Έγκλημα στη Βουργουνδία: Ο άνθρωπος που ήθελε να δηλητηριάσει το ακριβότερο κρασί του κόσμου

Η συγκλονιστική ιστορία πίσω από από την «δηλητηρίαση» του κτήματος που παράγει το κορυφαίο κρασί στον κόσμο μεταφέρεται δέκα χρόνια μετά στην μικρή οθόνη.

By

Νικολέτα Γκίκα

Η μικρή ομάδα των πέντε ανθρώπων βάδιζε γρήγορα, θαρρείς και βιαζόταν να προλάβει την αναχώρηση κάποιου λεωφορείου ή την έναρξη ενός αγώνα.

Το δρομάκι που περπατούσαν στο χωριό Βοσν-Ρομανέ ήταν άδειο και οι οδηγίες που είχαν πάρει σαφείς, κάτι που φάνηκε μετά από δύο λεπτά, όταν ο πρώτος της παρέας έφτασε σε ένα κτήμα.

Κοίταξε την επιγραφή και τις δύο σκαλισμένες στην πέτρα λέξεις για τις οποίες αυτός και οι φίλοι του έιχαν ταξιδέψει από τον Καναδά στην Γαλλία: «ROMANEE CONTI».

Γονάτισε όπως και οι υπόλοιποι μπροστά σε αυτό μικροσκοπικό κομμάτι γης, το γεμάτο αμπελώνες, εκεί που σε επτά μόλις στρέμματα τα σταφύλια τους είναι υπεύθυνα για το καλύτερο και πιο ακριβό κρασί του κόσμου.

Αυτό που παράγεται σε κάτι παραπάνω από 2.000 φιάλες για τις έξι διαφορετικές ετικέτες που δεν προλαβαίνουν καν να βγουν στην αγορά και εξαφανίζονται!

Παρόλο που η 5άδα ήθελε να μπει σαν τρελή μέσα στο κτήμα, σεβάστηκε όπως και όλοι όσοι θέλουν να δουν από κοντά το κτήμα που θεωρείται το «άγιο δισκοπότηρο» της Βουργουνδίας, την επιγραφή που είναι γραμμένη στα γαλλικά και στα αγγλικά: «Πολλοί άνθωρποι έρχονται να επισκεφτούν αυτό το κτήμα και το κατανοούμε. Σας ζητάμε ωστόσο να μείνετε στον δρόμο και παρακαλούμε σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο να μην μπείτε στον αμπελώνα».

Εκεί όπου δέκα χρόνια πριν εκτυλίχθηκε μια συγκλονιστική υπόθεση όταν κάποιος αποφάσισε να εκβιάσει τους ιδιοκτήτες του Romanee-Conti, απειλώντας ότι θα «δηλητηριάσει» με ζιζανιοκτόνο τις ρίζες του πιο διάσημου αμπελώνα στον κόσμο.

Η ιστορία αποτυπώθηκε αρχικά σε ένα εξαιρετικό story του Μαξιμίλιαν Πόττερ για το περιοδικό Vanity Fair, και τέσσερα χρόνια αργότερα σε ένα βιβλίο του ιδίου με τον τίτλο «Shadow in the vinyard».

Το βιβλίο μεταφέρεται σε λίγους μήνες στην μικρή οθόνη μέσω μιας τηλεοπτικής σειράς με πολύ γνωστούς πρωταγωνιστές και αναμένεται να θυμίσει σε όλους όσους έζησαν εκείνο το θρίλερ, μια ιστορία που θέλουν να ξεχάσουν.

Μια ιστορία που ξεκίνησε ένα χειμωνιάτικο βράδυ στην κορυφή ενός λόφους πάνω από το Βοσν-Ρομανέ με μια σκιά να κινείται αθόρυβα «γλιστρώντας» μέσα από τους αμπελώνες.

Έγκλημα στην Βουργουνδία    

Ο ουρανός πάνω από την εξοχή της Βουργουνδίας ήταν καθαρός, και η λάμψη του φεγγαριού έφτανε για να φανεί μια μοναχική σιλουέτα ενός άνδρα.

Βγήκε μέσα από το δάσος στην κορυφή ενός λόφου, κινήθηκε μέσα από τα δένδρα πάνω στο χιονισμένο έδαφος και άρχισε να κατεβαίνει με προσεχτικές κινήσεις μέσα από τα παγωμένα αμπέλια.

Έψαχνε έναν συγκεκριμένο και πολύ μικρό αμπελώνα που βρίσκεται μέσα σε μια «θάλασσα» από χιλιάδες ρίζες και δεκάδες κτήματα που μοιάζουν να μην τελειώνουν και χωρίζονται από στενά δρομάκια.

Η διαδρομή που βαδίζει ο άγνωστος άνδρας είναι προς τα ανατολικά γεμάτη από αμπελώνες που κατηφορίζουν μέχρι που το έδαφος ισιώνει και συνεχίζουν μέχρι να καταλήξουν στο Βοσν-Ρομανέ.  Είναι περασμένα μεσάνυχτα, αρχές Ιανουαρίου του 2010 και τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών είναι ερμητικά κλειστά..

Ο τύπος που κατεβαίνει τον λόφο, περπατάει με την σιγουριά κάποιου  ο οποίος γνωρίζει ακριβώς πού πηγαίνει και τι πρέπει να κάνει όταν φτάσει εκεί.

Το βλέμμα του πέφτει σε ένα συγκεκριμένο αμπέλι, πολύ μικρό σε σχέση με τα άλλα, το οποίο ξεχωρίζει από έναν πέτρινο σταυρό που στη βάση του έχει χαραχτεί η ημερομηνία 1723.

Δίπλα υπάρχει μια επιγραφή στα γαλλικά και στα αγγλικά, αυτή παρακαλεί τους επισκέπτες να μην εισέλθουν στον αμπελώνα του Romanee Conti.

Μόνο που αυτός δεν είναι επισπέπτης αλλά ένας εισβολέας που όταν φτάνει σε μια ρίζα πέφτει στα γόνατα και η άχνα από την αναπονοή του διαχέεται στον παγωμένο αέρα της Βουργουνδίας.

Η λάμψη του φακού ίσα διακρίνεται καθώς φωτίζει, ενώ ο ήχος από ένα μικρό τρυπάνι που εισέρχεται στο «πόδι» του αμπελιού είναι ανεπαίσθητος. Θα κάνει το ίδιο ακριβώς και σε παρακείμενη ρίζα, ενώ αμέσως μετά βγάζει μια σύριγγα και εγχύεει ένα υγρό στις δύο τρύπες  που έχει ανοίξει.

Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και άρχισε να «γλιστράει» μέσα από τους αμπελώνες ανεβαίνοντας με σταθερό βήμα προς την κορυφή του λόφου από όπου είχε κατέβει.

Όταν έφτασε, πιθανόν να γύρισε για να ρίξει μια ματιά και ίσως να χαμογέλασε πριν χαθεί μέσα στα δέντρα.

Μόλις είχε «δηλητηριάσει» το «άγιο δισκοπότηρο» του κρασιού.

Ο εκβιασμός   

Λίγες ημέρες μετά από εκείνο το παγωμένο βράδυ ο Ομπέρ Ντε Βιλένσυνιδιοκτήτης του Romanée-Conti μαζί με τον Ανρί Φρεντερίκ-Ροθ, έλαβε ένα ανώνυμο γράμμα.

Σε αυτό ο ανώνυμος αποστολέας απαιτούσε λύτρα ενός εκατομμυρίου ευρώ για να μην «δηλητηριάσει» τους αμπελώνες του πιο διάσημου κτήματος στον κόσμο του κρασιού.

Ο Βιλέν εξέλαβε το γράμμα ως ένα άρρωστο αστείο και το πέταξε στα σκουπίδια, συνεχίζοντας μια καθημερινότητα την οποία είχε λατρέψει εδώ και χρόνια.

Όμως το πακέτο, που παραδόθηκε στην ιδιωτική του κατοικία-ένα  παρόμοιο πακέτο ταχυδρομήθηκε στο σπίτι του Ανρί Φρεντερίκ-Ροθ- δεν ήταν αστείο.

Μέσα στο κυλινδρικό δοχείο, υπήρχε μια μεγάλη τυλιγμένη περγαμηνή που όταν την άνοιξε είδε ότι ήταν ένα ακριβές σχέδιο του αμπελώνα στο Romanée-Conti.

Εκτείνεται σε  4,46 στρέμματα και ο Βιλέν παρατήρησε ότι ο απστολέας δεν ήξερε μόνο κάθε περίγραμμα του,αλλά είχε σημειώσει κάθε μία από τις περίπου 20.000 ρίζες του.

Κλείνοντας ο «ταχυδρόμος» τον ενημέρωνε ότι θα επικοινωνούσε πάλι μαζί του σε λίγες ημέρες κάτι που έγινε στα μέσα του Γενάρη του 2010, όταν έλαβε ένα άλλο ανώνυμο πακέτο στο σπίτι του.

Αυτή τη φορά μέσα σε ένα ίδιο κυλινδρικό δοχείου, υπήρχε το ίδιο σκίτσο του αμπελώνα αλλά με μια διαφορά.

Υπήρχαν δύο κύκλοι ένας  στο κέντρο και ένας ένας άλλος, πολύ μικρότερος κύκλος στην επάνω αριστερή γωνία του αμπελώνα.

Ο αποτολέας απαιτούσε από τον Βιλέν να αφήσει ένα εκατομμύριο ευρώ μέσα σε μια βαλίτσα στη προαναφερθείσα γωνία του αμπελώνα Romanée-Conti, ακριβώς στην περιοχή που είχε κυκλωθεί.

Προκειμένου να αποδείξει ότι εννοούσε κάθε λέξη που είχε γράψει το γράμμα ενημέρωνε τον Βιλέν ότι περίπου 82 ρίζες του Romanee-Conti είχαν ήδη δηλητηριαστεί.

Σύμφωνα με τον αποστολέα τα δύο αμπέλια στην περιοχή που είχαν σημειωθεί στο σκίτσο με τα δύο Χ στον μικρό κύκλο είχαν σκοτωθεί από δηλητήριο, ενώ οι άλλες  80 ρίζες που είχαν μαρκαρισθεί με Χ στον πολύ μεγαλύτερο, κεντρικό κύκλο θα μπορούσαν να γλιτώσουν με ένα αντίδοτο.

Αυτό με την την προϋπόθεση ότι ο Βιλέν θα πλήρωνε ένα εκατομμύριο ευρώ.

Το δηλητήριο κα η μπλόφα

Ο Βιλέν κατάλαβε ότι πλέον όλο αυτό μόνο αρρωστημένο αστείο δεν ήταν και αποφάσισε να προσφύγει στις αρχές, όμως επέλεξε να μην απευθυνθεί στην τοπική αστυνομία.

Η Βουργουνδία είναι μια πολύ μικρή περιοχή και τα νέα κυκλοφορούν πολύ γρήγορα, σε αυτό το ευλογημένο μέρος όπου ο ανταγωνισμός των διάσημων κτημάτων είναι τεράστιος.

Το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν να αρχίσουν οι φήμες και τα κουτσομπολιά να κάνουν το γύρο του κόσμου, εμποτισμένα με φράσεις όπως «δηλητηρίασαν το Romanee-Conti».

Έτσι πλησίασε ένα αστυνομικό που είχε γνωρίσει στη Ντιζόν, ο οποίος ήταν πλέον ανώτερος αξιωματούχος της αστυνομίας στο Παρίσι, ο οποίος ανέλαβε δράση κάτω από απόλυτη μυστικότητα.

Οι αστυνομικοί έφθασαν στο κτήμα, ενώ οι ειδικοί  άρχισαν να μελετούν τους δύο αμπελώνες που υποτίθεται είχε δηλητηριάσει ο ανώνυμος εκβιαστής.

Μετά από εξέταση στο  πρώτο οι ρίζες αφαιρέθηκαν αφού είχε εγχυθεί ζιζανιοκτόνο μέσα τους και πέθαιναν, όμως οι άλλες ογδόντα περίπου παρότι είχαν τρυπηθεί στην πραγματικότητα δεν είχαν δηλητηριαστεί.

Όμως το πιο σημαντικό στοιχείο που είχε ανακαλύψει η αστυνομία, ήταν ότι ο δράστης χρησιμοποίησε μια σύριγγα για να εγχύσει το δηλητήριο. Μια τέτοια τεχνική με σύριγγα είχε χρησιμοποποιηθεί παλιότερα από παραγωγούς στην Βουργουνδία για να εγχύσουν υγρό δισουλφίδιο του άνθρακα στο έδαφος και να σώσουν τους αμπελώνες από την καταστροφική επιδρομή της φυλλοξήρας.

Μόνο που τώρα η ίδια μεθοδολογία που είχε σώσει τους αμπελώνες χρησιμοποιήθηκε για να «δολοφονήσει» τους αμπελώνες του Romanée-Conti.

Αυτούς που καλλιέργησαν πρώτα τον Μεσαίωνα οι μοναχοί επιλέγοντας  την ποικιλία Pinot Noir σε αυτό το φαινομενικά αφιλόξενο έδαφος, αφού ανακάλυψαν ότι μια στενή λωρίδα γης περίπου στα μισά της ήρεμης πλαγιάς του λόφου έβγαζε

Η σύλληψη της «σκιάς»

Οι αξιωματικοί που είχαν αναλάβει την υπόθεση είπαν στον Βιλέν να απαντήσει χωρίς να δώσει τα χρήματα και δεν τον άφησαν να πάει στο σημείο που είχε ορίσει ο δράστης στο δεύτερο σημείωμα.

Ενας πολύ στενός συνεργάτης του άφησε ένα σημείωμα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, στις 4 Φεβρουαρίου το οποίο έλεγε ότι θα πληρωθεί το ποσό που ζητάει, αλλά θα χρειαζόταν χρόνος για να συγκεντρωθεί.

Μετά από λίγες μέρες, ο συνιδιοκτήτης του Romanee-Conti έλαβε το τελευταίο γράμμα από την «σκιά» που είχε χτυπήσει τους αμπελώνες του.

Ο αποστολέας τον ευχαριστούσε για την πληρωμή και έγραψε στον Βιλέν να αφήσει τα χρήματα στο νεκροταφείο της γειτονικής πόλης Σαμπόλ- Μουσίν.  

Ο χαρτοφύλακας θα έπρεπε να αφεθεί στο ορισθέν σημείο του νεκροταφείου στις 23.00 μ.μ. στις 12 Φεβρουαρίου 2010.

Την συγκεκριμένη ημέρα ο Βιλέν είχε κανονίσει ταξίδι στην Αμερική και οι αστυνομικοί του συνέστησαν να ακολουθήσει το πρόγραμμά του, αφού ο δράστης μπορεί να ήταν ενήμερος και να υποψιαζόταν κάτι, αν έμενε στο κτήμα

Την μεταφορά των χρημάτων ανέλαβε ο Ζαν-Σαρλ Κουβελιέ αναπληρωτής διευθυντής του Domaine Romanee-Conti ένας ικανός και ψυχρός άνδρας, τον οποίο κάποιοι αποκαλούν «ο φύλακας του Ναού».

Εκείνη την νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου 2010,  αναρωτήθηκε σύμφωνα με το Vanity Fair τι θα έλεγε η γυναίκα του αν μπορούσε να τον δει, να περπαταέι σε ένα νεκροταφείο μέσα στη μαύρη νύχτα, με μια βαλίτσα γεμάτη με ένα εκατομμύριο ψεύτικα ευρώ.

Η πόλη ή καλύτερα ρο αρχαίο χωριό Σαμπόλ-Μουσινί βρίσκεται περίπου δύο μίλια βόρεια του Βοσν Ρομανέ και το νεκροταφείο βρίσκεται στα περίχωρα της πόλης. Εναι τετράγωνο, περιτριγυρισμένο από πέτρινο τοίχο και όχι πολύ μεγαλύτερο από μια δημόσια πισίνα.

Οι δώδεκα αστυνομικοί που είχαν επιστρατευθεί για την υπόθεση ήταν καλά κρυμμένοι γύρω από το νεκροταφείο  για να εντοπίσουν αυτόν ή  αυτούς που θα έρχονταν για να πάρουν τον χαρτοφύλακα.

Ανέπνεε βαριά, έτρεμε, ίδρωνε και η καρδιά του είχε ανεβάσει κατακόρυφα σφυγμούς όταν, μπήκε στο νεκροταφείο

Έριξε την τσάντα εκεί που έπρεπε, ακριβώς μέσα στην πύλη, βγήκε, μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε.

Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα όταν του τηλεφώνησε ένας αξιωματικός της αστυνομίας για να του πει δυο λέξεις: «Τον πιάσαμε».

Το τέλος της σκιάς

Ο Ομπέρ Ντε Βιλέν έμαθε το χαρμόσυνο νέο στις ΗΠΑ από τον Κουβελιέ αλλά και το όνομα του δράστη που θέλησε να δηλητηριάσει τον κορυφαίο αμπελώνα του κόσμου.

Η «σκιά» ήταν ο Ζακ Σολτί ένας πενηντάρης κακοποιός που πήγε μόνος του να πάρει τον χαρτοφύλακα και συνελήφθη διακόσια μέτρα μακριά από το νεκροταφείο. Όπως έγινε γνωστό αργότερα εκτός από τους αμπελώνες του Romanee-Conti είχε στήσει κάτι παρόμοιο και σε άλλο κτήμα της περιοχής.

Ο φάκελός του παρέπεμπε σε εγκληματία σταδιοδρομίας, αφού είχε διαπράξει μια σειρά από ένοπλες ληστείες ενώ προσπάθησε να απαγάγει άνθρωπο.

Συνολικά είχε καταδικαστεί σε τουλάχιστον 20 χρόνια φυλάκισης και μέσα στο κελί του σκέφτηκε ότι υπήρχαν ευκολότερες δουλειές, όπως ο εκβιασμός των οινοποιών.

Είχε χτίσει μια πρόχειρη καλύβα βαθιά μέσα στο δάσος πάνω από τους λόφους του Βοσν-Ρομανέ με θέα στους αμπελώνες των ονείρων του.

Στην καλύβα,η αστυνομία εντόπισε έναν υπνόσακο, έναν καναπέ, μια ζεστή πλάκα, μια αλλαγή ρούχων για εργάτη αμπελώνα,  μπαταρίες, έναν προβολέα, ένα κιτ ασύρματης διάτρησης, σύριγγες, ένα πιστόλι και πολλά μπουκάλια Rounded Killer Roundup.

Συνεργάτης ήταν ο γιος του που τον ακολούθησε στην φυλακή περιμένοντας την δίκη τους, όμως τον Ιούλιο του 2010 ο Ζακ Σολτύ κρεμάστηκε στο κελί του.

Λίγους μήνες νωρίτερα ο Βιλέν που επέστρεψε  από την Αμερική θέλησε να ευχαριστήσει τους αστυνομικούς που εξιχνίασαν την υπόθεση και τους κάλεσε για ένα γεύμα στο κτήμα.

Το φαγητό που ήταν εκλεκτά κρέατα ήταν το λιγότερο αφού ο ευγνώμων ιδιοκτήτης άνοιξε μερικά μπουκάλια του Vosne-Romanée Premier Cru του 2006μαζί με ένα μπουκάλι  από το Romanée-Conti του 1961, αφήνοντας τους καλεσμένους του άφωνους.

Το πρώτο κόστιζε 26.000 ευρώ και το δεύτερο πάνω από 15.000 ευρώ!

Ο Ματ Κράμερ έγραψε ότι όταν πίνεις ένα πολύ μεγάλο κρασί από την Βουργουνδία πρέπει να παραδεχτείς ότι υπάρχει και μια άλλη παρουσία στο σύμπαν πέρα από την δική μας.

Ο Ρόμπερτ Σλάι ένας κορυφαίος εμπειρογνώμονας του κρασιού είπε ότι ο θρυλικός αμπελώνας του Romanee-Conti είναι «ένα γραμματόσημο εδάφους στα 4,46 στρέμματα, που παράγει περίπου 500 κιβώτια ετησίως, το οποίο είναι λιγότερο από το ένα πέμπτο της παραγωγής του Château Lafite Rothschild του Μπορντό.

Τον Οκτώβριο του 2018 ένα Romanee-Conti του 1945 πωλήθηκε σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s 480.000 ευρώ, πιάνοντας τη υψηλότερη τιμή όλων των εποχών για ένα μπουκάλι κρασί, ένα από τα 600 εκείνης της χρονιάς.

Ο Ομπέρ Ντε Βιλέν είχε κάθε λόγο να χαμογελάσει μόλις το έμαθε…

 

Πηγή: protothema

Κάντε ό, τι θέλετε να κάνετε.

“Είκοσι χρόνια από τώρα θα είσαι πιο απογοητευμένος για τα πράγματα που δεν έκανες παρά για τα πράγματα που έκανες. Γι’ αυτό, λύσε τους κάβους. Σαλπάρισε μακριά από το σίγουρο λιμάνι. Εξερεύνησε, ονειρέψου, ανακάλυψε.”

Μαρκ Τουέιν

Εμβάλλω σε σκέψεις

 

ΓΝΩΜΕΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ

29 Δεκέμβριος 2020,

 

Προσπαθώντας να παρακολουθήσω τα σχετικά με το ζήτημα του εμβολιασμού για την καταπολέμηση της πανδημίας, παραμένω στην κυριολεξία άναυδος. Οι φοιτητές μου, διαχρονικά, αλλά και όσοι παρακολουθούν την αρθρογραφία μου, γνωρίζουν την επιμονή μου στο ότι ο επιστήμονας και ο ερευνητής πρέπει να διαπνέονται από ταπεινό φρόνημα. Η σύστασή μου αυτή δεν έχει κάποιον γενικό ηθικοπλαστικό χαρακτήρα. Σχετίζεται κυρίως με το ρεαλιστικό γεγονός ότι ο επιστήμονας που δεν προσεγγίζει τα πράγματα έτσι, δεν μπορεί να σχεδιάσει σωστά την έρευνά του, ούτε να ερμηνεύσει ορθά και με ακρίβεια τις παρατηρήσεις του.

Η αλαζονεία είναι πάντοτε κακός σύμβουλος.

Γίνομαι κι εγώ, όπως όλοι, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας μιας απόλυτης θέσης που με σιγουριά εκστομίζεται δημόσια από πολλούς επιστήμονες που καλούνται να τοποθετηθούν στο ζήτημα του εμβολιασμού. Εννοώ αυτούς που στα μεγάλης επιρροής μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας ρητά διακηρύσσουν ότι: τα εμβόλια για τον SARS-CoV-2 «είναι αποτελεσματικά και απόλυτα ασφαλή» ή «είναι αποτελεσματικά και εκατό στα εκατό ασφαλή».

Σαν να μην μας έφταναν οι συγκεκριμένοι, έχουμε κι άλλους που παραδέχονται αδίστακτα αυτήν τη βεβαιότητα. Δημοσιογράφοι, ιερωμένοι και άλλοι πολλοί γίνονται υπέρμαχοί της και τη διακηρύσσουν με ένταση, σιγουριά, συναισθηματική φόρτιση και πάθος. Οι εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα της ανενδοίαστης τοποθέτησης μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, και εν πολλοίς δεν παρουσιάζονται από το κυρίαρχο σύστημα των μέσων μαζικής ενημέρωσης της χώρας. Μάλιστα, ενώ οι αντικειμενικές αυτές επιστημονικές φωνές εκφράζουν αυτονόητα πράγματα, αμαυρώνονται αδίκως με γενικολογίες περί «γραφικών» και «ψεκασμένων» και ταυτίζονται αυθαίρετα με τις τοποθετήσεις κάποιων «τερατολόγων».

Για μια ακόμα φορά, συστήματα εξουσίας και «τερατολόγοι» παίζουν συνεργατικά το παιχνίδι τους, για να ακυρώσουν με προπαγανδιστικά άλματα λογικής την εύλογη διαφοροποίηση και την κριτική σε αποφάσεις της εξουσίας.

Δεν είμαι ειδικός· δεν είμαι γιατρός, άλλα κτηνίατρος. Δεν είμαι ιολόγος, ανοσολόγος ή επιδημιολόγος, αλλά παθολογονατόμος. Επιπλέον, τα ιογενή νοσήματα και τα εμβόλια δεν ανήκουν στα κύρια ερευνητικά μου ενδιαφέροντα. Η κτηνιατρική εμπειρία, ωστόσο, από αρκετά –εδώ και δεκαετίες γνωστά– σημαντικά νοσήματα των ζώων που προκαλούνται από διάφορους κορονοϊούς, δείχνει ότι το ζήτημα των εμβολίων στην περίπτωση των συγκεκριμένων ιών δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.1 Στο πλαίσιο των σύγχρονων αντιλήψεων της Συγκριτικής Ιατρικής και της Ενιαίας Υγείας, τα δεδομένα αυτά πρέπει τουλάχιστον να λαμβάνονται υπόψιν. Άλλωστε, η ανακάλυψη του εμβολιασμού βασίζεται στις μελέτες του Edward Jenner (1749-1823) στην ευλογιά των βοοειδών και του χοίρου.

Όταν ακούω, λοιπόν, να λέγεται αυτό το «απόλυτα» και το «εκατό στα εκατό» το πρώτο πράγμα που λέω ανθρωπίνως είναι «μακάρι, από το στόμα σας και στου Θεού τ’ αυτί!». Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν το εύχεται και ποιος δεν προσεύχεται γι’ αυτό; Ως επιστήμονας, όμως, προσωπικά δεν θα εκφραζόμουν ποτέ με τέτοια απόλυτη βεβαιότητα πάνω σε αυτό το ζήτημα. Αντίθετα, η τοποθέτησή μου θα ήταν για παράδειγμα η εξής: «σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί, το εμβόλιο τάδε δεν έδειξε σοβαρές παρενέργειες στο χρόνο για τον οποίο έχει ελεγχθεί που είναι τάδε μήνες». Αυτήν τη στιγμή αναφερόμαστε σε χρόνο ελέγχου-παρακολούθησης των εμβολιασθέντων που μετριέται σε μέρες ή λίγους μήνες, όχι σε χρόνο ή χρόνια. Αυτό είναι μια αναντίρρητη πραγματικότητα – δεν είναι άποψη ή αντικείμενο συζήτησης.

Επομένως, σήμερα που μιλάμε, η μόνη αποδεκτή επιστημονικά απάντηση στο ερώτημα «ποιες μπορεί να είναι και σε τι ποσοστό ενδέχεται να εμφανιστούν πιθανές μακροχρόνιες αντενδείξεις του εμβολίου κατά του SARS-CoV-2 της τάδε εταιρείας;» είναι: «δεν γνωρίζω!». Οι μακροχρόνιες αντενδείξεις όχι μόνο των εμβολίων, αλλά σχεδόν κάθε εγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής, είναι συνήθως σπάνιες, αλλά είναι μια πραγματικότητα.

Το βασικό ερώτημα πάντοτε είναι σε τι ποσοστό εμφανίζονται, ώστε να συνεκτιμηθεί σε κάθε περίπτωση το όφελος σε σχέση με τα ποσοστά και το είδος των ανεπιθύμητων επιδράσεων που προκαλούνται.

Στην έρευνα, μέχρι να παγιωθούν μετά από πολύχρονη ερευνητική δραστηριότητα κάποια ψήγματα νέας γνώσης, υπάρχουν συνεχείς αναθεωρήσεις θέσεων και απόψεων που θεωρούνταν «δεδομένες». Πάντοτε υπάρχουν αμέτρητες άγνωστες παράμετροι που μπορεί να επηρεάζουν τα αποτελέσματα μιας έρευνας. Όταν αυτές ανακαλύπτονται εκ των υστέρων, υπάρχουν ανατροπές, εκπλήξεις, και τα δεδομένα αλλάζουν.

Ο εμβολιασμός εναντίον του SARS-CoV-2 αποτελεί ουσιαστικά, αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων, μία εν εξελίξει παγκόσμια κλινική δοκιμή ερευνητικού, δηλαδή πειραματικού χαρακτήρα. Ο καθένας δικαιούται με βάση το σύνολο των παραμέτρων της δικής του περίπτωσης και τις συμβουλές που θα πάρει από τους γιατρούς που εμπιστεύεται, να αποφασίσει χωρίς άμεσους ή έμμεσους εξαναγκασμούς το αν θα εμβολιαστεί άμεσα, αργότερα ή ποτέ. Η απόφαση και η ευθύνη της συμμετοχής σε κλινική δοκιμή δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερη και ατομική.

Οι πάπες και οι πάπισσες της επιστήμης και οι υπόλοιποι που μιλούν στα κανάλια με όρους απόλυτης βεβαιότητας προφητεύοντας απόλυτους αριθμούς αποτελεσματικότητας και ασφάλειας των συγκριμένων εμβολίων, είναι προδήλως εκτός των ορίων σοβαρότητας του επιστημονικού λόγου. Ας συμβουλευτούν, τουλάχιστον, την ιστοσελίδα του ΕΟΔΥ με τίτλο «Ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον εμβολιασμό για τον κορονοϊό SARS-CoV-2», όπου οι ανάλογες γραπτές διατυπώσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές και υπεύθυνες…

In memorial

 

 

Ο έπαινος του υπουργού

Πρέπει να ήταν αρχές του καλοκαιριού του 1982 και το μεγαλύτερο θέμα του αστυνομικού ρεπορτάζ στις εφημερίδες ήταν ο δράκος της παραλιακής. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την δολοφονία μιας κοπέλας που είχε πρώτα βιαστεί κοντά στο κέντρο διασκέδασης «Νεράιδα», είχαν ακολουθήσει δε και άλλοι δυο ή τρεις φόνοι και καμία δεκαριά απόπειρες πάντα σε νεαρές κοπέλες στην παραλιακή χωρίς η αστυνομία,παρά την μεγάλη κινητοποίηση, να έχει καταφέρει να συλλάβει τον δράστη.

Ήταν το πιο μεγάλο θέμα για τις εφημερίδες αλλά και το πιο προσφιλές θέμα συζήτησης των Αθηναίων.

Φυσικό ήταν και στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας μεταξύ των υπαλλήλων ο δράκος της παραλίας να ήταν στο καθημερινό μενού.

Ο Αντώνης που πλησίαζε τα εξήντα πέντε, ήταν προϊστάμενος στο κλάδο ασφαλίσεων μεταφορών. Άνθρωπος sui generis όπως άλλωστε άρμοζε σε ένα επαγγελματία που ασχολιόταν με την λεγόμενη κορωνίδα των ασφαλίσεων όπως θεωρούνται οι ασφαλίσεις cargo. Ελάχιστοι άνθρωποι στην αγορά είχαν τις γνώσεις και την εμπειρία που τους επέτρεπε να σταδιοδρομήσουν σε αυτό τον τομέα που πρωτίστως ήταν διεθνοποιημένος.

Ο Αντώνης είχε ενοχληθεί πάρα πολύ από την δράση του δράκου και μετά την πρωινή καλημέρα στους συναδέλφους του, η επόμενη κουβέντα του ήταν αν υπάρχει κάποιο νέο για την σύλληψη αυτού του καθάρματος όπως χαρακτηριστικά το αποκαλούσε. Το έντονο ενδιαφέρον του Αντώνη είχε την εξήγηση του μάλλον στο πρόσωπο της μοναχοκόρης του. Το κορίτσι ήταν στην τελευταία τάξη του Λυκείου, την υπεραγαπούσε ο Αντώνης, το σπιτι τους μάλιστα ήταν κοντά στο τόπο που δρούσε ο δράκος και φαίνεται πως στο μυαλό του είχε καλλιεργήσει το σενάριο πως η κόρη του μπορεί να είναι ένα από τα θύματα του δράκου.

Δίπλα στο γραφείο του Αντώνη ήταν το γραφείο του Βασίλη προϊσταμένου του κλάδου αστικής ευθύνης και γενικών ατυχημάτων. Ο Βασίλης γερμανοτραφής, γύρω στα σαράντα, με καταγωγή από την Πάτρα του άρεσε υπερβολικά να στήνει διάφορες πλάκες που πολλές φορές υπερέβαιναν τα ανεκτά όρια.

Ο Βασίλης σε καθημερινή βάση ήταν αποδέκτης των ανησυχιών του Αντώνη για την εξέλιξη των γεγονότων της παραλιακής. Ένα πρωινό μάλιστα του ανέφερε πως πήγε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και προσφέρθηκε να συνδράμει το έργο της αστυνομίας για την σύλληψη του καθάρματος. «Μπορώ να έλθω περιπολία μαζί σας» τους είπα . Με προσποιητό ενδιαφέρον τον ρωτά ο Βασίλης: « το δέχθηκαν ;» «Όχι αλλά επέμενα και τελικά κράτησαν τα στοιχεία μου και μου είπαν πως αν θέλουν βοήθεια θα με φωνάξουν»

Το επόμενο Σαββατοκύριακο ο δράκος ξαναχτύπησε αλλά είχε αλλάξει στέκι. Είχε μετακομίσει στα βόρεια προάστια ευτυχώς το θύμα του, μια νεαρή δέκα έξι χρόνων, κατάφερε και ξέφυγε την τελευταία στιγμή.

Ο Αντώνης την Δευτέρα το πρωί έξαλλος για την ανεπάρκεια της αστυνομίας στο γραφείο του Βασίλη να φωνάζει και να ωρύεται. «Βασίλη σήμερα θα ξαναπάω στην αστυνομία και θα επιμείνω να με πάρουν εθελοντή στην καταδίωξη του κτήνους, μήπως θέλεις να έλθεις και συ;» Ο Βασίλης τεχνηέντως το αρνήθηκε χωρίς όμως να αποτρέψει τον Αντώνη να πάει στην Αστυνομία.

Την επόμενη βδομάδα ο Βασίλης τηλεφωνεί στον Αντώνη και με αλλοιωμένη φωνή του συστήνεται ως γραμματέας του υπουργού Δημόσιας τάξεως του Γιάννη Σκουλαρίκη και του ανακοινώνει πως ο υπουργός πληροφορήθηκε ότι προσφέρθηκε να βοηθήσει στην σύλληψη του δράκου. Εντυπωσιάστηκε από την πράξη του και θέλει να τον γνωρίσει, να τον ευχαριστήσει και να του αποδώσει ένα έπαινο για την συγκεκριμένη πρωτοβουλία την οποία θεωρεί πατριωτική. “Μακάρι και άλλοι πολίτες να λειτουργούν όπως εσύ κύριε Αντώνη” συνεχίζει με άνεση ο Βασίλης να το παίζει γραμματέας. “Σε παρακαλεί ο υπουργός αύριο δώδεκα και μισή να είστε εδώ,στο υπουργείο, θα σας περιμένει ο υπουργός” ήταν τα τελευταία λόγια του Βασίλη που υποδυόταν άριστα τον ιδιαίτερο του υπουργού .

Δεν πρόλαβε να κλείσει το τηλέφωνο και ορμά στο γραφείο του ο Αντώνης πανευτυχής.

«Βασίλη με φώναξε ο υπουργός! αύριο το μεσημέρι θα πάω στο γραφείο του!»

Ο Βασίλης κάνοντας τον αδιάφορο : «ποιος υπουργός; τι είναι αυτά που λες;»

Ο Αντώνης μες τη χαρά άρχισε να επαναλαμβάνει όλη την στιχομυθία με τον υποτιθέμενο γραμματέα και ο Βασίλης μειδιώντας κάτω από το παχύ μουστάκι του να του επαναλαμβάνει:”μπράβο Αντώνη, μπράβο Αντώνη!”

Την επόμενη μέρα γύρω στη μια και μισή ο Αντώνης βλοσυρός διασχίζει σχεδόν τρέχοντας την μεγάλη αίθουσα και ορμά στο γραφείο του Βασίλη ορυώμενος:

Πατρινέ θα σε σκοτώσω με ρεζίλεψες …

(Από χθες ο Βασίλης ξανάσμιξε με τον Αντώνη και τώρα τις πλάκες εκεί πάνω θα τις κάνει μάλλον ο Αντώνης ως παλιότερος και γνώστης των εκεί κρατούντων ….

Αιώνια η μνήμη τους).

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο (υπό έκδοση) : “εμπειριών το ανάγνωσμα” του Κ. Μ.

Δυστυχώς ο Βασίλης δεν είναι πια μαζί μας. Στο άκουσμα του θανάτου του νόμισα ότι μάλλον είναι κάποια πλάκα από αυτές που συνήθιζε να κάνει αλλά εδώ την πλάκα την έκανε κάποιος ΑΛΛΟΣ που δεν αστειεύεται…

Καλό ταξίδι σύντροφε Οζάλ..

Κ Μ

Ο Βασίλης Μπάρλος είναι τρίτος από αριστερά με συναδέλφους του της Interamerican στην Ερμιόνη. Δεύτερος είναι ο Τάσος Παππαγιανόπουλος και προτελευταίος ο Παναγιώτης Σκόντζος, που και αυτοί μας αποχαιρέτησαν πρόσφατα ..