Να σας ταξιδέψω Τζουμέρκα

Καλώς ήρθατε στα Τζουμέρκα» γράφει μια ταμπέλα πριν από την κουτσουρεμένη γέφυρα. Συμβολικό. Κόβονται οι «γέφυρες» και εισέρχεσαι στην πιο μαγευτικά άγρια φύση

|Protagon/Ρέα Βιτάλη ΤΑΞΊΔΙΑ

Να σας ταξιδέψω Τζουμέρκα; Μετρήστε δυνάμεις και αξιολογήστε έντιμα τον εαυτό σας ως οδηγό. Τα Τζουμέρκα είναι ειδικός τόπος… Μαγευτικός, πέτρα πάνω στην πέτρα, γκρέμι… Αγρια ομορφιά, ζόρικη η αθεόφοβη.

Αν ήταν γυναίκα, θα τη βαφτίζαμε Ειρήνη Παπά ντυμένη στα μαύρα

Γράφει η Ρέα Βιτάλη 10 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2020, 18:08

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τα Τζουμέρκα, θα πεις τον δεσπότη Παναγιώτη.

Ξεκινάω σκληρά, άγαρμπα, την ξενάγηση σε μία από τις πιο συναρπαστικές, μαγευτικές, δύσκολες διαδρομές, προκειμένου να μετρήσετε σωστά τις δυνάμεις σας πριν ξαμοληθείτε. Τη μεγάλη μου αδυναμία για τα Γιάννενα και τα Ζαγοροχώρια τη γνωρίζετε, όσοι με διαβάζετε, καθώς πολλάκις σας έχω ταξιδέψει με κείμενά μου στα μέρη. Αυτή τη φορά, όμως, ξεκινώντας και πάλι από τα Γιάννενα, θα ανακαλύπταμε την αντίθετη, την «απέναντι» πλευρά, ήτοι τα Τζουμέρκα. Αγρια ομορφιά, ζόρικη η αθεόφοβη. Αν ήταν γυναίκα, θα τη βαφτίζαμε Ειρήνη Παπά ντυμένη στα μαύρα.

Συνήθως οι εκδρομείς ξεκινάνε από το χωριό Πράμαντα, αλλά αν θέλετε να με ακούσετε, ξεκινήστε κατευθείαν, όσο είστε ξεκούραστοι και ορεξάτοι, για το Συρράκο. Χωριό χτισμένο σε μια πλαγιά του όρους Λάκμος, σε υψόμετρο 1.150, πάνω από τη χαράδρα του ποταμού Χρούσια. Δύο χρόνια πριν, ίσως θυμάστε από σχετικό κείμενό μου, είχαμε απολαύσει οδήγηση στο «μονοπάτι» St. Bernard, μια διαδρομή από την εποχή των Ρωμαίων. Ε λοιπόν, στο «μονοπάτι» προς Συρράκο ανακαλύψαμε το ελληνικό St. Bernard. «Καλώς ήρθατε στα Τζουμέρκα» έγραφε μια ταμπέλα δίπλα σε μια κουτσουρεμένη, σπασμένη τεράστια γέφυρα.

Τόσο σημαδιακή ως εκκίνηση. Λες και κόβεις γέφυρες με ό,τι ήξερες και ορμάς σε μια αγριάδα τόσο σαγηνευτική, όσο και φοβιστερή. Αλί σε όποιον έχει υψοφοβία!.. Το Συρράκο, σκαρφαλωμένο Κι όποιος δεν έχει, ευκαιρία να αποκτήσει. Φουρκέτες κλειστές συνεχόμενες. Μέτρησα είκοσι και σταμάτησα γιατί βαρέθηκα. Και βέβαια, κάθε φουρκέτα συνοδευόταν από εκκλησάκια. Για να πιάνεις το υπονοούμενο. Ενώ σε πνίγει, στην κυριολεξία το «σε πνίγει», το πράσινο, σε τόση ποσότητα πυκνής βλάστησης που ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει αμήχανος.

Χαράδρες χαώδεις, βράχια σκισμένα, απειλητικά, πέτρες που ξεφεύγουν και ταμπέλες που προειδοποιούν για κατολισθήσεις. Σκέψου να ήταν και χειμώνας! Δεν είναι πολλά τα χιλιόμετρα, αλλά είναι εγκληματικά επιπόλαιο έως αδύνατον να αναπτύξεις ταχύτητα. Θυμήθηκα μια συνομιλία μου με τον Γιώργο Δελαπόρτα, τον μόνο έλληνα πρωταθλητή στο Ιστορικό Ράλλυ Μόντε Κάρλο, που μου είχε εξηγήσει πόσο δύσκολο είναι να πιάνεις μέση ωριαία ταχύτητα οδήγησης 50 χιλιομέτρων. Στο ταξίδι μας προς Συρράκο το αντιλήφθηκα πλήρως. Μια διαδρομή για τους λάτρεις της οδήγησης.

Γυρίζω νοητά σε ένα παρελθόν με πισωκίνητα αυτοκίνητα ενός «κάποτε», που έσερναν τον κώλο και μαεστρικά χέρια ραλιστών τον επανέφεραν… Α ρε Ιαβέρη! Α ρε Μοσχού! (πώς φαίνεται ότι έγραφα στους «4 τροχούς» του μέγα Καββαθά!). Ενας ανεκμετάλλευτος (ακόμα ένας) τουριστικός «πλούτος», αν δίναμε τη σημασία που πρέπει σε αγώνες ράλι. Κάποτε, μετά από δυο στάσεις… Είχα να ζαλιστώ από τα παιδικά μου χρόνια!.. Αλλά και για να απολαύσουμε τη μαγεία της θέας, με ένα σωρό όμως «Μη!»… Πώς με τρομοκρατούσε το περιβάλλον!.. «Μη πας τόσο κοντά στον γκρεμό!»… Τόση φωνή, ούτε σε τρενάκι του τρόμου!..

Κάποτε διακρίναμε το πολυπόθητο Συρράκο σκαρφαλωμένο, καρφωμένο σε μια τοποθεσία αδιανόητης γοητείας. Και βέβαια, το περπατήσαμε. Ενα χωριό διατηρητέο, κομψοτέχνημα που σου γυρίζει το ρολόι του χρόνου σε χρόνια που μόνο τα είδαμε είτε σε ασπρόμαυρες, αργοκίνητες ταινίες αρχείου ή σε φωτογραφίες κιτρινισμένες παλαιοπωλείων.

Συρράκο, ένα χωριό πέτρα στην πέτρα Χωριό που χτίστηκε πέτρα πάνω σε πέτρα τον 15ο αιώνα από βλαχόφωνους πληθυσμούς. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας γνώρισε οικονομική ανάπτυξη χάρη στην κτηνοτροφία και την τέχνη της αργυροχοΐας. Κάηκε ολοσχερώς κατά την Επανάσταση του 1821, όπου συμμετείχε ενεργά από την αρχή της, ξαναχτίστηκε, απέκτησε ξανά οικονομική δύναμη, απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό το 1912 για να το περιδιαβάζουμε εμείς σήμερα. Πατρίδα του πρώτου συνταγματικού Πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη. Και του ξεχασμένου πλέον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, που τιμούσαν ιδιαίτερα τα αναγνωστικά της δικής μας γενιάς. Σας προτρέπω να επισκεφτείτε και το σπίτι του.

Ενώ μυρίζω τον τόπο του σπεύδω να ανασύρω από τη σύγχρονη Google βιβλιοθήκη (και όχι από την Πάπυρος Λαρούς… Αχ, κωδικοί γενιάς) ένα από τα ποιήματά του. Ετσι ακολουθώ τη ματιά του, βλέπω το τοπίο να ενσωματώνεται στους στίχους, να πυροδοτεί την έμπνευση. Διαβάστε «Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραετέ μου, παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια και μέσ’ στα σύννεφα πετάς, μέσ’ στα βουνά ανεμίζεις, φωλιάζεις μεσ’ στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ΄άστρα, με τη βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις με τάγρια αστροπέλεκα και βασιλιά σε κράζουν του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες. Ετσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη, κι απ’ άφαντο κι απ’ άπλερο πουλάκι σταυραητέ μου, μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος κι εφώλιασε βαθιά και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει τη νιότη».

Μελετήστε τη λέξη «κουφοβοσκάει την νιότη μου». Ασυναίσθητα επηρεασμένη κοντοστέκεται η ματιά μου μια σειρά σύγχρονων εφήβων. Κάθονται σε ένα πεζούλι, αστειεύονται όμορφα, σκορπάνε μερικά «ρε μαλάκα» ενώ παλεύουν με τα κινητά τους. «Εδώ ζείτε;» τους ρωτάω. «Οχι, όχι. Μόνο το καλοκαίρι. Στα Γιάννενα ζούμε». Για φαντάσου τα αγόρια ενός «κάποτε», τους ανθρώπους ενός «κάποτε»… Ασφυκτικά περιορισμένοι, αδιανόητα εγκρατείς σε ετούτους τους άγριους τόπους, θεριά υπομονής σε περιβάλλοντα που «κουφοβοσκούσαν» τα πάντα τους! Τι ευλογία το «σήμερα» κι ας μην αντιλαμβανόμαστε πόσα απολαμβάνουμε, πόσα αξιωνόμαστε!

Μόνη Κηπίνας. «Μα πώς το χτίσανε;» όλοι αναρωτιούνται Συνεχίζουμε για τον επόμενο σταθμό της εκδρομής μας, το χωριό Καλαρρύτες. Με μια στάση οπωσδήποτε στη Μονή Κηπίνας. Σε όποιον Θεό και αν πιστεύετε ή όχι, μην το χάσετε! Κτίστηκε τον 13 αιώνα και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το θέαμα κόβει ανάσα. Ενσωματωμένο σε βράχο, κρυμμένο σε δύσβατη πλαγιά πάνω από τον Καλαρρύτικο ποταμό, αμέσως γίνεται κατανοητό γιατί αποτελούσε κρησφύγετο σε διωγμένους. Κατάνυξη, γαλήνη και μια επίμονη απορία «Μα πώς κατόρθωσαν και το έκτισαν εδώ;».

Καλαρρύτες. Ξανά φουρκέτες, ξανά θέα στο χάος, ξανά πνιγμός πράσινου. Πρώτη εικόνα, μια βάφτιση σε ένα τοπικό καφενείο «Μας έλψε φέτος ου χορός. Ιγώ θα χορέψου κι ας έρθνε να μας πιάσνε!». Τι να τους πει ο Χαρδαλιάς!… Προσπερνάμε σβέλτα. Δεν θέλω χορό σε Εντατική. Διαβαίνουμε σοκάκια, ανηφόρες ζόρικες, καρλντερίμια με πέτρες γυαλιασμένες από βήματα. Ενα χωριό που δόξασε ένα σωρό επαγγέλματα όπως αργυροχόους-ασημιτζήδες-χρυσικούς, τερζήδες-χρυσοκεντητάδες, εμπόρους-πραματευτάδες, βιοτέχνες-ραφτάδες, κιρατζήδες-αγωγιάτες. Πού να βρεθούν σύγχρονα μυαλά με έμφαση στο σύγχρονο design; Τόσο ανέμπνευστα, επαναλαμβανόμενα σχέδια…

Πού είσαι, Zeus and Dione!.. Σταματάμε σε ένα παντοπωλείο-καφενείο-ταβερνείο… Ενα γοητευτικό «απ’ όλα», ενός Ναπολέοντα. Που άφησε, όπως λέει η μικροϊστορία του τόπου, μια καριέρα κομπιουτερά στας Αθήνας και γύρισε στα πάτρια. Στο χωριό Καλαρρύτες ο Ναπολέων σερβίρει φαγάκι Arte povera σε περιβάλλον arte povera Για να μας κοιτάει ως να ήμαστε περίεργα ζώα και να αναρωτιέται ενώ παραγγέλνουμε με φόρα Αθηναίου «Γιατί βιάζεστε έτσι, ρε παιδιά;», «Ολοι βιάζεστε! Απολαύστε ήσυχα». Μας σερβίρει ένα φαγάκι μιας κουζίνας arte povera, σε ένα μαγαζάκι arte povera. Ολα arte povera. «Θησαυροί» που μακάρι να διασώζονται από κάποιους «Ναπολέοντες», όπως για τις χελώνες μονάχους μονάχους. Στους θησαυρούς υπό εξαφάνιση συμπεριλαμβάνω και τις γιαγιάδες ετούτων των τόπων. Με το μαύρο τσεμπέρι, το μαύρο φορεματάκι και τα παπουτσοπαντοφλάκια τους. Μαυροφορεμένα αγρίμια.

Αναχωρούμε με τελευταίο προορισμό τα Πράμαντα. Αλλά ένα στριφόνι, που στο διάολο το πετύχαμε!.. Μπαίνει στο λάστιχο και ανατρέπει τα σχέδιά μας. Ενώ το σκοτάδι πλησιάζει, δεν είναι και το καλύτερό μας, κι ας αστειευόμαστε ότι αγαπάμε αρκούδες και λύκους. Γιώργος ο βουλκανιζεράς! Καταφέραμε και τον φτάσαμε. Ενώ μας φροντίζει, μας μιλάει και «πατριωτικά» καμαρώνει για το ξενοδοχείο Orizontes Tzoumerkon, το πεντάστερο της περιοχής, που συνέβαλε στο να καταγραφούν τα Τζουμέρκα σε προορισμό αξιώσεων.

Πριν από την επιστροφή κρίνουμε αναγκαία μια στάση στο εμβληματικό Γεφύρι της Πλάκας, στου οποίου την αφαψίδωση του κεντρικού τόξου συνέβαλε οικονομικά και η εταιρεία Μύλοι Λούλη, που διευθύνεται από τον Νίκο Λούλη, με αίσθηση κοινωνικής ευθύνης. Ενα γεφύρι ιστορικό, πάνω από τον ποταμό Αραχθο, καθώς εκεί υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του ’44 ειρηνευτική συμφωνία των αντιμαχόμενων αντιστασιακών οργανώσεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ. Καμιά εκδρομή «νεολαίων» εδώ; Ή δεν συμφέρει στην Αριστερά να αναδεικνύουμε ενώσεις ώστε να διαιωνίζουν «αίματα»;

Το βράδυ μας βρίσκει στα αγαπημένα μας Γιάννενα, σε ένα από τα αξιαγάπητα εστιατόρια… Θέλετε προτάσεις; Ενα η «Μετσοβίτικη φωλιά» για το πιο-πιο-πιο κοντοσούβλι, δύο «Η Φρόντζου Πολιτεία» (αγαπάμε τις χειμωνιάτικες αίθουσές του και τη θέα), τρία το νέο εστιατόριο με το ευφυώς αστείο όνομα «Σούζυ τρως», δύο εξαιρετικών επαγγελματιών, νέων παιδιών του Γιάννη Ιωάνογλου και του Νίκου Σιώζου. Τσουγκρίσαμε στις εκδρομές μας και στον τρόπο να ξεγελάει κάποιος τον χρόνο. Μια μέρα όλη κι όλη!.. Μια μέρα! Και καταγράφηκε μέσα μας σαν δέκα. Μετρήστε δυνάμεις, αξιολογήστε έντιμα τον εαυτό σας ως οδηγό, αν «δεν το έχετε» μην το ταλαιπωρήσετε… Τα Τζουμέρκα είναι ειδικός τόπος…Αγριος, μαγευτικός, πέτρα πάνω στην πέτρα, γκρέμια… Θεέ μου, τι γκρέμια! Τα Ζαγοροχώρια εξημερώθηκαν… Ετούτα τα χώματα, δεν τα τιθασεύεις με τίποτα, σύγχρονε

Πηγή: Protagon.gr

Η φωτογραφία ενός απαθούς παρόντος

 
Ενα σπίτι ρημαδιό, μια πόλη ρημαδιό, ένας κόσμος ρημαδιό και εκείνος, ο άγνωστός μου άνδρας, σε μια πολυθρόνα. Λες και πέρασε τυχαία, λες και κοντοστάθηκε να χαζέψει. Τόσο φρικτά παθών, άρα απαθής. Το αδιανόητο σε αποξενώνει από τον εαυτό σου τον ίδιο, σε παγώνει

Ρέα Βιτάλη

Η Αμερική που απελπίζεται

Η Αμερική που απελπίζεται

Θα φανταζόταν κανείς πως οι αυξανόμενοι «θάνατοι από απελπισία» στις ΗΠΑ αφορούν περισσότερο τις μειονότητες, ως εξ ορισμού λιγότερο προνομιούχο κοινωνική κατηγορία. Στην πραγματικότητα το μεγάλο άλμα συντελείται αλλού.

Χρόνος ανάγνωσης: 

8

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Κείμενο:

Κώστας Ράπτης

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αντιμετωπίζουν μια μεγάλη υγειονομική κρίση – όχι με την έλευση του κορονοϊού, αλλά εδώ και πολλά χρόνια ήδη. Μια κρίση που έχει το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της μείωσης του συνολικού προσδόκιμου επιβίωσης – εξέλιξη πρωτόγνωρη για τη χώρα μετά την επιδημία ισπανικής γρίπης του 1918 και μοναδική μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Γιατί η Αμερική απελπίζεται. Και πεθαίνει από αυτό.

Ο όρος θάνατοι από απελπισία (despair deaths) πρωτοεμφανίστηκε στη δημοσιογραφική γλώσσα για να περιγράψει το αρνητικό αποτύπωμα στην υγεία μιας σειράς ψυχο-κοινωνικών παθογενειών που εκδηλώνονται με αύξηση των αυτοκτονιών και της χρήσης αλκοόλ ή άλλων ουσιών, ιδίως οπιοειδών. Έγινε δε καθιερωμένος όρος της βιβλιογραφίας αφότου το ζεύγος των οικονομολόγων του Πανεπιστημίου του Πρίνστον Angus Deaton (Βραβείο Νόμπελ Οικονομίας 2015) και Anne Case εξέδωσαν την άνοιξη το βιβλίο Θάνατοι από απελπισία και το μέλλον του καπιταλισμού. Οι δύο ερευνητές εκτοξεύθηκαν έκτοτε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, στην οποία συνεισφέρουν πολύτιμα στοιχεία για τη φύση της αμερικανικής κοινωνίας, αρχής γενομένης από ένα αμείλικτο αριθμητικό δεδομένο: οι αυτοκτονίες ή οι θάνατοι από ουσίες κλιμακώθηκαν από περίπου 65.000 ετησίως το 1995 σε 158.000 το 2018 (συγκριτικά, οι μέχρι στιγμής θάνατοι από Covid-19 στις ΗΠΑ υπολογίζονται σε 160.000).

Πριν από αυτούς, άλλοι επιστήμονες εικονογράφησαν πολύ πειστικά την αφανή αυτή «πανδημία» που κατατρώει την αμερικανική κοινωνία.

Μελέτη των Steven H. Woolf και Heidi Shoomaker, του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια στο Ρίτσμοντ και της Ιατρικής Σχολής της Ανατολικής Βιρτζίνια στο Νόρφολκ αντιστοίχως, που δημοσιεύθηκε πέρσι στο Journal of the American Medical Association, περιγράφει την αντιστροφή των δημογραφικών τάσεων. Για περισσότερο από μισόν αιώνα το προσδόκιμο επιβίωσης του μέσου Αμερικανού αυξανόταν διαρκώς, χάρη στις προόδους που είχαν σημειωθεί στην αντιμετώπιση του καρκίνου, του τραύματος και των καρδιαγγειακών νοσημάτων και ανήλθε από τα 69,9 έτη το 1959 στα 78,9 έτη το 2013. Όμως από το 2011 είχε σταματήσει να αυξάνεται. Το 2014 άρχισε να κινείται καθοδικά και η πτώση συνεχίστηκε και για τα δύο επόμενα έτη.

death-rate_wide-

Η εξέλιξη αυτή, μολονότι ήδη ανησυχητική, συγκαλύπτει, αποτυπωμένη στη γλώσσα του μέσου όρου, κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: οι τύχες του αμερικανικού πληθυσμού είναι βαθιά διαχωρισμένες διότι η υποχώρηση στο προσδόκιμο επιβίωσης δεν αφορά το σύνολο, αλλά κοινωνικές κατηγορίες των οποίων το προφίλ υγείας είχε αρχίσει να επιδεινώνεται ήδη από τη δεκαετία του ’90.

Σε καιρούς που σημαντικές απειλές για την υγεία των Αμερικανών έμπαιναν στο στόχαστρο αυστηρότερων δημόσιων ρυθμίσεων, σε ό,τι έχει να κάνει λχ με την ασφάλεια των αυτοκινήτων, το κάπνισμα ή τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, και που η αξιοποίηση νέων φαρμάκων για τον HIV/AIDS ή των στατινών για τα καρδιαγγειακά νοσήματα απέτρεπαν περισσότερους θανάτους, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι παραγωγικής ηλικίας, δηλ. μεταξύ 25 και 64 ετών, έφευγαν πρόωρα από τη ζωή για άλλες αιτίες, που παρέπεμπαν σε ένα «τοπίο αυτοκαταστροφής».

Μεταξύ 1999 και 2017 οι θάνατοι λόγω υπερβολικής δόσης ναρκωτικών σε Αμερικανούς αυτής της ηλικίας σχεδόν πενταπλασιάστηκαν, εκτοξευόμενοι από 6,7 ανά 100.000 άτομα σε 32,5 ανά 100.000 άτομα.

Οι αυτοκτονίες την ίδια περίοδο αυξήθηκαν κατά 38,3%, ήτοι από 13,4 ανά 100.000 άτομα το 1999 σε 18,6 ανά 100.000 το 2017.

Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ είχε επίσης βαρύ τίμημα. Οι θάνατοι από κίρρωση του ήπατος αυξήθηκαν, πάντα την ίδια περίοδο και για την ίδια ηλικιακή κατηγορία, κατά 40%, ενώ οι θάνατοι από καρκίνο του ήπατος αυξήθηκαν κατά 60%, σε εμφανή παρέκκλιση από τη χαλιναγώγηση άλλων τύπων καρκίνου, και οι περιπτώσεις μοιραίας αλκοολικής δηλητηρίασης σχεδόν τετραπλασιάστηκαν.

Οι ηλικιωμένοι αλκοολικοί πίνουν πολύ περισσότερο από τους νεότερους – για τους άνω των 60 αυτό σημαίνει κατά μέσο όρο 42,5 ποτά κάθε εβδομάδα, σύμφωνα με μελέτη των ΗΠΑ του 2009. [MARK RALSTON / AFP]

Την εικόνα συμπληρώνουν άλλες παθολογικές καταστάσεις σχετιζόμενες, αν και λιγότερο εμφανώς, με την ψυχολογική κατάπτωση, όπως οι θάνατοι στη μέση ηλικία από υπέρταση, παχυσαρκία κ.λπ.

Θα φανταζόταν κανείς ότι οι θάνατοι από απελπισία αφορούν περισσότερο τις μειονότητες (Αφροαμερικανούς, Αμερινδιάνους, Ισπανόφωνους), ως εξ ορισμού λιγότερο προνομιούχο κοινωνική κατηγορία. Στην πραγματικότητα, όμως, το μεγάλο άλμα συντελέστηκε αλλού. Σύμφωνα με τα στοιχεία των δύο ερευνητών, το 1999 οι θάνατοι από overdose των (μη ισπανόφωνων) λευκών Αμερικανών 25-64 ετών υπολείπονταν αυτών των άλλων εθνοτικών ομάδων, όμως το 2017 οι θάνατοι λευκών από ναρκωτικά είχαν επταπλασιασθεί και βρίσκονταν στην κορυφή της κλίμακας. Ομοίως, αυξήθηκαν μεταξύ των γυναικών οι αυτοκτονίες και οι θάνατοι από αλκοόλ, κάτι σπάνιο άλλοτε.

Οι Woolf και Shoomaker υπολογίζουν ότι μεταξύ 2010 και 2017 σημειώθηκαν 33.307 «επιπλέον θάνατοι» (excess deaths) που αποδίδονται σε αύξηση κατά 6% της θνησιμότητας των νέων και μεσήλικων Αμερικανών. Όπως το περιγράφουν γλαφυρά, είναι σαν τρία Boeing 737 γεμάτα επιβάτες να συντρίβονταν κάθε εβδομάδα επί επτά έτη.

Δεν είναι δύσκολο να συσχετίσει κανείς αυτή την εικόνα με κοινωνικούς δείκτες όπως η καθήλωση των πραγματικών εισοδημάτων των εργαζομένων από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η αύξηση του αριθμού των ανασφάλιστων, η όξυνση της ανισότητας στην κατανομή εισοδημάτων, η αύξηση της παιδικής φτώχειας.

Οι αιτίες

Η γεωγραφία των θανάτων από απελπισία είναι επίσης διαφωτιστική. Πολιτείες που άλλοτε αποτελούσαν την καρδιά της αμερικανικής μεταποίησης βυθίστηκαν στην αποβιομηχάνιση, τη μαζική απώλεια θέσεων εργασίας και τη διαρροή πληθυσμού. Το Οχάιο, η Πενσιλβάνια, το Κεντάκι και η Ιντιάνα αντιπροσωπεύουν μόλις το 11% του συνολικού αμερικανικού πληθυσμού, αλλά εμφανίζουν περίπου το ένα τρίτο των «επιπλέον θανάτων» της περιόδου 2010-2017. Σε ποσοστιαία αναλογία, οι μεγαλύτερες αυξήσεις των πρόωρων θανάτων σημειώθηκαν στο Νέο Χάμσαϊρ, τη Δυτική Βιρτζίνια, το Οχάιο, το Μέιν και το Βερμόντ, ενώ σε πέντε πολιτείες, την Άιοβα, το Νέο Μεξικό, την Οκλαχόμα, το Ουαιόμινγκ και πάλι τη Δυτική Βιρτζίνια η αύξηση της θνησιμότητας της μέσης ηλικίας υπήρξε αδιάσπαστη από το 199 μέχρι το 2017.

Το ερμηνευτικό κλειδί που γεφυρώνει τα κοινωνικά με τα υγειονομικά δεδομένα είναι το χρόνιο στρες, είτε αυτό οφείλεται στην ανεργία, είτε στην έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης, τη μοναξιά, την έλλειψη προοπτικών. Και το αποτύπωμα του χρόνιου στρες στον οργανισμό είναι η φλεγμονή, η υπέρταση, η κατάθλιψη.

Στην πραγματικότητα, το κυριότερο πρόβλημα έγκειται στη διάβρωση του κοινωνικού ιστού, όταν ολόκληρες κοινότητες μαραζώνουν όχι απλώς από την απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά κάθε οικείου σημείου αναφοράς: του τοπικού καφέ που κλείνει, της αθλητικής ομάδας, της λειτουργικής οικογένειας, της γειτονιάς – για να μη μιλήσει κανείς για ιατρικές και προνοιακές υπηρεσίες. Οι εναπομείναντες παραμελούν τον εαυτό τους, αφήνουν αφρόντιστα υποκείμενα νοσήματα, όπως η υπέρταση και ο διαβήτης, τρέφονται με φτηνό junk food και στρέφονται σε ουσίες κάθε είδους.

Το σκάνδαλο της κρίσης των οπιοειδών (opioid crisis) αποτελεί ξεχωριστή και καθοριστική πτυχή αυτού του υγειονομικού δράματος. Εδώ και δύο δεκαετίες το επιθετικό λανσάρισμα από μεγάλες φαρμακευτικές των συνθετικών οπιοειδών ως αναλγητικών για κάθε χρήση –με τη συνενοχή του ιατρικού σώματος και εν απουσία αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου– έχει γεννήσει στρατιές εξαρτημένων, σε μια χώρα όπου ο πόνος αποτελεί πολιτισμικό ταμπού και οι αναρρωτικές άδειες σπανίζουν. Είτε συνταγογραφημένα είτε όχι (αφού κανείς μπορεί να τα προμηθευτεί και ταχυδρομικώς) τα συνθετικά οπιοειδή οδήγησαν, σε συνδυασμό με την παραμέληση υποκείμενων νοσημάτων ή την παράλληλη χρήση αλκοόλ και ηρεμιστικών, χιλιάδες ανθρώπους στον θάνατο, ενώ αναίρεσαν τα όρια ανάμεσα στο νόμιμο και το παράνομο εμπόριο ουσιών, αφού από ένα σημείο και μετά ο ντίλερ ηρωίνης της γειτονιάς πρόβαλλε για τους εξαρτημένους ασθενείς ως μία φθηνή και εύκολη εναλλακτική.

Δάσκαλος με συμμετέχοντα σε σεμινάριο για την αποτροπή λήψης υπερβολικής δόσης οπιοειδών, στη ΜΚΟ Positive Health Project στη Νέα Υόρκη. [SPENCER PLATT / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / Getty Images via AFP]

Η μακροπρόθεσμη απώλεια κοινωνικού κεφαλαίου ή «η καταστροφή του καθιερωμένου τρόπου ζωής», όπως θα το έθεταν οι ίδιοι οι πληγέντες, εξηγεί γιατί η επιδείνωση του προσδόκιμου επιβίωσης προχωρά με μια σχετική ανεξαρτησία από τις συγκυριακές μεταβολές των οικονομικών δεδομένων. Οι Deaton και Case επισημαίνουν ότι οι θάνατοι από απελπισία αυξάνονταν τόσο πριν από την κρίση του 2008, όσο και μετά, όταν η ανεργία εκτοξεύθηκε από το 4,5% στο 10% – και δεν υποχώρησαν ούτε κατά τη μετέπειτα περίοδο ανάκαμψης, οπότε το ποσοστό ανεργίας προσγειώθηκε (μέχρι να χτυπήσει ο κορονοϊός) στο 3,5%.

Σε μια πρώτη φάση, οι θάνατοι από απελπισία θεωρήθηκε ότι αποτελούσαν θλιβερό προνόμιο κυρίως της υποβαθμιζόμενης λευκής αμερικανικής υπαίθρου, η οποία «χάνει τη χώρα που ήξερε» και για τον λόγο αυτό στρέφεται σε οργισμένες πολιτικές επιλογές όπως η υπερψήφιση του Ντόναλντ Τραμπ. Όταν άλλωστε η Χίλαρι Κλίντον χαρακτήρισε «αξιοθρήνητους» (deplorables) τους μισούς ψηφοφόρους του Τραμπ, εννοώντας τους σεξιστές, ομοφοβικούς και ρατσιστές, ο Τραμπ παρουσίασε τη δήλωση σαν να εννοούσε τους φτωχούς των Μεσοδυτικών πολιτειών – οι οποίοι και της απάντησαν αναλόγως στην κάλπη.

Όμως, με το πέρασμα του χρόνου, η απελπισία εισβάλλει και στην Αμερική των προαστίων, ενώ και η ψαλίδα με τις μειονότητες κλείνει προς τα κάτω, καθώς η πρόοδος των τελευταίων ως προς το προσδόκιμο επιβίωσης (από χαμηλότερο, εννοείται, σημείο αφετηρίας) έχει και αυτή φρενάρει. Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή παραμένει πάντως σταθερά αυτή που αποτυπώνεται στο μορφωτικό επίπεδο. Οι κάτοχοι τίτλου κολεγίου και άνω εξακολουθούν να υπερτερούν των υπολοίπων όχι μόνο εισοδηματικά, αλλά και από την άποψη της υγείας, καθώς το δικό τους προσδόκιμο επιβίωσης εξακολουθεί να αυξάνεται.

Στην εποχή της πανδημίας

Σε άρθρα και συνεντεύξεις μετά την έκδοση του βιβλίου τους, οι Deaton και Case αναρωτιούνται πώς πρόκειται να διαπλακεί η προϋπάρχουσα κρίση των θανάτων από απελπισία με την παρούσα πανδημία του κορονοϊού. Ιστορικά, οι μεγάλες πανδημίες λειτούργησαν εξισωτικά, καθώς πχ ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα δημιούργησε έλλειψη εργατικών χεριών, ενισχύοντας έτσι τη διαπραγματευτική θέση των εργατών. Όμως δεν είναι απαραίτητο ότι θα συμβεί το ίδιο και τώρα.

Από τη φύση των επαγγελμάτων τους, οι έχοντες τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διατηρούν τη δυνατότητα της εξ αποστάσεως εργασίας. Αντίθετα, οι υπόλοιποι είτε κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους (και μαζί με αυτήν την ασφαλιστική τους κάλυψη) είτε προσφέρουν «ζωτικές» υπηρεσίες (σερβιτόροι, κούριερ, εργάτες στην αλυσίδα τροφίμων, οδηγοί λεωφορείων κλπ) και ρισκάρουν την έκθεσή τους στον κορονοϊό. Το δίλημμα που τους τίθεται είναι ανάμεσα στην υγεία τους και τη δυνατότητα να συντηρηθούν οικονομικά.

Προετοιμασία για μεταφορά ασθενούς με Covid στο νοσοκομείο, στο Τέξας των ΗΠΑ. [JOHN MOORE / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / Getty Images via AFP]

Οπωσδήποτε, τα δισεκατομμύρια που διοχέτευσε η κυβέρνηση Τραμπ στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες για την ανάπτυξη εμβολίου για τον κορονοϊό (χωρίς προβλέψεις τιμολόγησης ή δημόσιας χρήσης των πατεντών), δεν σημαίνουν και πολλά πράγματα για όσους αποφεύγουν να νοσηλευτούν ή για όσους το αποτολμούν, συσσωρεύοντας έτσι δυσβάσταχτα χρέη.

Οι Deaton και Case δεν κουράζονται να καταγγέλλουν ότι κύρια πηγή των υγειονομικών δεινών, τωρινών ή παλαιότερων της Αμερικής, είναι η κοινωνική ανισότητα, αλλά και το ίδιο το σύστημα υγείας, που έχει την ιδιαιτερότητα να απορροφά το 17% του ΑΕΠ. Και μολονότι το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο παγκοσμίως, τα αποτελέσματα, όπως εκφράζονται σε δείκτες όπως το προσδόκιμο επιβίωσης, είναι πολύ χειρότερα από αυτά οποιασδήποτε ανεπτυγμένης χώρας (πχ της δεύτερης σε δαπάνες Ελβετίας με 12% του ΑΕΠ). Το φυλετικό ζήτημα κατέστησε αδύνατη την καθιέρωση ενός εθνικού δημόσιου συστήματος υγείας, καθώς η αντίσταση των γερουσιαστών του Νότου ήταν καθοριστική ήδη από τη δεκαετία του ’60. Tο αποτέλεσμα είναι ο ιδιωτικός τομέας να αναλαμβάνει τόσο την ασφαλιστική κάλυψη όσο και την παροχή περίθαλψης, δημιουργώντας ένα σπιράλ εκτόξευσης του κόστους. Πρόκειται για έναν μηχανισμό απόσπασης προσόδου τον οποίο οι Deaton και Case παρομοιάζουν με καταβολή φόρου υποτέλειας από την αμερικανική κοινωνία σε μια ξένη δύναμη.

Όμως ο φαύλος κύκλος δεν σταματά εδώ. Το υψηλό κόστος ασφάλισης αποθαρρύνει τους εργοδότες από τη διατήρηση θέσεων εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, μειώνοντας έτσι περαιτέρω τη συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό, ενώ οι επιδοματικές δαπάνες που καταβάλλει το δημόσιο για να διατηρήσει ένα κάποιο δίχτυ κοινωνικής προστασίας στερούν πόρους από μια εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική που θα λειτουργούσε αναπτυξιακά και θα λείαινε τις ανισότητες. Η απελπισία είναι πράγματι το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα και η μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον που αντιμετωπίζει η σημερινή Αμερική.

Κώστας Ράπτης

Σπούδασε γλωσσολογία στα Φιλολογικά Τμήματα του ΕΚΠΑ και του ΑΠΘ. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 2000, ασχολούμενος με διεθνή θέματα (Απογευματινή, το skai.gr, περιοδικές εκδόσεις, Κεφάλαιο, capital.gr), καθώς και τον Αθήνα 9,84, όπου παρουσιάζει την εκπομπή “Ω, τι κόσμος!”.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

το δοκίμιο “Εναντίον” στο οποίο παρέπεμψε όταν αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εναντίον (1984)

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.

Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.

Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’ αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. Xαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα του κατεστημένου.

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;…

* * * * *

Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1906 στο φιλολογικό περιοδικό «Παναθήναια».

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου πρωτοδημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1906 στο τεύχος 141-142 του δεκαπενθήμερου φιλολογικού περιοδικού Παναθήναια. Ο «φακός» του Παπαδιαμάντη εστιάζει στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας στη Σκιάθο. Στο προαύλιο του ναϊσκου υπάρχει μια μικρή προχειροκτισμένη καλύβα, όπου ζει σαν καλόγηρος ένας πρώην άρχοντας του τόπου, ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας, που αναπολεί τις καλές και κακές στιγμές της ζωής του.

    Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, είς έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ.Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.

    Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.

    Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.

    Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός , υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτο υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.

    Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186… εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ’ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ’ αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;

    Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφιών ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι’ όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ’ επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τον έτρωγαν!».  Είτα, αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρή κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.

    Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ’ έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασιν, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς.

    Αλλ’ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κι εμπορεύοντο κι εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν η ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημισεία, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ’ εαυτών και τα κτήματα.

   Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ’ επ’ εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισταί προθύμως του έδιδαν, αλλ’ απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε κατ’ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου… Πλην φευ! αυτός δεν ήτο μόνος καϋμός του…

    Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ’ ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του… Είχε πρόσφατον πένθος.

    -Α! Τώχασα το καϋμένο μ’, το ευάγωγο, τόχασα!…

   Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάξη. Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν –το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών- του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών…

   Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας –και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δεν είχε αναφανεί εις τα μέρη αυτά.

   Ήτον παραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλας διά τον κόπον του εν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδον αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ’ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τα εισέπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του…

    Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν… και ανελογίζετο πώς, άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από τη γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλας.

   -Τόχασα, το καημένο μου, το ευάγωγο, τόχασα!…

   Ω, δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν –την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα- όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη… Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του και εθλίβετο… Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν… Τον παλαιόν καιρόν, προ του Εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν’ ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστον…

    Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.

   Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα , τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».

   Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους,ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε

Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,

Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,

    …Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων…».  Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως…

    Ο γέρο-Φραγκούλας επίστευε και έκλαιεν… Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει… Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχε αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτσα του… και την ηγάπα ακόμη. Αλλ’ όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!

   Τώρα εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι! ». Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κι εξηκολούθουν να τίκτουν…

   Ανελογίζετο αυτά, κι  έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», -όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι προ δεκαπέντε ετών… Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.

    Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της. πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου. Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου κι εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον… Και τότε ο Φραγκούλης ήτο σαράντα χρόνων και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ’ είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν’ αγαπήση… Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ’ έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν του, το Κουμπώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!».

   Εκείνην την φοράν, ο παππά-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς:

  -Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.

  -Τι τρέχει, παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.

  -Θα σου έλθει τ’ ασκέρι… Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα…

  Ο παπάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλη· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; -καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.

   -Θάρθη μαζί κι’ η μάνα τους;

  -Βέβαια… πιστεύω, είπεν ο παππάς.

    Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσερα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον συζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά –εις ευτελές δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, το οποίον ονόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ’ έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.

   Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον Ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κι εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.

   Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ’ ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι’ εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!».

    Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κι εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.

   Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος –όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ – Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ – Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον». Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ’ ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κτλ. κτλ.

    Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κι επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.

    Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα –και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!… η νύχτα μεγαλώνει… ισημερία τώρα κοντεύει… έχει νύκτα…»

    Αλλ’ αι γυναίκες, ενώ ήξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία», αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ’αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι’ εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία –και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης…»

    Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ’ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ’ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κι εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.

    – Πειο σιγά, πιο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ’ ακούνε.

   Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παπάν να γράψη. Εννοούσαν να τ’ ακούη κι ο Θεός, κι η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν’ ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ’ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι’ ο παπάς αν ήθελε να φάγη κι άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσες.

   Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:

   – Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα – Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!».

   Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει:

  – Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».

  Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν ήξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το «Κύριε ελέησον» λέγεται τρις και πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν’ απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «… υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.

   Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παπάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ’ έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.

   Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.

  Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή.

  – Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λεγ’ η μητέρα, ζωνταρφανά.

  Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:

   – Τάμαθες, πατέρα; … Θα παντρέψουμε τ’ Αργυρώ μας … Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είναι πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ’ Αργυρώ μας … για να μην κακιώση ο γαμπρος! …

   Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κι εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν

την Αργυρώ, είτα μετ’ ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν … Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου και μ’ ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμο της πρωτοτόκου.

   Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν’ αγαπήση με την μητέρα.

    Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν:

    – Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα … Είναι κάτι κακές γυναίκες εκεί στον μαχαλά στο δρόμο που περνώ, και τις άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της…». Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα…

    Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.

   -Τι έχεις κορίτσι μου; της είπεν ο πατήρ της.

   -Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω απ’ τον καημό μου!

   -Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.

 Τω όντι,, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ’ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχεν δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθεν παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της διά να χαρή, ήτο αργά πλέον. Η τρυφερή παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με τη λαλιάν εις το στόμα.

   -Πατέρα! Πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία … με την μητέρα μαζύ!…

   Είπε και απέθανε!

   Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του … Κατόπιν απεσύρθη, κ’ εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν …

   Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον να γίνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο μίαν τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί!». Μόνον εν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως … και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».

   Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν… αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα –ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα, με νερόμυλον –και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε…»

    Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:

«Αντιλαβού μου και ρύσαι

 των αιωνίων βασάνων…»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 – 1911)

έλληνας διηγηματογράφος και ποιητής.

Βιογραφία

Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/81?

© SanSimera.gr