικά του Μουντιάλ 1974 ανάμεσα στη Χιλή και τη Σοβιετική Ένωση. Σε ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, ο ακροδεξιός πρόεδρος της Βραζιλίας, Ζαΐρ Μπολσονάρο πόζαρε, τον Ιούλιο του 2019, μαζί με την εθνική ομάδα της χώρας του, όταν η τελευταία πανηγύριζε την κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα εναντίον του Περού.
Στις «συμπληγάδες» Μεταξά και κατακτητών
Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας (1936-1941), έλαβαν χώρα διαλύσεις, συγχωνεύσεις και μετονομασίες ποδοσφαιρικών σωματείων, ενώ κάθε επίσημη αθλητική δραστηριότητα διεκόπη από τον Οκτώβριο του 1940 κι ύστερα. Όπως γράφει ο Νάσος Μπράτσος, ο Μεταξάς «επιχείρησε να στήσει φασιστικές ομάδες ποδοσφαίρου με μέλη της» και «ζήτησε τη διοργάνωση παρελάσεων με συμμετοχή αθλητικών συλλόγων». Όσα σωματεία αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, πλήρωσαν βαρύ τίμημα, όπως ο Αστέρας Καισαριανής (από τους προγόνους του σημερινού Εθνικού Αστέρα, που διαλύθηκε.

Ο Ιωάννης Μεταξάς επιθεωρεί γυμναστικές επιδείξεις της ΕΟΝ.
Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, η πλευρά των κατακτητών προσπάθησε κι εκείνη με τη σειρά της να χειραγωγήσει το ποδόσφαιρο. Στην Καλαμάτα, λόγου χάρη, όπου βρίσκονταν τόσο ιταλικά όσο και γερμανικά στρατεύματα, οι Γερμανοί αποφάσισαν να δώσουν φιλικό παιχνίδι με τη μικτή ομάδα της μεσσηνιακής πρωτεύουσας. Προς έκπληξη πολλών, οι παίκτες της Καλαμάτας νίκησαν με 2-0, προκαλώντας ενθουσιασμό στον κόσμο που τους παρακολουθούσε κρεμασμένος στα δέντρα ή βρισκόμενος στους γύρω λόφους (μιας που δεν υπήρχαν κερκίδες). Το αποτέλεσμα εξόργισε, όπως ήταν αναμενόμενο, τον διοικητή των Γερμανών, ο οποίος διέταξε τη ρεβάνς του αγώνα. Αυτή τη φορά, όμως, πίσω από το τέρμα είχε τοποθετηθεί ένα μυδραλιοβόλο (είδος πυροβόλου όπλου) με προφανή σκοπό την τρομοκράτηση των Καλαματιανών. Βάσει αυτού, το παιχνίδι έληξε με τους Γερμανούς να επικρατούν με 3-2.
Στα σκληρά (μετ)εμφυλιακά χρόνια
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (1946-1949), με τα τραύματα της Κατοχής νωπά στη συλλογική μνήμη, συνεχίστηκε η εμπλοκή της πολιτικής στο ποδόσφαιρο.
olympmakron.jpg

Η ομάδα της Μακρονήσου με τους παίκτες του Ολυμπιακού, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού το 1949.
Για να δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, αρκετοί από τους πολιτικούς κρατούμενους στο στρατόπεδο της Μακρονήσου ήταν ποδοσφαιριστές, που συγκρότησαν τη λεγόμενη «Μικτή Μακρονήσου». Τον Ιανουάριο του 1949 μάλιστα, η ομάδα των εξορίστων της Μακρονήσου μεταφέρθηκε στην Αθήνα για να δώσει φιλικό παιχνίδι εναντίον του Ολυμπιακού
Ένας αγώνας χωρίς ηττημένους. Το φιλικό του Ολυμπιακού με τη μικτή ομάδα της Μακρονήσου | Sportretro.gr
. Το ματς έληξε με σκορ 2-1 υπέρ της Μικτής Μακρονήσου, γεγονός που δυσαρέστησε το καθεστώς των Εθνικοφρόνων, το οποίο, με την επιστροφή της ομάδας στο νησί διέταξε την άμεση διάλυσή της.
athlitikiecho.jpg

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ» που αναφέρεται στον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Ολυμπιακού και Μικτής Μακρονήσου την περίοδο του Εμφυλίου (27 Ιανουαρίου 1949).
Μετεμφυλιακά, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι και τα αθλητικά σωματεία δέχθηκαν εξίσου έντονες πιέσεις και ιδιαίτερα εκείνα, οι ονομασίες των οποίων θεωρήθηκαν ως ύποπτες για διακίνηση «ανατρεπτικών» ιδεών. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Αθλητικής Ένωσης Μοσχάτου
Ο εν λόγω σύλλογος, ιδρυθείς ήδη από το 1926, συγχωνεύτηκε το καλοκαίρι του 1943 με την ομάδα «ΕΛΛΑΣ Μοσχάτου» και μετονομάστηκε σε «Αθλητική Ένωση Ελλάς Μοσχάτου». Μολαταύτα, όπως τονίζει ο κ. Μπράτσος, «το σκληρό μετεμφυλιακό κλίμα οδηγεί σε πιέσεις ώστε η ομάδα να αλλάξει όνομα γιατί ηχητικά το ΕΛΛΑΣ (Ελλάδα) θυμίζει τον ΕΛΑΣ
Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός
Αποτέλεσμα αυτού ήταν η απαλοιφή του όρου ΕΛΛΑΣ και η εκ νέου μετονομασία σε «Αθλητική Ένωση Μοσχάτου».
Το εκτεταμένο σχέδιο της Χούντας και οι συγχωνεύσεις
Οι εξωγενείς παρεμβάσεις στο ποδόσφαιρο όχι μόνο δεν έλειψαν στην περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974), αλλά, αντιθέτως, ενισχύθηκαν. Όπως αναφέρει ο κ. Μπράτσος στο inside story, «φαίνεται πως οι δικτάτορες είχαν σχέδιο για τον αθλητισμό, έχοντας δει από την περίοδο του Μεσοπολέμου και της κατοχής τις δυνατότητες που έδινε στην κοινωνία να αντιδράσει ενάντια σε ανελεύθερες επιλογές». Έχοντας, λοιπόν, νομιμοποιήσει τον ασφυκτικό έλεγχο των ποδοσφαιρικών σωματείων, η χούντα προχώρησε, αρχικά, στην αναβολή των αγώνων, υπό το φόβο μετατροπής των γηπέδων σε πεδία αντιχουντικών εκδηλώσεων και, ύστερα, επέτρεψε τη διεξαγωγή αγώνων με αυστηρό, όμως, κανονιστικό πλαίσιο. Προς επίρρωση αυτού, σε δημοσίευμα της «Αθλητικής Ηχούς» (7 Μαΐου 1967), αναφέρεται πως την άδεια τέλεσης του αγώνα θα δίνουν οι αστυνομικές αρχές σε συνεργασία με τις στρατιωτικές, οι οποίες θα καθορίζουν και τον μέγιστο αριθμό θεατών σε κάθε παιχνίδι. Επίσης «απαγορεύονται τα επινίκια είτε πεζή, είτε επί οχημάτων», η αποχώρηση των φιλάθλων «θα γίνεται ησύχως» και δεν επιτρέπουν «τας πάσης φύσεως πολιτικάς εκδηλώσεις».
paoeritiros.jpg

Το 1971 ο ΠΑΟ νίκησε τον Ερυθρό Αστέρα με 3-0, παίρνοντας έτσι το εισιτήριο για τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών όπου αντιμετώπισε τον ολλανδικό Άγιαξ. Η χούντα προσπάθησε να καπηλευτεί τη νίκη, διαδίδοντας πως η ίδια την εξαγόρασε για 3 εκατ. δρχ.
Μία πρόσθετη έκφανση του χουντικού ελέγχου επί του ποδοσφαίρου ήταν και το σχέδιο –υπό τον τότε Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού Κωνσταντίνο Ασλανίδη – για εκτεταμένες συγχωνεύσεις όμορων ομάδων «ούτως ώστε αφ΄ενός μεν να επέλθη σημαντική μείωσις τούτων, αφ’ ετέρου δε να είναι δυνατή η παρακολούθησις και ο έλεγχος της αθλητικής δραστηριότητός των, και να καταστή δυνατή και αποτελεσματική η παρά της καθ’ ημάς Γενικής Γραμματείας, οικονομική ενίσχυσίς των», όπως διαβάζουμε σε εγκύκλιο που απέστειλε η Χούντα, μέσω της ΕΠΣΑ
Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών, στα αθλητικά σωματεία. Ο σύλλογος Α.Π.Σ. Πάτραι αποτελεί ίσως την πλέον ενδεικτική περίπτωση, καθώς ιδρύθηκε το 1967 μετά από συγχώνευση έξι σωματείων (ΑΠΣ Ολυμπιακός, ΑΠΣ Θύελλα, Αθλητικός Όμιλος Αχιλλέα Πάτρας, Ηρακλής, Απόλλων και Προοδευτική Πάτρας).
katopetralona.jpg

Δημοσίευμα από εφημερίδα της εποχής που αναφέρεται στα «πολλά οφέλη» που «θα προκύψουν» από τη συγχώνευση των ομάδων των Κάτω Πετραλώνων (από το βιβλίο του Νάσου Μπράτσου).
Κατ’ ουσίαν, όμως, το δικτατορικό καθεστώς, στην προσπάθειά του να απορροφήσει τους κραδασμούς των κοινωνικών αντιδράσεων, επιθυμούσε την εξάλειψη των σωματείων που δεν του ήταν πολιτικοϊδεολογικά αρεστά και, συνάμα, διόριζε τις διοικήσεις της αρεσκείας του. Για παράδειγμα, το ποδοσφαιρικό σωματείο ΠΑΟ Καλογρέζας ήταν η πρώτη ομάδα που ουσιαστικά διαλύθηκε από το καθεστώς το 1967. Συγχωνεύθηκε με το σωματείο ΠΑΟ Σαφράμπολη με την αιτιολογία ότι ήταν σύλλογος αριστερών/κομμουνιστικών καταβολών, και το προϊόν της εν λόγω συγχώνευσης ήταν ο Ίκαρος Αθηνών . Στο ίδιο πνεύμα, απαγορεύτηκε η άνοδος στις ομάδες που αναδείχθηκαν πρωταθλήτριες, όπως η ΑΕΚ Χαλκίδας, «επειδή ήταν αριστερών πεποιθήσεων τα μέλη που την απάρτιζαν», όπως τονίζει σε σχετική συνέντευξη ο πρόεδρος της ομάδας, Αλέξανδρος Χνάρης. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Ανταγόρα Κω, σύλλογο που, σύμφωνα με τον παλαίμαχο παίκτη του, Αντώνη Πίττα, δεν κατετάγη στη Β΄ Εθνική, πιθανόν επειδή «τα μέλη της διοίκησης του Ανταγόρα δεν πήγαν στην υποδοχή» του Στυλιανού Παττακού που είχε επισκεφθεί την Κω.
paokalogrezaas.jpg

Ο ΠΑΟ Καλογρέζας, η πρώτη ομάδα που διαλύθηκε από τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών (από το εξώφυλλο του βιβλίου).
Σε συμβολικό επίπεδο, η δικτατορία επέβαλε –κυρίως στα μικρότερα σωματεία– την αλλαγή του ονόματός τους και την αντικατάσταση της λέξης «ένωση» με τους όρους «σύλλογος» ή «όμιλος» (όπως η Αθλητική Ένωση Προφήτη Ηλία που μετονομάστηκε σε Αθλητικό Όμιλο Προφήτη Ηλία. Η αιτία πίσω από τη συγκεκριμένη κίνηση ήταν η πεποίθηση της χούντας ότι, αν οι φίλαθλοι φώναζαν «ένωση» στο γήπεδο, θα θεωρείτο έμμεση προπαγάνδα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και, ως εκ τούτου, θα προέκυπτε ζήτημα στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας. Συμπληρωματικά, τέθηκαν περιοριστικοί όροι στις μεταγραφές παικτών από τη Β΄ στην Α΄ Εθνική, ενώ παράλληλα, η Χούντα συνήθιζε να «φυτεύει» στρατιωτικό επίτροπο στις διοικήσεις των συλλόγων προκειμένου «να μην αφήνουν περιθώρια για εξωαθλητικές αντιδικτατορικές δραστηριότητες», όπως αναφέρει σε σχετική συνέντευξη ο πρόεδρος του ΑΟ Αμπελοκήπων, Κώστας Μανταίος.
Το ποδόσφαιρο ως έκφραση αντίστασης, ελπίδας και αλληλεγγύης
Το ποδόσφαιρο δεν αποτέλεσε, όμως, μόνο προνομιακό για την εκάστοτε κυρίαρχη τάξη πεδίο. Λειτούργησε, επίσης, ως εφαλτήριο «για να ξεπηδήσουν συλλογικές δημιουργικές προσπάθειες και αντιστάσεις από τη βάση του αθλητισμού, τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους», όπως γράφει ο κ. Μπράτσος. Έτσι, παρ’ όλες τις προαναφερθείσες αντιξοότητες, αρκετοί αθλητές και απλοί πολίτες προσπάθησαν να οργανώσουν την αντίστασή τους και, μέσα από το ποδόσφαιρο, να παραδώσουν μαθήματα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, την ίδια στιγμή που τα ανώτατα αθλητικά όργανα (ήτοι η ΕΠΟ Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και ο ΣΕΓΑΣ Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων) σίγησαν ή/και συνεργάστηκαν με τον κατακτητή.
Όπως διευκρινίζει στο inside story ο κύριος Μπράτσος, «επί δικτατορίας ατομικές αντιδράσεις υπήρξαν», αλλά «δεν είχαμε συλλογικότητες όπως π.χ. η Ένωση Ελλήνων Αθλητών στην Κατοχή». Αυτό οφειλόταν, όπως μας επιβεβαιώνει ο συγγραφέας του βιβλίου, στο πολύ καλά οργανωμένο σχέδιο των Συνταγματαρχών, οι οποίοι «προσπάθησαν να εμποδίσουν με τις αναβολές των αγώνων μετά τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος και με “θεσμικές” παρεμβάσεις μετά την εκδήλωση τέτοιων πράξεων αντίστασης».
Ο κομβικός ρόλος της ΕΕΑ
lamprakis-3_1.jpg

O Γρηγόρης Λαμπράκης, στη φωτογραφία με τον Αμερικανό χρυσό ολυμπιονίκη του στίβου Τζέσι Όουενς, ήταν από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης της Ένωσης Ελλήνων Αθλητών (ΕΕΑ) στα χρόνια της Κατοχής.
Την άνοιξη του 1942, κι ενόσω τα μεγάλα αστικά κέντρα μαστίζονταν από τον πολύνεκρο λιμό του περασμένου χειμώνα, συγκροτήθηκε –στην οδό Αρχιμήδους πίσω από το Καλλιμάρμαρο– η Ένωση Ελλήνων Αθλητών (ΕΕΑ) με πρωτοβουλία του Γρηγόρη Λαμπράκη , του Ρένου Φραγκούδη, του Γιάννη Σκιαδά και αρκετών ακόμη σημαντικών αθλητών του στίβου. Ανάμεσα στους σκοπούς της ΕΕΑ ήταν η αναπτέρωση του ηθικού των αθλητών και των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, η διοργάνωση αθλητικών (κυρίως ποδοσφαιρικών) συναντήσεων και συσσιτίων για τη συγκέντρωση και διάθεση τροφίμων, καθώς επίσης και η ανάπτυξη αντιστασιακής δράσης. Όπως περιγράφει ο πρωταθλητής των 400 μ. και ιδρυτικό στέλεχος της ΕΕΑ, Ηλίας Μισαηλίδης, «κάποιοι έπρεπε να αναλάβουμε την πρωτοβουλία για να ζωντανέψει η αθλητική κίνηση της χώρας. Γίνεται ένα προσκλητήριο από τους αθλητές όλων των αγωνισμάτων και ρίχνεται η ιδέα να ιδρυθεί ένα όργανο που θα αγκαλιάσει όλα τα αθλήματα […] Έτσι συστήθηκε τον Απρίλιο του 1942 η ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΘΛΗΤΩΝ που ήτανε και ο πρόδρομος για την ίδρυση μετέπειτα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού». «Για τη συγκέντρωση χρημάτων», συνεχίζει ο Μισαηλίδης, «πραγματοποιούνται συναυλίες, ομιλίες, θεατρικές παραστάσεις με Εθνικό περιεχόμενο και με καλλιτέχνες που συμμετείχαν πρόθυμα και με ενθουσιασμό στην προσπάθειά μας όπως η Σοφία Βέμπο, η Νέζερ[…]». Αξίζει να σημειωθεί ότι στις δράσεις αλληλοβοήθειας της ΕΕΑ πήραν μέρος κι άλλα αθλητικά σωματεία, όπως ο Έσπερος Καλλιθέας
Παναθλητικός Όμιλος Καλλιθέας Έσπερος και η Αθλητική Ένωση Παγκρατίου Α.Ο. Παγκρατίου Η σημαντική συμβολή της ΕΠΟΝ
Το Φεβρουάριο του 1943, σε ένα μικρό σπίτι στους Αμπελοκήπους, ιδρύθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), η οποία διαδραμάτισε, μεταξύ άλλων, καίριας σημασίας ρόλο στο να κρατηθεί ζωντανή η αθλητική δραστηριότητα στην κατεχόμενη Ελλάδα και «να μην πέσει στη νάρκη και την υλική και ηθική εξαθλίωση» η νεολαία, όπως διαβάζουμε σε άρθρο της εφημερίδας της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά» (Νοέμβριος 1944). Στο ίδιο άρθρο, που υπογράφει το μέλος του Προεδρείου της ΕΠΟΝ Αθήνας, Παύλος Κυριαζής, γίνεται και ένας απολογισμός του πολύπλευρου έργου της ΕΠΟΝ: «Αφυπνίσαμε τη συνείδηση του αθλητή. Πετύχαμε να του δοθεί δικαίωμα ψήφου σε πολλά σωματεία και φίλαθλους οργανισμούς. Δημιουργήσαμε εκεί που υπήρχαν εχθρότητες και χάσματα, συνεργασία διοικήσεων και αθλουμένων. Κατορθώσαμε να ενισχύσουμε επισιτιστικά τους αθλητές μέσω των συνεταιρισμών και των διοικήσεων των σωματείων με σημαντικές ποσότητες τροφίμων. Από το μηδέν διοργανώσαμε υγειονομικές υπηρεσίες αθλητισμού. Δεν ξεχάσαμε τους φυματικούς αθλητές. Ενισχύσαμε τα μικρά σωματεία…».
Γεγονότα συλλογικής αντίστασης και αλληλεγγύης
Συμπληρωματικά, αξίζει να αναφέρουμε μερικά μεμονωμένα αλλά χαρακτηριστικά παραδείγματα αντίστασης στις κατοχικές δυνάμεις μέσω του ποδοσφαίρου. Ένα από αυτά έλαβε χώρα
Το ιστορικό ντέρμπι ΠΑΟ-ΑΕΚ κατά τη διάρκεια της κατοχής. Οι παίκτες αρνήθηκαν τους όρους των Γερμανών και μαζί με τους φιλάθλους, έκαναν μια μεγαλειώδη διαδήλωση την άνοιξη του 1942. Η ΕΕΑ προγραμμάτισε τη διεξαγωγή φιλικού αγώνα ανάμεσα σε Παναθηναϊκό και ΑΕΚ στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας (το οποίο, σημειωτέον, είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς), ενώ, παράλληλα, παίκτες και των δύο ομάδων ζήτησαν μέρος από τα έσοδα του παιχνιδιού να δοθεί στο νοσοκομείο «Σωτηρία» για τους ασθενείς που έπασχαν από φυματίωση. Ωστόσο, οι Γερμανοί σκόπευαν να παρακρατήσουν τις εισπράξεις, την ίδια στιγμή που όρισαν ως διαιτητή του αγώνα έναν Αυστριακό αξιωματικό. Οι δύο ομάδες δεν το δέχθηκαν και πήραν την απόφαση να μην αγωνιστούν και να ανεβούν στις εξέδρες να εξηγήσουν στους θεατές τι ακριβώς συνέβη. Οι φίλαθλοι δυσαρεστημένοι εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο καταστρέφοντας τα πάντα και φωνάζοντας συνθήματα υπέρ των αθλητών. Ακολούθως, παίκτες και φίλαθλοι πραγματοποίησαν πορεία διαμαρτυρίας στην Αθήνα, η οποία διαλύθηκε βίαια.
aleksandras.jpg

Το γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας τη δεκαετία του ’30.
Τέλος, στο νησί της Σάμου –όπου είχαν αποβιβαστεί γερμανικά στρατεύματα την περίοδο 1943-1944– αρκετά νέα παιδιά αναζήτησαν διέξοδο στο ποδόσφαιρο, μην μπορώντας να συμβιβαστούν με την υποταγή, τις απαγορεύσεις και τον φόβο. Μάλιστα, σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες
Παράνομος και ελεύθερος τύπος πριν και μετά την κατοχή. Τρεις ιστορίες, ένας ηρωϊκός θάνατος.
, απηύθυναν κάλεσμα στους υπόλοιπους κατοίκους να συγκεντρωθούν όλοι μαζί στο μικρό γήπεδο του Πυθαγορείου Γυμνασίου. Αν και μουδιασμένος στην αρχή, «κάθε Κυριακή απόγευμα ο κόσμος περιμένει το ποδόσφαιρο», αψηφώντας τις διαταγές των κατακτητών. «Τις επόμενες Κυριακές, οι Γερμανοί φροντίζουν να στήνουν πολυβόλα στις τέσσερις γωνιές του γηπέδου, ενώ οπλισμένα περίπολα κάνουν την εμφάνισή τους, μέσα και έξω από το γήπεδο». Ωστόσο, «το ποδόσφαιρο, καθώς μικραίνουν οι νύχτες της γερμανικής κατοχής και μεγαλώνουν οι μέρες της ελπίδας, δίνει τη δική του μάχη στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Είναι μέσο ψυχαγωγίας, αλλά και εθνικής αντίστασης».
Σύντομο επιμύθιο
Θα μπορούσαμε να πούμε πως μέσα από το βιβλίο αναδεικνύεται, εκτός των άλλων, και η στενή σχέση του ποδοσφαίρου με την τοπική κοινωνία. Σε ερώτησή μας για το πόσο σημαντική είναι η εν λόγω διάσταση του αθλητισμού, σε μια εποχή, μάλιστα, όπου το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε μία βιομηχανία του κέρδους και του θεάματος, ο κ. Μπράτσος μας απάντησε: «Το ποδόσφαιρο, αλλά και άλλα αθλήματα, βρίσκονται στην εποχή “μετά τις αλάνες”, καθώς οι ελεύθεροι χώροι έχουν μειωθεί και η ενασχόληση των νέων παιδιών με τον αθλητισμό σχεδόν υποχρεωτικά περνάει από τις υποδομές των συλλόγων. Έτσι αυξήθηκε και η σύνδεσή τους με τις τοπικές κοινωνίες, ίσως όχι στο πεδίο της ιστορικής αναφοράς, αφού έχουμε μετακινήσεις-μετακομίσεις-μετεγκαταστάσεις πληθυσμών σε διαφορετικούς ρυθμούς σε σχέση με το παρελθόν, αλλά στο πεδίο της καθημερινής ενασχόλησης με τον αθλητισμό. Η ζυγαριά ανάμεσα στο πόσο θα το καθορίσει η επαγγελματική βιομηχανία ή οι ανάγκες των καθημερινών ανθρώπων, είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από το αν ασχολούνται πολλοί σε επίπεδο βάσης και με ποιες λογικές. Αν θεωρούμε, δηλαδή, ότι το πρωτεύον είναι κάποια νέα παιδιά να βγουν νέοι Ρονάλντο και νέοι Αντετοκούμπο ή αν θεωρούμε ότι ο αθλητισμός είναι υγεία, ψυχαγωγία, παιχνίδι, για όλους ανεξαιρέτως».

Δημήτρης Παπακυριακού
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στους ιστοτόπους AthensPost και Debut.gr και του αρέσει να ασχολείται με θέματα σχετικά με τα media, την κοινωνία, την πολιτική και τον αθλητισμό.


Πηγή: epixeiro.gr
Κατά 95% μειώνονται τα θανατηφόρα ατυχήματα στο δρόμο, κατά 60% οι επιβλαβείς εκπομπές ρύπων, 10% βελτιώνεται η οικονομία του καυσίμου, 500% αυξάνεται η χωρητικότητα των λωρίδων στους δρόμους, 40% μειώνεται ο χρόνος οδήγησης, κατά περίπου 6 δισεκατομμύρια ευρώ θα αυξηθεί η ιδιωτική αποταμίευση, πέφτουν οι τιμές των ασφαλίστρων.
Υπάρχουν και οι δύο ορθογραφίες: γλυκιά/γλυκεία (αρχαίο, λόγιος τύπος) αλλά με διαφορετικό τονισμό, όπως παρατηρείτε. Δηλαδή η λέξη “γλυκειά”, με αυτήν την ορθογραφία, είναι λάθος εφόσον τονίζεται στη λήγουσα.
