Από τον Ν Φ η παρακάτω ανάρτηση

Είναι σημαντικό να ψάχνεις διαρκώς, να αναζητάς, να ταξιδεύεις έστω νοητικά, να μην επαναπαύεσαι στο δεδομένο. Όπου νιώθεις ότι διαφέρεις, εκεί να ποντάρεις, εκεί αντανακλάται η προσωπικότητα που έχουμε να κηδεμονεύσουμε ώσπου να πεθάνουμε

Ποτέ να μη χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους, όσο κι αν σε έχουν απογοητεύσει. Αν συνέβη αυτό, απλώς δεν γνώρισες ακόμα τους σωστούς! Άμα ψάξεις, θα βρεις τέτοιους όπου Γης κι άμα πια δυσκολευτείς πολύ, σκέψου μήπως εσύ, τελικά, δεν είσαι ο σωστός και γι’ αυτό διαλέγεις τους λάθος. Πηγή: www.lifo.gr

Σπύρος Κοροβέσης

«Το χωράφι της Μαρούλαινας»

Γιώργος Κοκοτός: «Το χωράφι της Μαρούλαινας»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Αιγαίο, Αύγουστος του 1989. Το Tani Blue ανοίγει πανιά για την Κρήτη, σ’ ένα ταξίδι επιστροφής προς την πατρίδα. Πάνω στο μικρό ιστιοφόρο, ο Γιώργος με σύντροφο τον γιο του, αποτολμώντας μια γενναία κατάθεση ψυχής, ξεκινά να ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του από τα παιδικά του χρόνια στο χωριό του, τις Δάφνες, έως την απότομη, τραγική «ενηλικίωσή» του.

Η αποκρουστική πραγματικότητα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου αλλά και της εμφύλιας σύρραξης δοσμένη μέσα από τα μάτια ενός παιδιού… Κι η Ελλάδα που αλλάζει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, μέσα από τα μάτια ενός νέου.

«Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Κοκοτού, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του αφορά την Κρήτη και κυρίως το χωριό (Δαφνές) όπου μεγαλώνει το μικρό αγόρι (ο Γιώργος της αφήγησης), μου ήρθε στον νου το θεατρικό του Κεχαΐδη «Δαφνές και πικροδάφνες» που, τονίζοντας τη λήγουσα, θα μας έδινε το «Δαφνές και πικροδαφνές». Γιατί ο πόλεμος που ξεκινά με τη μάχη της Κρήτης κι ο Εμφύλιος που ακολουθεί μόνο πίκρες φέραν στο νησί και στην υπόλοιπη χώρα. Ωστόσο, αυτό που καταφέρνει ο συγγραφέας είναι την «πίκρα» να τη βιώνουν μόνο οι μεγάλοι, ενώ το παιδί (πρωταγωνιστής του βιβλίου) έχει, σαν παιδί που είναι, το μερτικό του στο παιγνίδι και τη χαρά. Κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσής του, η Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 επιστρέφει με συναρπαστική ενάργεια στους συνομήλικους σήμερα -τότε έφηβους- αναγνώστες, ενώ για τους νεότερους που δε ζήσαν αυτή την εποχή, ο ταλαντούχος συγγραφέας με σπαρταριστές περιγραφές που βασίζονται στη λεπτομέρεια θα τους κάνει να νομίζουν ότι βλέπουν μια ασπρόμαυρη ταινία του παλιού, καλού ελληνικού κινηματογράφου». (Από τον πρόλογο του Βασίλη Βασιλικού). «Το χωράφι της Μαρούλαινας», του Γιώργου Κοκοτού, εκδόσεις Πατάκη.

–Πως προέκυψε το χωράφι της Μαρούλαινας;

Μια απλή ερώτηση που κρύβει όμως μέσα της, αν θέλει κανείς να την απαντήσει, τα βιώματα μιας ζωής,. Δεν θα μπω στον πειρασμό να την αποκαλέσω πολυτάραχη, κάτι που ίσως φανεί υπερφίαλο, αλλά μιας ζωής που κατά την διάρκειά της συνέπεσε να συμβούν γεγονότα τόσο σημαντικά ώστε να γίνουν η αφορμή ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Εκείνον τουλάχιστον που γνωρίζαμε έως το τέλος της δεκαετίας του 30. Όταν λοιπόν ένα απόγευμα, καθισμένος στο γραφείο μου, άρχισα να γράφω σκόρπιες λέξεις, μνήμες από τη ζωή μου, δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έφτανα τόσο βαθιά μέσα μου, ούτε, πολύ περισσότερο, πως οι μνήμες αυτές θα καταλάμβαναν τόσον όγκο και τέτοια έκταση ώστε να γεμίσουν ένα ολόκληρο βιβλίο ‒ μια ολόκληρη εποχή.

Ξεκίνησα γράφοντας το επεισόδιο με την «αρπαγή» μου, όντας τότε ούτε τριών χρονών. Ένα συμβάν όμως καθοριστικό στην μετέπειτα ζωή μου, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, αφού και κατά τον Άντλερ ακόμη, αποτέλεσε την «Ιδιωτική μου λογική». Τον «Μπούσουλα» μου δηλαδή στην ζωή αφού εκείνα τα βήματα που έκανα τότε, -ως νήπιο σχεδόν-, στην έρημη πλατεία μου χάραξαν το μονοπάτι που ακολούθησα στην συνέχεια, φτάνοντας ως την ερημιά του χωραφιού της Μαρούλαινας, όταν, καθισμένος οκλαδόν στο χώμα, περίμενα επί ώρες να «δω»….

-Επιστροφή στις Δαφνές των παιδικών χρόνων;

Κι από κει και πέρα, λες κι ένα φράγμα που τα κρατούσε τόσα χρόνια όλα πίσω του έσπασε, και οι μνήμες, σαν ορμητικός χείμαρρος, ξεχύθηκαν με τόση δύναμη, με τέτοια ένταση και με τόση ορμή που δεν προλάβαινα να γράφω, όλα όσα από παιδί έζησα και βίωσα, κυρίως στα πρώτα ταραγμένα χρόνια της ζωής μου. Έγραφα, έγραφα χωρίς σταματημό επί τρεις εβδομάδες. Ζούσα ξανά όλα τα γεγονότα, παρέα με τους ανθρώπους, με τους οποίους αυτά ήσαν συνδεδεμένα, όπως και τους τόπους που διαδραματίζονταν σαν να ήταν σήμερα. Σαν και να συνέβαιναν τώρα. Τους είχα πάλι όλους δίπλα μου. Έγραφα, όχι «στεγνά» σε μερικάκεφάλαια ιδίως, για όλα όσα συνέβησαν κι άλλοτε να θλιβόμαστε για τις «απώλειές» μας κι άλλοτε πάλι να γελούμε παρέα αναθυμούμενοι τις σκανδαλιές μου ή τις ευτυχισμένες μας στιγμές. Κι όλα να συμβαίνουν εκεί στις Δαφνές, στο σπίτι-κουκούλι που γεννήθηκα κι έζησα τα πρώτα κρίσιμα χρόνια μέσα σ’ ένα σκηνικό πολέμου, φόβου, άγους και πείνας.

-Δύσκολα τα χρόνια της ενηλικίωσης;

Εκεί, στις Δαφνές, ενηλικιώθηκα, αν όχι βιολογικά- αφού ήμουν μόλις, από τεσσάρων έως εννέα ετών όταν συνέβησαν όλα όσα περιγράφω- σίγουρα όμως ενηλικιώθηκα ουσιαστικά, αφού η κάθε ημέρα ζωής εκεί, τότε, μετρούσε για μήνες ή και χρόνια εμπειριών και ωρίμανσης, κάτω από άλλες φυσιολογικές συνθήκες.

-Εμφύλια τραγωδία αλλά και παιχνίδι και ξεγνοιασιά;

Το παιχνίδι για το παιδί είναι το οξυγόνο του. Πώς να το στερηθεί λοιπόν ακόμη και κάτω από τις φοβερές πολλές φορές συνθήκες ενός πολέμου. Απλώς προσαρμοστήκαμε σ’ αυτές με τα παιχνίδια μας να επικεντρωθούν κυρίως σε παραπλήσια των συνθηκών που επικρατούσαν. Ανηλεείς πετροπόλεμοι, με σοβαρούς τραυματισμούς αρκετές φορές, σφεντόνες να ρίχνουν τις μικρότερες, αλλά το ίδιο ή και περισσότερο «θανατηφόρες» πέτρες, τόξα από λυγαριά με βέλη από ακτίνες ποδηλάτου, ως και μισοκαμένα πολεμικά όπλα αργότερα, στις οπισθοφυλακές μας, που εκπυρσοκροτούσαν κτυπώντας με μια πέτρα τα κινητά ουραία τους. Αυτά όμως όλα δεν μας εμπόδισαν να παραμένουμε παιδιά με το αβίαστο ευτυχισμένο γέλιο, μονίμως στα χείλη μας. Στοιχείο απαραίτητο ψυχολογικής τουλάχιστον αυτοσυντήρησης ή κι επιβίωσης. Έτσι πέρασαν τα τέσσερα τραγικά χρόνια του πολέμου κι ήρθε η άλλη λαίλαπα, εκείνη της αδελφοκτόνου σύρραξης. Όχι όμως τόσο βίαιης και σφοδρής, όσο στις άλλες περιοχές της χώρας, για τους λόγους που- εκφράζοντας την προσωπική μου γνώμη – αναπτύσσω στο βιβλίο. Η ειδοποιός διαφορά εδώ υπήρξε ο Κρητικός αντάρτης- άσχετα πιας πλευράς- που καθόριζε τους κανόνες του παιχνιδιού-του πόλεμου στην συγκεκριμένη περίπτωση- ο οποίος πρώτα και πάνω απ’ όλα έβαζε την Κρήτη του κι ύστερα οποιαδήποτε ιδεολογία του.

-Τι δεν θα ξεχάσετε από εκείνα τα χρόνια;

Η δυσκολότερη απάντηση αφού τα γεγονότα ήσαν τόσο πυκνά, όσο- ποιητική αδεία- κι η αρχική μάζα του Big Bang, που σε μια παρόμοια έκρηξη του νου, εκτίναξαν αμέτρητες μνήμες.

Από εικόνες ευτυχισμένες κι ερωτικά ξυπνήματα, στον ανελέητο γδούπο της μπότας του κατακτητή, το στριγκό φοβικό ήχο της σειρήνας και τις εκρήξεις των αεροτορπιλών που έκαναν την νύχτα μέρα. Από τα κατακρεουργημένα κορμιά και τα κομμένα κεφάλια που «παρήλαυναν» καρφωμένα σε κοντάρια, σ’ άλλες πάλι ευτυχισμένες στιγμές του μικρού Γιώργου που καθισμένος στα καπούλια της «Αστραπής» και κρατώντας σφικτά τον παππού του, περιδιάβαζαν στους αμπελώνες του.

-Δίδυμο με το «Τζιά -Θερμιά» όπου και εκεί ταξιδεύατε, πατέρας και γιός….κόντρα στα φαντάσματα που τους στοίχειωναν;

Πώς όμως κανείς να τα διηγηθεί όλα αυτά, μ’ όσα ακόμη πιο τραγικά συνέβησαν πολύ αργότερα, στον γιο του; Θα χρειαζόταν ένα σκηνικό που να προσομοιάζει με την διήγηση και τι το πιο κατάλληλο από την θάλασσα, την αγάπη και των δυο τους. Μια θάλασσα όμως μαινόμενη με τους δυο τους μέσα σ’ ένα μικρό πλεούμενο να θαλασσοδέρνονται, παραπέμποντας έτσι ευθέως στην ψυχολογική φουρτούνα που έδερνε πατέρα και γιο, κι έχοντας σαν κατάληξη εκείνο το στοιχειωμένο: «τζια-θερμιά».

-Σε ένα νέο παιδί που ξεκινά σήμερα τι θα λέγατε;

Πως να τολμήσεις να συμβουλέψεις ένα σημερινό παιδί. Ένα παιδί μιας άλλης γενιάς, με άλλα πρότυπα κι άλλες εμπειρίες. Αυτά που θα μπορούσα να του πω, εκείνα που «πήρα» από την ζωή μου είναι να τολμά, να είναι πάντα ο εαυτός του αποφεύγοντας να μιμηθεί ή να αντιγράψει άλλα πρότυπα-που δεν τον εκφράζουν μεν αλλά επειδή έτσι επιτάσσει η «μόδα». Και πρωτίστως να είναι έντιμος και ειλικρινής, όχι κατά συνθήκη, αλλά κατά συνείδηση. Βιωματικά. Και τέλος να σέβεται και να τιμά την γυναίκα, αφού κόσμος δεν θα γύριζε χωρίς αυτήν.

-Αγρονόμος, τοπογράφος, πολιτικός μηχανικός, ξενοδόχος, οινοπαραγωγός, αθλητής, αρχαιολάτρης, φίλος του γκολφ. Πως τα συνδυάζετε όλα αυτά;

Αγρονόμος, Τοπογράφος, Πολιτικός μηχανικός. Τρεις διαφορετικές ειδικότητες που μου πήραν επτά χρόνια σπουδών στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Τις εξάσκησα και τις τρεις- όχι κατ’ ανάγκη με την σειρά που αναφέρονται. Σπουδαστής ακόμη άρχισα να δουλεύω σε τοπογραφικές εργασίες με τις οποίες συνέχισα κι όταν τελείωσα τις πρώτες μου σπουδές κι άρχισα να σπουδάζω πολιτικός μηχανικός.

Κατασκεύασα το πρώτο μου έργο- ένα ξενοδοχείο στο Ηράκλειο-, όντας τελειόφοιτος της σχολής πολιτικών μηχανικών και πια συνέχισα την καριέρα μου ως κατασκευαστής. Ως φυσικό επακόλουθο στην συνέχεια ήρθε η ενασχόλησή μου- σε επιχειρηματική βάση- ] με τα ξενοδοχεία. Μία ενασχόληση που κράτησε για είκοσι επτά χρόνια.

Με τον αθλητισμό, σ’ όλες του τις εκφάνσεις, ασχολήθηκα από πολύ μικρός και δεν σταμάτησα ποτέ, εστιάζοντας τα τελευταία χρόνια στο Golf. Η θάλασσα όμως ήταν εκείνη που με κατέκτησε κι έμεινε για πάντα στην ψυχή μου. Η θάλασσα όμως σαν το μέσο για ν’ αναμετρηθώ με τον εαυτό μου, είτε ως κολυμβητής είτε ως ιστιοπλόος, τραβερσάροντας το Αιγαίο, σε αγώνες ανοικτής θαλάσσης.

Αρχαιολάτρης. Οι σπουδές μου στις θετικές επιστήμες δεν με εμπόδισαν να γνωρίσω – όσο μου ήταν δυνατόν- τον θησαυρό της μοναδικής μας γλώσσας μέσα από τα γραπτά κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.

Μας τα δίδαξε και μας έκανε να τα αγαπήσουμε ένας εξίσου μοναδικός Δάσκαλος στο μυθικό Β’ Γυμνάσιο. Πώς να μην λατρέψεις λοιπόν στην συνέχεια και τα υπόλοιπα δημιουργήματα εκείνων των ανεπανάληπτων ανθρώπων που πάτησαν τα ίδια με μας χώματα;

Πως τα προλάβαινα όλα;

Πολύ απλά εφαρμόζοντας την αρχή που σε θέλει να ξεκινάς κάτι καινούργιο, μια νέα ασχολία, έως ότου φτάσεις στον αριθμό «επτά». Έτσι με τα χρόνια, σαν ένα ζωντανό καλειδοσκόπιο, πέρασα από την μια ασχολία στην άλλη, όχι αποκόπτοντας τις προηγούμενες, αλλά παραμερίζοντάς τις λίγο για να δώσω θέση στην καινούργια. Κι εκείνο που διαπίστωσα τελικά ήταν ότι ο χρόνος έχει την μοναδικότητα-για να γυρίσουμε πάλι στον Αϊνστάιν- της διαστολής.

Όσα περισσότερα πράγματα κάνεις τόσο περισσότερο χρόνο βρίσκεις διαθέσιμο να σεπεριμένει. Άφησα την ειδικότητα του Αγρονόμου τελευταία αφού αυτή αναδύθηκε όταν αποφάσισα ν’ασχοληθώ με την γη, την αμπελουργία συγκεκριμένα και την παραγωγή κρασιού, ακολουθώντας ασυνείδητα τα βήματα του γιατρού παππού μου.

Έπρεπε βλέπεις πάση θυσία να πλησιάσω στον «μαγικό» αριθμό, κάτι που τελικά το κατάφερα- αν το κατάφερα, εσείς θα το κρίνετε- πιάνοντας την γραφίδα στο χέρι μου.

Τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας.

Το αλιεύσαμε από το fb .

Καλημέρα φίλοι μου.

Σκαλίζοντας την βιβλιοθήκη μου και ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία μου,ανακάλυψα σε μια γωνία της ενα μικρό βιβλίο 188 σελίδων,έκδοση Αθηνα1979,Κόνραντ Λόρενς,βραβείο Νόμπελ .

Τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας.

– Ο υπερπληθυσμός που νεκρώνει την ικανότητα της ανθρώπινης επαφής και απελευθερώνει τα επιθετικά ένστικτα.

– Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος του ανθρώπου.

-Ο εξοντωτικός για το ανθρώπινο πνεύμα πυρετός της τεχνολογικής εξέλιξης.

– Η απώλεια της ευαισθησίας και η αντικατάσταση της απο τη βία.

– Η γενετική κατάπτωση και η φθορά.

– Η απομάκρυνση από τις πραγματικές αξίες και το μίσος ανάμεσα στίς γενεές.

– Η αυξανόμενη προσκόλληση των ανθρώπων σε ιδεολογίες και δόγματα.

– Η απειλή του ατομικού ολέθρου.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1973 από τον διδάκτορα της ιατρικής και της φιλοσοφίας σε πανεπιστήμιο της Βιέννης ,ΚΟΝΡΑΝΤ ΛΟΡΕΝΣ .

Πόσο δίκιο είχε Θεέ μου,47 χρονια πρίν.

Μ.Φλουρή

Κατ’ ευφημισμόν

από dimartblog

—της Χριστίνας Ντούση—

Με το χάμπουργκερ στο χέρι μισοφαγωμένο μπήκε στο  Κατάστημα Τυχηρών Παιγνίων «Η Γκαντεμιά», βαφτισμένο  έτσι από τον ιδιοκτήτη ακριβώς για να την ξορκίσει, και ζήτησε τα προγνωστικά του ιπποδρόμου.  Ένα διθέσιο καμπριολέ  ονειρευόταν και με την οικοδομή στα χάλια τα τωρινά, μόνο στον ιππόδρομο υπολόγιζε.

Ο υπάλληλος του τα ‘δωσε βαριεστημένα. «Δώσε κι  ένα προπό», του είπε, κοιτώντας με μάτι έμπειρο την αγκύρωση του οπλισμού ψηλά στους τοίχους του μαγαζιού. Το χούι  του μηχανικού φεύγει τελευταίο,  μονολόγησε. «Πες του ιδιοκτήτη ότι πρέπει να το κοιτάξει»,  είπε φεύγοντας, «θα σας πέσει στο κεφάλι το ρημάδι». Ο υπάλληλος τον κοίταξε με μάτι κενό, κουνώντας το κεφάλι στο ρυθμό της ποπ που έβγαινε δυνατή από τα ηχεία. Δεν κατάλαβε αν τον άκουσε. Δεν  είχε προλάβει ακόμη να βγει όταν άρχισαν να πέφτουν οι  σοβάδες, άσπροι και σβολιασμένοι σαν ξινοτύρι Μυκόνου.

«Ρε γκαντέμη», του φώναξε ο υπάλληλος  τρέχοντας να γλυτώσει. Τον είχε ακούσει τελικά. Από το απέναντι πεζοδρόμιο έβλεπαν μαζί  την οροφή να καταρρέει. «Γνήσιος γκαντέμης», ξανάπε ο υπάλληλος. «Σιγά ρε φίλε, με τέτοιο όνομα το πρακτορείο, εμένα περίμενε», του αντιγύρισε ο Αρίστος.

«Είναι ευφημισμός», του είπε περιφρονητικά ο υπάλληλος, που στην πραγματικότητα ήταν  άνεργος φιλόλογος, «αλλά που να ξέρεις εσύ».

Κάτι τον έπιασε τον Αρίστο  που του τη βγήκε ο υπάλληλος με τετρασύλλαβη λόγια λέξη και το γύρισε στα χωριανά, «μην ακαματεύεις άλλο, τρέξε να ειδοποιήσεις το αφεντικό», τον επέπληξε. Έτσι έλεγε και στους εργάτες,  την εποχή που είχε εργάτες δηλαδή.

«Σιγά μη στείλω και αερόγραμμα», αντεπιτέθηκε ο άνεργος φιλόλογος, «ο κυρ Σωτήρης είναι στο χωριό και μαζεύει ελιές».

Μια τεράστια λεκανοειδής ρωγμή εμφανίστηκε στον εξωτερικό τοίχο του μαγαζιού και όλη η πρόσοψη έπεσε με πάταγο.

«Να χέσω τον ευφημισμό σου», μονολογούσε ο Αρίστος δυο μέρες μετά, καθώς κοιτούσε τα νούμερα του προπό και τις κούρσες του ιπποδρόμου. Μια φορά στη ζωή του τα πιασε και τα δυο και τα δελτία  θάφτηκαν  στα μπάζα της «Γκαντεμιάς». Ο φιλόλογος με τις εξεζητημένες λέξεις δεν είχε προλάβει να τα περάσει στο  σύστημα.