Στον Όλυμπο δεν φυσούσε εκείνη τη μέρα.
Ο αέρας είχε σταθεί, σαν να περίμενε.
Ο Δίας περπατούσε νευρικά.
Η Ήρα στεκόταν απέναντί του, ακίνητη, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια.
— «Πες το καθαρά», του είπε. «Γιατί απομακρύνεσαι;»
Ο Δίας μισόχαμογέλασε…
— «Γιατί εσείς οι γυναίκες απολαμβάνετε περισσότερο. Καταναλώνετε όλο το μέλι… και δεν μένει τίποτα για μας.»
Η Ήρα ανασηκώθηκε.
— «Ή δεν ξέρεις να γεύεσαι», απάντησε κοφτά. «Οι άντρες παίρνετε περισσότερα απ’ όσα δίνετε.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Δύο θεοί, και όμως τόσο ανθρώπινοι.
— «Θα ρωτήσουμε κάποιον που ξέρει», είπε τελικά ο Δίας.
Και φώναξαν τον Τειρεσία.
Ήρθε αργά. Όχι από αδυναμία, αλλά από γνώση.
Κουβαλούσε πάνω του δύο ζωές.
— «Εσύ θα μιλήσεις», είπε η Ήρα. «Χωρίς φόβο.»
Ο Τειρεσίας στάθηκε για λίγο σιωπηλός.
Σαν να ζύγιζε όχι τα λόγια, αλλά το τίμημά τους.
— «Αν η ηδονή μοιραζόταν σε δέκα μέρη…» είπε τελικά,
«τα εννιά ανήκουν στη γυναίκα.
Στον άντρα μένει το ένα.»
Ο Δίας χαμογέλασε.
Η Ήρα δεν χαμογέλασε.
Το φως έσβησε από τα μάτια του Τειρεσία εκείνη τη στιγμή.
Όχι γιατί έκανε λάθος.
Αλλά γιατί είπε μια αλήθεια που δεν συγχωρείται εύκολα.
Ο Δίας πλησίασε.
— «Δεν μπορώ να αναιρέσω αυτό που έγινε», είπε χαμηλά.
«Αλλά μπορώ να σου δώσω κάτι άλλο.»
Και τότε, εκεί που χάθηκε το φως, γεννήθηκε η όραση.
Όχι των ματιών — του χρόνου.
Ο Τειρεσίας χαμογέλασε.
Ίσως γιατί κατάλαβε πρώτος αυτό που οι θεοί ακόμη πάλευαν:
Δεν είναι ποιος απολαμβάνει περισσότερο.
Είναι ποιος μπορεί να το αντέξει.
