

Η εποχή των καθαρμών




Ο Αντιστράτηγος Δημόκριτος Ζερβάκης νέος Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς
Του Ηλία Προύφα
Ο απόστρατος Αντιστράτηγος Δημόκριτος Ζερβάκης, είναι σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες που φθάνουν και στο kranosgr, ο νέος Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο.
Μέχρι πέρυσι Διοικητής της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα, είχε διαδεχθεί τον τότε Στρατάρχη και νυν ΑΓΕΕΦ Αντιστράτηγο Ηλία Λεοντάρη, τον οποίο θα διαδεχθεί ξανά, αυτή τη φορά ως Αρχηγός στην Κύπρο.
Στέλεχος του Πυροβολικού με γνώσεις και εμπειρία στο στράτευμα, αποτελεί άριστη επιλογή για τη θέση του ΑΓΕΕΦ, ειδικά την περίοδο που διανύουμε.
Να σημειώσουμε ότι ο Αντιστράτηγος Δημόκριτος Ζερβάκης, ο οποίος είναι συμμαθητής του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Στρατηγού Κωνσταντίνου Φλώρου, είχε διατελέσει στο βαθμό του Υποστρατήγου, Επιτελάρχης στην Εθνική Φρουρά Κύπρου.
kranosgr



Κ. Βουτσάς
Όταν ο Βουτσάς ήταν αρραβωνιασμένος με την εκρηκτική Σπεράντζα Βρανά
Το επεισόδιο με τον τροχονόμο και το σκαμπίλι από την ηθοποιό
27/02/2020
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ήταν πλούσια, παραγωγική αλλά και επεισοδιακή η ζωή του ηθοποιού Κώστα Βουτσά του Αποστόλου και της Θεοδώρας Φερεντίνου που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών. Με καταγωγή από τους Επιβάτες, την παράλια κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου και μετά την αποφοίτησή του (1953) συμμετείχε σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλουκιών). Ωστόσο η επιτυχία δεν άργησε να έλθει για τον πληθωρικό κωμικό, ο οποίος νυμφεύτηκε τρεις φορές. Σε πρώτο γάμο με την Έρρικα Μπρόγιερ, σε δεύτερο με τη Θεανώ Παπασπύρου και σε τρίτο με την Αλίκη Κατσαβού. Από τους γάμους του απέκτησε τέσσερα παιδιά.

Κώστας Βουτσάς. Φωτογραφικό αρχείο Ελ. Γ. Σκιαδά.
Ωστόσο είχε και θυελλώδη σχέση, η οποία κράτησε περισσότερο από τέσσερα χρόνια, με την επίσης θυελλώδη Σπεράντζα Βρανά, όπως ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Μεσολογγίτισας ηθοποιού Ελπίδας Χωματιανού (1928-2009). Μία σχέση που πέρασε από… σαράντα κύματα πριν λήξει άδοξα. Το ζευγάρι σχετίστηκε το 1959, όταν ο Κ. Βουτσάς δεν ήταν ακόμη γνωστός στο ευρύ κοινό. Ωστόσο ένα επεισόδιο, στο οποίο πρωταγωνίστησε το καλλιτεχνικό ζευγάρι απασχόλησε τη δημοσιότητα το 1962-63 και κατέληξε στην καταδίκη τους, σε φυλάκιση 20 ημερών. Κυκλοφορούν πολλές εκδοχές για το τι πραγματικά συνέβη έξω από το «Θέατρο Βέμπο» την Παρασκευή, 13 Ιουλίου 1962. Εκεί έπαιζε ο Κώστας Βουτσάς.
Έξω από το θέατρο στάθμευσε το αυτοκίνητό της η Σπεράντζα Βρανά προκειμένου να επισκεφτεί τον αγαπημένο της. Ο αστυφύλακας της Τροχαίας Ευθύμιος Λιανός, ο γνωστός σε όλους τους καλλιτέχνες Θύμιος, την παρακάλεσε να απομακρύνει το αυτοκίνητό της. Η Βρανά μετακίνησε το αυτοκίνητο στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά το όργανο έσπευσε λέγοντάς της πως κι εκεί απαγορευόταν. Κουβέντα στην κουβέντα προκλήθηκε λογομαχία. Τότε επενέβη ο Κ. Βουτσάς για να υποστηρίξει τη μνηστή του και τα πράγματα έλαβαν περίεργη τροπή. Ο ηθοποιός βρέθηκε ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο και η εκρηκτική μνηστή του σκαμπίλισε τον τροχονόμο και του προκάλεσε νυχιές στο πρόσωπο. Αμέσως έτρεξαν πολλοί θεατράνθρωποι για να υποστηρίξουν τους συναδέλφους τους. Ανάμεσά τους οι Θάνος Λειβαδίτης, Μίμης Τραϊφόρος και Τάκης Μηλιάδης.
Ο τροχονόμος Θύμιος πήρε την άγουσα για τον Σταθμό Α΄ Βοηθειών, η Βρανά για το θέατρο του Εθνικού Κήπου όπου έπαιζε και ο Κ. Βουτσάς προς άγνωστη κατεύθυνση προκειμένου να αποφύγει το αυτόφωρο. Περασμένα μεσάνυχτα πια και αφού ο τροχονόμος είχε υποβάλει μήνυση εναντίον του ζεύγους συλλάβαν τη δημοφιλή πρωταγωνίστρια του ελαφρού θεάτρου μόλις τελείωσε η παράσταση. Παρέμεινε ένα βράδυ στην υποδιεύθυνση της Τροχαίας Αθηνών για να αφεθεί ελεύθερη την επομένη από τον Εισαγγελέα Υπηρεσίας στον οποίο προσήλθε αυτοβούλως και αφού παρήλθε το αυτόφωρο και ο Κ. Βουτσάς.

Σπεράντζα Βρανά
Η διαμάχη στο δικαστήριο
Η συνέχεια δόθηκε στη δίκη που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο της επόμενης χρονιάς. «Επειδή είναι ηθοποιοί νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν» κατέθεταν συνάδελφοι του τροχονόμου. «Τα λένε αυτά από ζήλεια. Ο τροχονόμος έχει βάλει στο μάτι τη μνηστή μου και επειδή δεν του δίνει σημασία την κυνηγάει με το τεφτέρι στο χέρι» υποστήριζε ο Κώστας Βουτσάς. «Οι ηθοποιοί ξέρετε είναι μεγάλα παιδιά» κατέθετε ο Τάκης Μηλιάδης προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ενώ η Σπεράντζα Βρανά υποστήριζε πως δεν ράπισε τον αστυφύλακα. Ωστόσο οι μάρτυρες έκαναν λόγο για ξεγυρισμένο και ηχηρό σκαμπίλι. Φαίνεται δε πως το δικαστήριο πίστεψε τους τελευταίους και καταδίκασε το ζεύγος σε 20 ημέρες φυλάκιση τον καθένα με τριετή αναστολή. Ο Κ. Βουτσάς καταδικάστηκε με την κατηγορία της εξύβρισης και η Βρανά με την κατηγορία της απλής σωματικής βλάβης. Μετά την καταδίκη τους οι δύο καλλιτέχνες έφυγαν για ολιγοήμερες διακοπές στο εξωτερικό.



Photo by nnanopoulos

Photo by nnanopoulos
Τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο!
Τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο
από dimartblog
—της Μαρίας Τοπάλη—
Συνέβη όπως και με τη Δέλτα, που υπήρξε φορέας ανατρεπτικών για την εποχή της αντιλήψεων αλλά, μέσω του πατριωτισμού, αφομοιώθηκε παραμορφωτικά από τους «κυρίαρχους μηχανισμούς». Έτσι και η Ζέη, ξεκίνησε ως καρπός κομμουνιστικός, οιονεί απαγορευμένος, για να γίνει γρήγορα, με το Καπλάνι και τον Πέτρο, τυπικό μεταπολιτευτικό φετίχ, μπεστ-σέλερ με εκατοντάδες εκδόσεις και μεταφράσεις σε πλήθος γλωσσών. Η τρομερή κυρία με τα τοξωτά φρύδια δοκίμασε, από το ’60 μέχρι σήμερα, πολλές συνταγές με επιτυχία, εμβαθύνοντας ανήσυχα, τολμηρά στο θέμα της. Η «ενσωμάτωση» βέβαια των κλασικών έργων έχει διπλή όψη: εν μέρει ο ριζοσπαστισμός τους κατευνάζεται, εν μέρει έχει ήδη συμβάλει από την πλευρά του στην αλλαγή των συνειδήσεων, οδηγώντας τον πολιτισμό ένα βήμα παραπέρα. Με κάτι τέτοια κριτήρια δεν (θα έπρεπε να) απονέμονται, άλλωστε, και τα μεγάλα διεθνή βραβεία;
Όπως κάθε κλασικός, η Ζέη υπερβαίνει την κατηγοριοποίηση «παιδικό-νεανικό». Είναι απλώς ο μεγαλύτερος έλληνας συγγραφέας της Μεταπολίτευσης (οι άλλοι θα ήταν οι Χάκκας και Βακαλόπουλος, αν τους είχε δοθεί περισσότερος χρόνος). Η Ζέη (1925) μοιράζεται με τη Δέλτα, της οποίας είναι καθαρόαιμη επίγονος, την ιστορικότητα. Τα μεγάλα γεγονότα δεν συνιστούν απλώς καμβά του έργου της αλλά καθορίζουν και δίνουν νόημα στις ζωές των πρωταγωνιστών. Μοιράζεται την αγάπη «για την πατρίδα», το ρομαντικό πάθος, τη ζωή ως απόλυτο δόσιμο. Ανάλογη είναι και η επιρροή της Λάγκερλεφ, την οποία η Ζέη επίσης διάβασε και αγάπησε. Με τη Δέλτα μοιράζεται μιαν ακόμη ιδιαίτερη ποιότητα, που χαρακτηρίζει πολλούς κλασικούς συγγραφείς «για παιδιά»: χιούμορ, καθόλου σοβαροφάνεια, ούτε στις τραγικότερες εξάρσεις, καθόλου διδακτισμός, διατήρηση της οπτικής του παιδιού δίχως αραχνιασμένο «σεβασμό» και «γνώση»: απροσποίητα, ανεπιτήδευτα.
Παιδί μιας άλλης εποχής, κάνει το δύσκολο βήμα για τη δική της, αυτόνομη εγγραφή (κι ας φαίνεται εκ των υστέρων αυτονόητο). Όταν, το 1987, δημοσιεύεται η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, θέτοντας απερίφραστα ζητήματα «κομματικής ετερότητας» και «γυναικείας ταυτότητας», το τείχος του Βερολίνου μοιάζει ακλόνητο. Τα πλήθη στην Ελλάδα εξακολουθούν διψασμένα και ανήλικα να αποζητούν τον ηγέτη. Κι όμως: οι δυνατοί άντρες, οι άκαμπτοι πειθαρχημένοι καθοδηγητές γίνονται σκόνη στο βιβλίο της, μια σκόνη που την «τρώνε» κατάμουτρα κι οι ήρωες της Δέλτα. Στις αντιφατικές τους αποχρώσεις ανατέλλουν τώρα οι πολύχρωμοι κι ευαίσθητοι, με μόνη χαμηλότονη αποσκευή, στον ιστορικό κατακλυσμό που τους σαρώνει, τις ιδιορρυθμίες και τα πάθη τους.
Ότι η Ζέη είναι storyteller αειθαλής τεκμαίρεται ακλόνητα στο ύστερο έργο της. Το Η Κωνσταντίνα και οι Αράχνες της (2002) στήνει στον τοίχο τη γενιά της Αντίστασης και του Εμφυλίου, υπέρ μιας χαμένης έφηβης που φτιάχνεται με χαπάκια, δεν αντέχει την κουβέρτα που τσιμπάει και απαιτεί παγωμένο το γάλα στα δημητριακά της. Σ’ αυτή την απελπισμένη Κωνσταντίνα η Ζέη δεν αντιτάσσει καμιά διδακτική επινόηση γονεϊκής φιγούρας αλλά κάτι που το γνωρίζει από πρώτο χέρι: μιαν αντιπαθή, αυταρχική γιαγιά, ηρωίδα αντάρτισσα, φιλοσοβιετική, ανίκανη να ακούσει, να δεχτεί, να κατανοήσει. Έτοιμη να σώσει τον πλανήτη αλλά ακατάδεχτη όταν είναι να αναλάβει την ευθύνη της εγγονής που λαχταρά στοργή και φροντίδα. «Και για όσους δυσκολεύονται να το καταλάβουν», μοιάζει να λέει η μεγάλη κυρία της σύγχρονης πεζογραφίας μας, «τα παιδιά έχουνε πάντα δίκιο».
Όπως πολλοί μεγάλοι συγγραφείς έτσι και η Ζέη γράφει διαρκώς το ίδιο έργο. Όλα μαζί τα βιβλία της συνθέτουν το έπος της Αντίστασης και του Εμφυλίου, με τις δάφνες και με τα άπλυτά του, εξίσου. Τα παιδιά, με τον αφελή και απροκατάληπτο τρόπο τους, είναι οι ανατρεπτικοί φακοί της, ξεκινώντας από τις μέρες του ’30 και φτάνοντας, σχεδόν, στο 2010. Στα πρώτα χρόνια της συγγραφής της σκαλίζει και βυθομετρά, μ’ έναν ιδιαίτερο νεορεαλισμό, τα χρόνια από τη δικτατορία του Μεταξά μέχρι και την απριλιανή επταετία, συμπεριλαμβάνοντας αθηναϊκή εαμική αντίσταση και πολιτική προσφυγιά στην ΕΣΣΔ. Στα τελευταία, ανοίγει με παραμυθένια άνεση την αφήγησή της από το γραφικό Μαρούσι του ’30 μέχρι το Χολαργό και το Παγκράτι του σήμερα· από το μεταξωτό εξπρεσιονιστικό αερόστατο της Μωβ Ομπρέλας στο μεταμοντέρνο φορητό ηλεκτρονικό παιχνίδι.
Με τον Βακαλόπουλο μοιράζεται επίσης κάμποσα η Ζέη: τη γερή κινηματογραφική παιδεία (ας μην ξεχνάμε ότι σπούδασε σεναριογραφία στη Μόσχα του ’50!), έκδηλη στη γρήγορη, εναλλασσόμενη οπτικοακουστική αφήγηση∙ την γλυκόπικρη μυθοποίηση του αστικού αθηναϊκού τοπίου και τη σύνδεσή του με μια νεανική εμπειρία μέθης, σε τόνους διακριτικούς — αφού πια το γνωρίζουμε ότι οι βάρβαροι και πάλι θα διαβούνε: θα γεράσουμε, μ’ άλλα λόγια. Κουράγιο μιας ανθεκτικής παιδικής ματιάς είναι οι Θερμοπύλες της.
Δεν παραιτούμαστε στη θλίψη. Όσο υπάρχουν πιτσιρίκια, παιδιά κι εγγόνια, φυσικά και υιοθετημένα, περιστασιακά και μόνιμα, αρσενικά και θηλυκά, ενήλικα και ανήλικα, θα υπάρχει πάντα ζήτηση για μια καλή ιστορία απ’ τα παλιά. Ιστορία όχι απαραίτητα πειστική («Ψεύτη Παππού!»), δίνει το σύνθημα να ξεκινά η αρχαία τελετουργία ανακωχής ανάμεσα στο παλιό και στο νέο. Ο εμπόλεμος χρόνος αυλακώνει για να κυλήσει, σταγόνα ή ρυάκι, η ελπίδα. Η αφήγηση της Ζέη, που βγήκε στο βουνό ρίχνοντας κούκλες κουκλοθέατρου σ’ ένα σακούλι και για μεγάλο μέρος της ζωής της ανεβοκατέβαινε σ’ αεροπλάνα, τρένα και βαπόρια, είναι η φρέσκια, ολοζώντανη ελπίδα της μητρικής μας γλώσσας.
[ Πρώτη δημοσίευση το 2011, στο ένθετο για το βιβλίο της Καθημερινής ]
Μαγικός Θρύλος έκανε άνω-κάτω το Λονδίνο και την Άρσεναλ και πήρε μάγκικη πειραιώτικη πρόκριση με 1-2 στην παράταση για τους “16” του Europa League χάρη σε “χρυσό” γκολ του Ελ Αραμπί στο 119′ της αναμέτρησης.

Η αλήθεια είναι άσχημη”.
“Έχουμε την Τέχνη, ώστε να μη πεθάνουμε από την αλήθεια”.
Καρναβαλικά !



