Δεν υπάρχει καλύτερη επένδυση από τη φιλία. Και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τη χρειάζεται στη ζωή του. Που να μην έχει δώσει κομμάτια του εαυτού του στ’ όνομά της.

Γιατί όταν είναι αληθινή, έχει την ικανότητα να ξεγυμνώνει χαρακτήρες και να γεμίζει ψυχές. Να γίνεται αισθητή ακόμη κι όταν επικρατεί η απόλυτη σιωπή, γιατί πολύ απλά μπορεί να εκφραστεί χωρίς την παρουσία λέξεων.

«Μια πίστη και γλώσσα μία, και ιδέα μία, και μια ψυχή, ένα Γένος. Κοπρίσματα, ανεμορριπές, κλαδέματα, πλημμύρες σταλώσανε ή λυγίσανε το δέντρο, δεν ταλλάξαν»

Εύβοια

Εύβοια.

Το επίσημο όνομα του νησιού δίδεται ουσιαστικά από τον Όμηρο και φανερώνει το γόνιμο καλλιεργήσιμο έδαφος και την ανεπτυγμένη βοοτροφία για την οποία το νησί ήταν ονομαστό, «ευ» και «βους» που σημαίνει «Καλό Βόδι».

Αρχαία περίοδος

Την εποχή του χαλκού η Εύβοια κατοικούταν από το αρχαιοελληνικό φύλο των Αβάντων. Ο Όμηρος αναφέρει πως οι Άβαντες συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο στο πλευρό των Αχαιών. Αναφέρει μάλιστα πως είχαν ιδρύσει ήδη τις πόλεις Χαλκίδα, Ερέτρια, Ιστιαία, Κήρινθος, Δίον, Κάρυστο, και Στύρα[1]. Την περίοδο των μεγάλων μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο οι Άβαντες εκτοπίστηκαν από τους Ίωνες. Οι Ίωνες της Εύβοιας χωρίστηκαν σταδιακά σε δύο ισχυρά κράτη, της Χαλκίδας στο βορρά και της Ερέτρειας στο κεντρικό τμήμα του νησιού. Νοτιότερα, στην περιοχή του όρους Όχη είχαν εγκατασταθεί Δρύοπες προερχόμενοι από την περιοχή που αποτέλεσε τα μετέπειτα χρόνια τη Δωρίδα. Κυριότερη πόλη των Δρυόπων ήταν η Κάρυστος.

Στο Βορρά η Ιστιαία και η Ωρεός, είτε ως μία πόλη είτε ως δύο γειτονικές (οι γνώμες περί αυτού διίστανται) ευημερούν απολαμβάνοντας τα αγαθά της φύσης, που ανέκαθεν προίκιζε απλόχερα τη Βόρεια Εύβοια.