Απεργία Αλβανών

Σε απεργιακή κινητοποίηση προχώρησαν την προηγούμενη εβδομάδα νόμιμοι Αλβανοί μετανάστες σε χωριά της Ημαθίας (Αγίας Μαρίνας κ.α.), οι οποίοι είχαν εγκλωβιστεί την Ελλάδα με την καραντίνα, ζητώντας αύξηση του μεροκάματου από 25 σε 30 ευρώ.

Όπως ανέφερε στον ΑγροΤύπο ο κ. Μάκης Αντωνιάδης, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Νάουσας και μέλος της Ομοσπονδίας Δενδροκαλλιεργητών Κεντρικής – Δυτικής Μακεδονίας, «φέτος είναι μια δύσκολη οικονομική περίοδος και δεν θα έπρεπε να υπάρξουν τέτοια αιτήματα. Εδώ και 30 χρόνια οι συγκεκριμένοι εργάτες γης τρώνε ψωμί από την χώρα μας. Αυτό που έκαναν το θεωρώ ανήθικο και εκβιαστικό. Αν ήταν κάποια άλλη χρονιά θα το συζητούσαμε. Το θετικό ήταν ότι στις συγκεκριμένες περιοχές μεταφέρθηκαν Έλληνες άνεργοι από την περιοχή της Κοζάνης και ομαλοποιήθηκε η κατάσταση». Όπως τόνισε, σήμερα Δευτέρα (11/5/2020), ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, με νομοθετική πρωτοβουλία που αναλαμβάνει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης θα διατηρείται το επίδομα ανεργίας σε όσους ανέργους επιλέξουν να εργαστούν σε αγροτικές εργασίες. Η παρέμβαση αυτή καθιστά πιο ελκυστική την απασχόληση ανέργων στην αγροτική οικονομία τώρα που άλλοι κλάδοι της οικονομίας μας, όπως ο τουρισμός ή η εστίαση, τουλάχιστον σήμερα, υπολειτουργούν για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας. 

Στο μεταξύ έχει ξεκινήσει η κατάθεση αιτήσεων για εργάτες γης από τρίτες χώρες στις κατά τόπους αρμόδιες υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Μαζί με την αίτηση ο παραγωγός θα πρέπει να καταθέτει παράβολο, ύψους εκατό (100) ευρώ, για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θέλει να απασχολήσει.

Πως ένας επιχειρηματίας επέβαλε τα ελληνικά ψαθάκια στην αγορά

Το τέχνασμα του Αντωνίου Αριανούτσου κόντρα στην ξενομανία των καταναλωτών

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Γαρνίρισμα πίλων.

Επανήλθαν στην μόδα τα πάσης φύσεως καλύμματα της κεφαλής, οι πίλοι, δηλαδή τα καπέλα. Οφείλουμε λοιπόν να τα ιστορήσουμε, αφού από τον πρωτόγονο άνθρωπο έως τους νεότερους χρόνους τα καπέλα χρησίμευσαν για να καλύπτουν την ανάγκη προστασίας από τις συνθήκες του περιβάλλοντος, το κρύο, τον αέρα, τον ήλιο κ.λπ. Θα ξεκινήσουμε ωστόσο από ένα χαριτωμένο περιστατικό το οποίο οφείλεται σε έναν δαιμόνιο έμπορο, τον Αντώνιο Αριανούτσο. Ήταν ένα από τα παιδιά που είχαν έλθει στην Αθήνα για να βρουν την τύχη τους και να βοηθήσουν την οικογένειά τους με το γλίσχρο εισόδημα που εξασφάλιζαν με διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Αντώνης Αριανούτσος

Γεννημένος στην Κύμη της Ευβοίας το 1890  ο Αντ. Αριανούτσος εξασφάλισε εργασία σε ένα κατάστημα και ταυτοχρόνως παρακολουθούσε μαθήματα στη νυκτερινή σχολή του «Παρνασσού». Κατόρθωσε να τελειώσει το Σχολαρχείο αλλά δεν μπόρεσε να προχωρήσει αφού η ανάγκη για επιβίωση απαιτούσε σκληρή εργασία. Τα κατάφερε όμως, εργαζόμενος σε διάφορες επιχειρήσεις, να αποκτήσει δίπλωμα λογιστικής και διπλογραφίας. Σιγά-σιγά και με τις λίγες οικονομίες του έγινε μέτοχος, διευθυντής και ύστερα ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου πιλοποιίας. Εργατικός, επίμονος και ευρηματικός ανέλαβε την τύχη του εργοστασίου το 1913 και δεν εννοούσε να αφήσει την ευκαιρία να του ξεφύγει.

Ο πολύς κόσμος προτιμούσε τα ψαθάκια και επί μία ολόκληρη επταετία διοχέτευε την παραγωγή του στην αγορά, αντιμετωπίζοντας δύο κύρια προβλήματα. Την ξενομανία του αγοραστικού κοινού και τη νοοτροπία των εμπόρων. Οι καταναλωτές ζητούσαν πάντοτε να αγοράζουν ευρωπαϊκά προϊόντα και οι έμποροι εκμεταλλεύονταν αυτήν την αδυναμία τους. Έφθαναν δε στο σημείο και τα λίγα ψαθάκια που έπαιρναν από την ελληνική βιομηχανία να τα πωλούν ως ευρωπαϊκά! Τι έκαναν; Ζητούσαν από τον κατασκευαστή τους στις φόδρες να τοποθετούν ξενικά σήματα και μάρκες, όπως London, Strawhat, Capello di Milano κ.ά.

Έτσι μέχρι το 1920 περίπου πωλούσαν ως ξένης κατασκευής τα ψαθάκια και όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Αλλά ο Αριανούτσος δεν μπορούσε να το… χωνέψει. Επαναστάτησε και ίδρυσε δικά του πρατήρια, πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Σμύρνη όπου άκμαζε ακόμη το ελληνικό στοιχείο, στον Πειραιά αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Φανερά τότε φρόντιζε να τα διαφημίζει λέγοντας στους καταναλωτές «Τα βλέπετε αυτά τα ψαθάκια; Είναι ελληνικά. Και όμως εσείς επί μία δεκαετία τα αγοράζατε ως ευρωπαϊκά»!!!

Τμήμα ραφής ψάθης.

 

Τμήμα πιεστηρίων (πρέσσα).

 

Τμήμα σιδερώματος πίλων.

 

Ξόδεψε πολλά χρήματα τότε ο επιχειρηματίας στη διαφήμιση και σε οργανωμένες καμπάνιες. Μέχρι που διοργάνωσε πανελλήνιο δημοψήφισμα υπέρ των ψάθινων καπέλων του. Ήταν μία από τις πλέον ευφυείς αλλά και κοστοβόρες εκστρατείες. Καλούσε όσους επιθυμούσαν να πηγαίνουν στον αντιπρόσωπό του σε κάθε πόλη και να ψηφίζουν υπέρ των ψάθινων της παραγωγής του. Ύστερα προέβαινε σε δίστηλες καταχωρήσεις στις εφημερίδες, δημοσιεύοντας τα τηλεγραφήματα που του έστελναν οι αντιπρόσωποί του. «Τα εκ των επαρχιών αποτελέσματα του δημοψηφίσματος – Περιφανής νίκη» έγραφαν οι τίτλοι και από κάτω τα σχετικά τηλεγραφήματα. Ο Άγγελος Ζαγκλίφας από το Αίγιο, ο Δ. Κοντονής από τη Ζάκυνθο, οι αδελφοί Αντωνίου από τη Μυτιλήνη, οι αδελφοί Τσερώνη από τη Σπάρτη κ.ά.

 

Οι διευθυντές και οι εργάτες του εργοστασίου σε αναμνηστική φωτογραφία

Όσο για το περιεχόμενο επίσης εντυπωσιακό: «Ο συνδυασμός μας κατήγαγε περιφανή νίκην» ή «καταπληκτική υπήρξεν η εκδήλωσις της γνώμης του Λαού υπέρ των ψαθίνων Αριανούτσου»! Εν τέλει πέτυχε τον σκοπό του. Στα χρόνια που ακολούθησαν μειώθηκαν στο ελάχιστο οι εισαγωγές από το εξωτερικό και τα ελληνικά ψαθάκια κατέλαβαν την θέση τους στις βιτρίνες, ακόμη και του περίφημου καταστήματος Σίδνεϋ Νοέλ![1] Ο Αντώνιος Αριανούτσος και ο αδελφός του Νικόλαος που συμμετείχε στην επιχείρηση έφυγαν από τη ζωή τη δεκαετία 1960.

Οι γέροι πιστεύουν τα πάντα. Οι μεσήλικες υποπτεύονται τα πάντα. Οι νέοι ξέρουν τα πάντα.

Oscar wild.

Ο κόσμος χωρίζεται σε ανθρώπους που κάνουν πράγματα και σε ανθρώπους που πληρώνονται για αυτά. Προσπάθησε να είσαι στην πρώτη κατηγορία. Υπάρχει λίγος ανταγωνισμός εκεί…

Ίντιρα Γκάντι.

Αξιέπαινη πρωτοβουλία!

Εθελοντικόςκαθαρισμός μονοπατιού στα Σκουρτα, (Μαζαρεκα-Δικλησια-Αγ.Μαρινα), με πρωτοβουλία του διοικητού του πυροσβεστικού Κλιμακιου Δερβενοχωρίων, Αλέξανδρου Βλαχογιάννη .

Ενα μεγαλο μπράβο και ένα θερμό ευχαριστώ στους υπαλληλους της Δασικής υπηρεσίας και στους πυροσβέστες που εθελοντικά ξεκίνησαν αυτό το σημαντικό έργο ανασύστασης ενός παλιού ιστορικού μονοπατιού στα βορειοανατολικά της Πάρνηθας.

Φωτό από το fb.

Είναι σημαντικό να ψάχνεις διαρκώς, να αναζητάς, να ταξιδεύεις έστω νοητικά, να μην επαναπαύεσαι στο δεδομένο. Όπου νιώθεις ότι διαφέρεις, εκεί να ποντάρεις, εκεί αντανακλάται η προσωπικότητα που έχουμε να κηδεμονεύσουμε ώσπου να πεθάνουμε.

Ποτέ να μη χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους, όσο κι αν σε έχουν απογοητεύσει. Αν συνέβη αυτό, απλώς δεν γνώρισες ακόμα τους σωστούς! Άμα ψάξεις, θα βρεις τέτοιους όπου Γης κι άμα πια δυσκολευτείς πολύ, σκέψου μήπως εσύ, τελικά, δεν είσαι ο σωστός και γι’ αυτό διαλέγεις τους λάθος.

Σπύρος Κοροβέσης

Πηγή: www.lifo.gr

Ψαρονέφρι στο Καρπενήσι

Θέλοντας κάποιος να υποστηρίξει τη θέση ότι στα νησιά δεν τρως καλό ψάρι, ευφυολόγησε λέγοντας ότι «το καλύτερο ψάρι που έχω φάει σε νησί, είναι μια φορά που έφαγα ψαρονέφρι στο Καρπενήσι».

Στο σημερινό αρθράκι δεν θα κρίνω τη βασιμότητα της θέσης αυτής, αρκετά προβλήματα έχει έτσι κι αλλιώς ο τουρισμός φέτος, αλλά θα σταθώ στο ευφυολόγημα.

Και το χαρακτήρισα ευφυολόγημα επειδή ούτε το ψαρονέφρι είναι (νεφρό από) ψάρι, ούτε το Καρπενήσι είναι νησί. Το ευφυολόγημα έχει αναφερθεί παλιότερα στο ιστολόγιο, και τότε το είχα συνοδέψει με τη μοιραία φράση «αξίζει άρθρο».

Είναι άλλωστε γνωστό ευφυολόγημα, το βρίσκουμε σε μιμίδια, ενώ το είχε χρησιμοποιήσει και ο ευρωβουλευτής Δ. Παπαδημούλης, απαντώντας στο επιχείρημα της Μαριέτας Γιαννάκου, ότι τάχα ο εθνικοσοσιαλισμός είναι αριστερής προέλευσης διότι είναι -σοσιαλισμός. Με την ίδια λογική, είπε, και το Καρπενήσι είναι νησί ενώ το ψαρονέφρι είναι ψάρι.

Πώς όμως προέκυψαν οι λέξεις αυτές, αφού ούτε το ένα είναι νησί ούτε το άλλο ψάρι;

Το ψαρονέφρι, πρώτα. Ονοματίστηκε μεν από ψάρι, αλλά από άλλου είδους ψάρι, όχι της θάλασσας. Ψάρι λέγεται η περιοχή του σφαγίου γύρω από την οσφύ, που περιβάλλει τα νεφρά. Αυτή η περιοχή στα αρχαία λεγόταν ψόαι ή ψύαι (στον πληθυντικό βέβαια) και το υποκοριστικό, *ψυάριον.

Το ημίφωνο έπαθε σίγηση όταν βρέθηκε ανάμεσα σε σίγμα και σύμφωνο (πρβλ. ψιάθιον –> ψαθί, σιαγόνα –> σαγόνι) κι έτσι έδωσε τον τύπο «ψάρι» στα νεότερα χρόνια, τύπος που δεν επιβίωσε μεν αλλά διατηρήθηκε στο ψαρονέφρι. Αυτά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερο άρθρο, αλλά η επανάληψη δεν βλάφτει.

Η λέξη ψόα έχει επίσης επιβιώσει στην ανατομική ορολογία, αφού υπάρχει ο ψοΐτης μυς, από τους μεγαλύτερους του σώματος, που σηκώνει τον μηρό προς την κοιλιά και λειτουργεί στη βάδιση. Υπάρχει και ο λαγονοψοΐτης, που τον είχαμε σχολιάσει σε κάποια παλιότερα μεζεδάκια.

Όσο για το Καρπενήσι, το τοπωνύμιο προέρχεται από την αρωμουνική λέξη cárpinu, που είναι ένα δέντρο με σκληρό ξύλο που λέγεται στα ελληνικά οστρύα, λένε τα λεξικά, ή γάβρος -αν πρόκειται για το ίδιο και όχι για παρεμφερή ποικιλία- και το οποίο ευδοκιμεί στην περιοχή. Η αρωμουνική λέξη προέρχεται από τη λατινική carpinus, που δηλώνει το ίδιο δέντρο.

Στα ελληνικά, το τοπωνύμιο παρετυμολογήθηκε με το «νησί» ενώ αν θέλαμε να μπαμπινιωτίσουμε θα λέγαμε ότι η ετυμολογικώς ορθή γραφή είναι Καρπενίσι.

Αλλά βέβαια δεν θα τελειώσει εδώ το άρθρο μας.

Αναρωτιέμαι αν έχουμε κι άλλα «ψαρονέφρια» όπως και άλλα «Καρπενήσια» στη γλώσσα μας, δηλαδή κι άλλες λέξεις που να έχουν παρετυμολογηθεί και να δηλώνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που προκύπτει με μια απλή ανάλυση σε αυτά που φαίνονται για συνθετικά τους.

Φυσικά, η παρετυμολογία είναι πλατύτατο πεδίο και έχει δημιουργήσει πολλούς όρους.

Ας πούμε, λέμε «πολυθρόνα» από το ιταλικό poltrona > πολτρόνα (υπάρχει και αυτός ο τύπος σε παλιά κείμενα). Επειδή στην πολτρόνα καθόμαστε, η λέξη παρετυμολογήθηκε από το πολύς + θρόνος κι έδωσε την πολυθρόνα. Δεν έχω ψάξει την ιστορία της λέξης και δεν έχω λεπτομέρειες για το πότε και πώς ακριβώς έγινε αυτό, πάντως έτσι έγινε.

Όμως η πολυθρόνα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, εντελώς ίδια περίπτωση με το ψαρονέφρι, διότι είναι «κάτι σαν θρόνος».

Ούτε θα θεωρήσω ίδια περίπτωση το αγιόκλημα, που είναι παρετυμολογία από το αρχ. «αιγόκλημα». Ναι μεν η λέξη άλλαξε, αλλά και πάλι έχουμε «κάτι σαν κλήμα», όπως και στο εφτάζυμο ψωμί (από το «αυτόζυμος») έχουμε κάτι που ζυμώνεται -ενώ στο «ψαρονέφρι» το κρέας (φαίνεται να) βαφτίζεται ψάρι, για να θυμηθούμε το παροιμιώδες των καλόγερων.

Όμως, την πολυθρόνα και το αγιόκλημα θα τα συζητήσουμε κι άλλη φορά, σε άλλο άρθρο, όταν θα περιηγηθούμε στο βασίλειο της παρετυμολογίας,

Κάποιοι θα σκεφτούν ότι το Λαγονήσι είναι παρόμοια περίπτωση με το Καρπενήσι, αλλά δεν θα συμφωνήσω, διότι το Λαγονήσι είναι χερσόνησος, οπότε είναι περίπου σαν νησί (μπορεί να ήταν και κάποτε νησί, αν και δεν το νομίζω). Επίσης, κατά πάσα πιθανότητα, το Λαγονήσι θα είχε λαγούς κάποτε και γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι. (Σε κάποιο φόρουμ διάβασα ότι δεν είχε λαγούς και ότι προέρχεται από το ιταλικό lago = λίμνη, αλλά είμαι δύσπιστος απέναντι σε αυτή τη θεωρία. Αν παρελπίδα ισχύει, τότε το Λαγονήσι πλησιάζει στο Καρπενήσι).

Ωστόσο, στα τοπωνύμια έχουμε καναδυό άλλες περιπτώσεις σαν το Καρπενήσι που δεν είναι νησί.

Ας πούμε, το βουνό απέναντι στον Ακροκορινθο λέγεται Πεντεσκούφι. Σύμφωνα με μια άποψη, ίσως την επικρατέστερη, πρόκειται για παρετυμολογική παραφθορά κάποιου φράγκικου τοπωνυμίου, ίσως Mont Escuvé ή Montesquieu. Εκεί είχαν φτιάξει κάστρο οι Φράγκοι όταν πολιορκούσαν τον Ακροκόρινθο. Πάντως σε διάφορους καστρολογικούς ιστότοπους βρίσκω να μην δέχονται την εξηγηση αυτή.

Πιο σίγουρα, ο ποταμός Βοϊδομάτης, μικρός αλλά πανέμορφος. Δεν έχει να κάνει με το μάτι του βοδιού, όσο κι αν έτσι φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Και οι δυο λέξεις είναι σλάβικες, βοντά το νερό και μάτα η πηγή, η νερομάνα. Την πρώτη από αυτές τις λέξεις τη βρίσκουμε και στη βότκα, που κατά λέξη σημαίνει, ας πούμε, «νεράκι», τη βρίσκουμε όμως και στα Βοδενά, την παλιά ονομασία της Έδεσσας, που επιβιώνει στα κεράσια Βοδενών, που κάποιος νόμιζε πως τα λένε «βοδινά» επειδή είναι πολύ μεγάλα.

Άλλες λέξεις σαν το ψαρονέφρι; Άλλα τοπωνύμια σαν το Καρπενήσι και τον Βοϊδομάτη;

“Αυτός ο κόσμος είναι σκληρός και πρέπει να είμαστε και μεις σκληροί για να τον αντιμετωπίσουμε”

 Charlie Chaplin – (1889 – 1977).

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά

δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)