η Φύση στο “Μυθιστόρημα” του Σεφέρη

Μια εξαιρετική ενδιαφέρουσα πραγματεία (Αλέξανδρος Πλατανιώτης) για τη Φύση όπως αυτή αναδεικνύεται στο “Μυθιστόρημα” του Γιώργου Σεφέρη, στο ψηφιακό περιοδικό Λόγου και Τέχνης ΧΑΡΤΗΣ – hartismag.gr, τεύχος 87, Μάρτιος.

Στο πόνημα, ανακαλύπτεται το ταπεινό μεγαλείο μιας ανόθευτης και ουσιώδους σχέσης του ποιητή με το φυσικό περιβάλλον από θέσεις και αντιθέσεις του μέσα στο ΟΛΟΝ της σύντομης, ανθρώπινης υπαρξιακής περιπέτειας στο βιωματικό θαύμα της φευγαλέας παρουσίας του στη συνέχεια του φυσικού κόσμου που τον περιέχει. Του φυσικού κόσμου, που βιάζεται βάναυσα στην εποχή της αλαζονικής επικυριαρχίας του είδους μας και της υπερφίαλης ματαιοδοξίας μας, που καταλήγει σε αυτο-ικανοποίηση με το γρασίδι στον κήπο.

Επειδή έτσι, από μιαν επίγνωση μπορεί να γεννηθεί αυθεντική ποίηση -γιατί το “Μυθιστόρημα” είναι ένας τέτοιος, σπονδυλωτός και συναρπαστικά αρθρωμένος ποιητικός λόγος όπως τον έχει αποτυπώσει ο Γιώργος Σεφέρης στο γράμμα για την Κίχλη:
Έχω ένα πολύ οργανικό συναίσθημα, που ταυτίζει την ανθρωπιά με την ελληνική φύση”.

Ε Ροΐδης*

.

Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις κατηγορίας: 
α) Εις συμπολιτευομένους, ήτοι έχοντας κοχλιάριον να βυθίζωσιν εις την χύτραν του προϋπολογισμού.

β) Εις αντιπολιτευομένους, ήτοι μη έχοντας κοχλιάριον και ζητούντας εν παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.

γ) Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχοντας κοχλιάριον ούτε ζητούντας, αλλ’ επιφορισμένους να γεμίζωσι την χύτραν διά του ιδρώτος των

*Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904.

Από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα. Το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα. 
Το 1866 ολοκληρώνει την συγγραφή του πρώτου του μυθιστορήματος “Πάπισσα Ιωάννα”, έργο που σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο, αλλά τον καταξιώνει διεθνώς.

Οταν γυναίκα είναι θεά τιμωρεί τον ειλικρινή!

Στον Όλυμπο δεν φυσούσε εκείνη τη μέρα.
Ο αέρας είχε σταθεί, σαν να περίμενε.

Ο Δίας περπατούσε νευρικά.
Η Ήρα στεκόταν απέναντί του, ακίνητη, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια.

— «Πες το καθαρά», του είπε. «Γιατί απομακρύνεσαι;»

Ο Δίας μισόχαμογέλασε…
— «Γιατί εσείς οι γυναίκες απολαμβάνετε περισσότερο. Καταναλώνετε όλο το μέλι… και δεν μένει τίποτα για μας.»

Η Ήρα ανασηκώθηκε.
— «Ή δεν ξέρεις να γεύεσαι», απάντησε κοφτά. «Οι άντρες παίρνετε περισσότερα απ’ όσα δίνετε.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Δύο θεοί, και όμως τόσο ανθρώπινοι.

— «Θα ρωτήσουμε κάποιον που ξέρει», είπε τελικά ο Δίας.
Και φώναξαν τον Τειρεσία.

Ήρθε αργά. Όχι από αδυναμία, αλλά από γνώση.
Κουβαλούσε πάνω του δύο ζωές.

— «Εσύ θα μιλήσεις», είπε η Ήρα. «Χωρίς φόβο.»

Ο Τειρεσίας στάθηκε για λίγο σιωπηλός.
Σαν να ζύγιζε όχι τα λόγια, αλλά το τίμημά τους.

— «Αν η ηδονή μοιραζόταν σε δέκα μέρη…» είπε τελικά,
«τα εννιά ανήκουν στη γυναίκα.
Στον άντρα μένει το ένα.»

Ο Δίας χαμογέλασε.
Η Ήρα δεν χαμογέλασε.

Το φως έσβησε από τα μάτια του Τειρεσία εκείνη τη στιγμή.
Όχι γιατί έκανε λάθος.
Αλλά γιατί είπε μια αλήθεια που δεν συγχωρείται εύκολα.

Ο Δίας πλησίασε.
— «Δεν μπορώ να αναιρέσω αυτό που έγινε», είπε χαμηλά.
«Αλλά μπορώ να σου δώσω κάτι άλλο.»

Και τότε, εκεί που χάθηκε το φως, γεννήθηκε η όραση.
Όχι των ματιών — του χρόνου.

Ο Τειρεσίας χαμογέλασε.
Ίσως γιατί κατάλαβε πρώτος αυτό που οι θεοί ακόμη πάλευαν:

Δεν είναι ποιος απολαμβάνει περισσότερο.
Είναι ποιος μπορεί να το αντέξει.