Πάσχα Ρωμέικο

Για ανάγνωση το Σαββατοκύριακο…

ΑΛΈΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΆΝΤΗΣ

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Πάσχα Ρωμέικο» πρωτοδημοσιεύτηκε στις 10 Απριλίου 1891 στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον», με τον υπότιτλο «σύγχρονος ηθογραφία».

Το πρώτο αθηναϊκό διήγημα του Παπαδιαμάντη, έχει ως ήρωα ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον φιλόθρησκο και φιλέορτο Κερκυραίο μπαρμπα-Πίπη, φίλο και συμπότη του συγγραφέα στα μπακάλικα του Ψυρρή.

Ο μπάρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς. 
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν “η εφτακρατόρισσα της Αούστριας”. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). 
Είχε γνωρίσει επίσης τον “Σόλωμο” (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα: 

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον Έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους. 
«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ’ η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ’ ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την διαφοράν. 
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρεν τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ… ως ε ν ά ν τ ι ο ς υψίστοις». Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ε ν ά ν τ ι ο ς, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος… ως ε ν ά ν τ ι ο ς υψίστοις!» 
Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών.Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου… 

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 1889 περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κι έκαμνεν οικονομίαν. 
Αλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας. 
Ήτο ο μπάρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Χριστός ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κι ευφρανθή η ψυχή του. 
Και όμως ήτο… δυτικός! 
Ο μπάρμπα-Πίπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πίπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί. 
Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα. 
Ο μπάρμπα-Πίπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πίπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. 

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς. 
Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. 
Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον. 
Ο μπάρμπα-Πόπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κι έκραξεν εναγωνίως· 
– Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις… 
Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν,ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην. 
– Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν. 
– Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πίπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου. 
– Και δεν πας αλλού να το φουμάρεις, ρε; απήντησεν αναιδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου! 
– Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα; 
– Δεν ξέρω ‘γω απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’ άλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες. 
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. 
Ο μπάρμπα-Πίπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν. 
– Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα. 
Ο χωρικός εκάγχασε. 
– Στον Περαία; στον Άη-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι; 
– Απ’ την Αθήνα. 
– Απ’ την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίες, ν’ ακούσης Ανάσταση; 
– Έχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πίπης. 
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν· είτα επανέλαβε· 
– Να φχαριστάς, καημένε… 
Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του. 
– Να φχαριστάς, καημένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα! 
Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν. 
– Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε…δεν κάνεις καλά να με παίρνης για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κι επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά. 
– Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε… 
Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κι έγινεν άφαντος. 
Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. 

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πίπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο.
Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η Σφαγή στο Δήλεσι

Ένα από τα πιο θλιβερά γεγονότα στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, που οδήγησε στον διεθνή διασυρμό της χώρας.

Οι ληστές οδηγούνται στην Αθήνα για να δικαστούν

Οι ληστές οδηγούνται στην Αθήνα για να δικαστούνnull

Ένα από τα πιο θλιβερά γεγονότα στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους, που οδήγησε στον διεθνή διασυρμό της χώρας.

Κατά τη μετεπαναστατική περίοδο, η ληστεία βρισκόταν σε έξαρση, παρά τα διάφορα μέτρα που είχαν πάρει οι κυβερνήσεις για την εξουδετέρωσή της. Το αραιοκατοίκητο της υπαίθρου, η ανεπαρκής αστυνόμευση, η χαλαρή φύλαξη των ελληνοτουρκικών συνόρων και η πολιτική ασυλία κάποιων ληστών, συνέβαλαν στη διατήρηση του φαινομένου καθ’ όλο τον 19ο αιώνα.

Στις 30 Μαρτίου 1870 μία ομάδα άγγλων περιηγητών και διπλωματικών ξεκίνησαν για μια επίσκεψη στο Μαραθώνα, συνοδευόμενοι από άνδρες της Χωροφυλακής. Την αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο νεαρός φίλος τους Φρέντερικ Βάινερ, ο δικηγόρος Έντουαρντ Λόιντ, ο τρίτος γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα Έντουαρντ Χέρμπερτ και ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα, κόμης Αλμπέρτο ντε Μπόιλ, που προστέθηκε την τελευταία στιγμή στη συντροφιά. Όλα κυλούσαν ομαλά, όταν στο ταξίδι της επιστροφής οι εκδρομείς έπεσαν σε ενέδρα που τους είχε στήσει η πολυπληθής συμμορία των αδελφών Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη κοντά στο Πικέρμι. Οι συνοδοί χωροφύλακες εξουδετερώθηκαν εύκολα και η ομάδα των περιηγητών βρέθηκε στα χέρια των Αρβανιτάκηδων.

Ο Τάκος Αρβανιτάκης, που ήταν αρχηγός της συμμορίας, διαμήνυσε στην κυβέρνηση του Θρασύβουλου Ζαΐμη τις απαιτήσεις της, που ήταν λύτρα 50.000 και χορήγηση αμνηστίας. Κι ενώ η αγγλική πρεσβεία δέχθηκε τους όρους των απαγωγέων, η κυβέρνηση ήταν αντίθετη. Ο Υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος υποστήριξε ότι οποιαδήποτε υποχώρηση στις αξιώσεις των συμμοριτών θα αποτελούσε απαράδεκτο εξευτελισμό της χώρας. Συν τοις άλλοις, επικαλέσθηκε και συνταγματικό κώλυμα για τη χορήγηση αμνηστίας, για να λάβει ειρωνική απάντηση από αξιωματούχο του Φόρειν Όφις: «Δεν θα ηδυνάμην να παραδεχθώ ως ισχυράν την αντίρρησιν περί του αντισυνταγματικού της αμνηστίας. Το Ελληνικό Σύνταγμα έχει παραβιασθή ούτω συχνά παρά της κυβερνήσεως, ώστε δεν θα ηδυνάμην να δώσω προσοχήν εις πρόφασιν στηριζομένην επί τοιαύτης δικαιολογίας».

Η καθυστέρηση της κυβερνητικής απάντησης εξόργισε τους απαγωγείς και ο λόρδος Μάνκαστερ, ένας από τους ομήρους, ζήτησε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αθήνα για να συγκεντρώσει το ποσό των λύτρων και να φροντίσει για τη χορήγηση αμνηστίας. Ο άγγλος ευγενής έφθασε στην Αθήνα, αλλά η κυβέρνηση παρέμενε ανυποχώρητη και μάλιστα ανέλαβε δράση, στέλνοντας στρατιωτικό απόσπασμα για την ανακάλυψη και τη σύλληψη των απαγωγέων.

Οι Αρβανιτάκηδες, που γνώριζαν πολύ καλά τα κατατόπια της Αττικής, διέφυγαν διαμέσου της Πεντέλης και της Πάρνηθας και κατέφυγαν στον Ωρωπό, αφού πρώτα είχαν απελευθερώσει τις γυναίκες. Από εκεί διαμήνυσαν στην κυβέρνηση ότι αν συνεχιζόταν η καταδίωξη θα αναγκάζονταν να σκοτώσουν τους αιχμαλώτους. Ο Σούτσος, που είχε το γενικό πρόσταγμα από κυβερνητικής πλευράς, το μόνο που συζητούσε τώρα ήταν η άνευ όρων απελευθέρωση των απαχθέντων και η ευνοϊκή μεταχείριση των απαγωγέων. Παράλληλα, στρατιωτικά αποσπάσματα προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν τους συμμορίτες στην Αττική για να μην διαφύγουν προς τα ελληνοτουρκικά σύνορα, που τότε βρίσκονταν λίγο πάνω από τη Λαμία.

Στις 9 Απριλίου 1870 οι άνδρες ενός αποσπάσματος ήλθαν πρόσωπο με το πρόσωπο με τους Αρβανιτάκηδες στο Δήλεσι, παραθαλάσσια περιοχή βόρεια του Ωρωπού. Αυτοί σκότωσαν τους τέσσερις ομήρους και στη συνέχεια προσπάθησαν να διαφύγουν. Από τους πυροβολισμούς που ακολούθησαν, μόνο ο Τάκος Αρβανιτάκης κατόρθωσε να διαφύγει. 20 άνδρες του σκοτώθηκαν επί τόπου, ανάμέσά τους και ο αδελφός του Χρήστος και εννέα συνελήφθησαν για να καταδικασθούν αργότερα σε θάνατο και να εκτελεσθούν.

Το ρεζιλίκι για τη χώρα μας ήταν μεγάλο και το γόητρό της καταρρακώθηκε. Ο ευρωπαϊκός Τύπος έκανε λόγο για «χώρα ημιβαρβάρων», «φωλεά ληστών και πειρατών», και χαρακτήρισε την Ελλάδα «εντροπή για τον πολιτισμό», που «τίθενται εκτός του κύκλου των πολιτισμένων κρατών». Κάποιοι άγγλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι «αι ληστείαι αποφασίζονται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα», υπονοώντας σχέση των ληστών με την πολιτική εξουσία, ενώ κάποιοι άλλοι ζήτησαν στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα.

Την κατάσταση έσωσε ο φιλέλληνας υπουργός Εξωτερικών Γλάδστων και οι πρεσβευτές της Ρωσίας και των ΗΠΑ, που υποστήριξαν τις ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης. Τελικά, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εκφράσει τη λύπη της στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ιταλίας και να καταβάλει σε καθεμία από τις οικογένειες των θυμάτων το ποσό των 22.000 λιρών.
Πηγή: https://www.sansimera.gr

Παιδεία

«Πέρα από την εγκύκλια παιδεία, πιο σημαντική είναι η ευρύτερη καλλιέργεια και κουλτούρα κάθε ανθρώπου. Τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά δεν σου εξασφαλίζουν ότι έχεις παιδεία. Η παιδεία ξεκινά μέσα από την οικογένεια, από τα ‘μαθήματα’ που θα πάρει το παιδί πρακτικά, δια της μίμησης και του παραδείγματος, από τη μητέρα του και τον πατέρα του, και μετά έρχεται το σχολείο. Αυτά που υποφέρει σήμερα η Ελλάδα είναι αποτέλεσμα ελλειμματικής παιδείας, σε όλα τα επίπεδα»

Ν.Νανόπουλος αστροφυσικός

Ζεσταίνουν τους αμπελώνες για να σώσουν τη σοδειά!

Οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί ανάβουν κεριά και καίνε δέματα από άχυρο στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τους αμπελώνες τους από τον παγετό της άνοιξης, με την πρόβλεψη για πιο κρύες νύχτες αυτήν την εβδομάδα να αυξάνει τον φόβο σοβαρών ζημιών και απώλειας παραγωγής.

Οι θερμοκρασίες έπεσαν στους -5 ° C όλη τη νύχτα σε περιοχές παραγωγής κρασιού, συμπεριλαμβανομένου του Chablis, της Βουργουνδίας και του Μπορντό, οι οποίες θα μπορούσαν να βλάψουν τους βλαστούς που έχουν ήδη αναπτυχθεί λόγω του προηγούμενου ήπιου καιρού.

Έξω από το Chablis, γνωστό σε όλο τον κόσμο για το φρουτώδες, όξινο λευκό κρασί του, βγαίνει μια βαθιά πορτοκαλί λάμψη από δεκάδες χιλιάδες κεριά κρεμασμένα πάνω από τους αμπελώνες τις πρώτες πρωινές ώρες.

Ο οινοποιός Λώρενς Πίνσον είπε ότι είχε βάλει περίπου 300 έως 600 μεγάλα κεριά – να καίνε σε δοχεία παραφίνης – κατά μήκος των 14 εκταρίων με αμπέλια.

«Η συγκομιδή διακυβεύεται για λίγες νύχτες – μία, δύο ή τρεις νύχτες – και αν δεν έχουμε συγκομιδή, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πωλήσεις, ούτε κρασί για τους καταναλωτές», δήλωσε ο Πίνσον στο Reuters.

Αν και ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί η ζημία, οι παραγωγοί δήλωσαν ότι θεωρείται αναπόφευκτο.

«Θα είναι επίσης κρύο για μια νύχτα από σήμερα έως αύριο, οπότε υπάρχει μεγάλη ανησυχία», δήλωσε ο Κριστόφ Σατό, από την ομάδα παραγωγών κρασιού CIVB του Μπορντό. «Με δύο συνεχόμενες νύχτες υπάρχει κίνδυνος να καταστραφεί ο αμπελώνας».

Οι οινοπαραγωγοί έβαλαν επίσης να σιγοκαίνε μπάλες από άχυρο για να παρέχουν ένα προπέτασμα καπνού ώστε να αποτρέψουν τον πρώιμο ήλιο να κάψει παγωμένους βλαστούς. Επίσης ψέκασαν με νερό πάνω από τα αμπέλια με σκοπό ο πάγος που σχηματίζει να τα προστατεύει από το πάγωμα. Ταυτόχρονα εγκατέστησαν θερμάστρες και πύργους ανέμου που αναμιγνύουν τον κρύο αέρα κοντά στο έδαφος με τον θερμότερο αέρα που βρίκεται πιο ψηλά.

REUTERS/PASCAL ROSSIGNOL

Το φαινόμενο του ανοιξιάτικου παγετού έχει έρθει νωρίτερα φέτος, τον Απρίλιο, και όχι στις αρχές Μαΐου που συνέβαινε πριν από 20-25 χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι η πτώση των θερμοκρασιών μπορεί να είναι μεγαλύτερη, είπε ο Πίνσον, και πρόσθεσε: «Έτσι, αντί για θερμοκρασίες -1 ° C έως -2 ° C, μπορεί να δούμε παγετούς στους -4 ° C, -5 ° C, -6 ° C ή ακόμα περισσότερο σε ορισμένες περιοχές».

Το 2017 ο παγετός οδήγησε στη χαμηλότερη ιστορικά παραγωγή κρασιού στη Γαλλία, ενώ μειωμένη ήταν η παραγωγή και το 2019 αλλά και το 2020.

Πηγή: naftemporikigr

Το καψώνι του Τούρκου προέδρου στην πρόεδρο της Κομισιόν

Το καψώνι του Τούρκου προέδρου στην πρόεδρο της Κομισιόν, έχει παράδοση 500 χρόνων, που οι ανιστόρητοι των Βρυξελλών και η Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν φαίνεται να αγνοούν, ή να μην θέλουν να γνωρίζουν. Δεν είναι τυχαίο ούτε παράλειψη του διπλωματικού πρωτοκόλλου, το ότι είχαν δύο αντί τρείς καρέκλες στην αίθουσα συναντήσεων. Χωρίς να παραβλέψουμε τη συμπεριφορά του Σαρλ Μισέλ.
Παραθέτω:
Ένας πρέσβης του Κάρολου Κουίντου, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1550-1558), κλήθηκε για διαβουλεύσεις από τον Αυτοκράτορα των Τούρκων Σουλεϋμάν. Όταν μπήκε στην αίθουσα των συναντήσεων, παρατήρησε ότι δεν υπήρχε κάθισμα για τον ίδιο, κάτι που δεν ήταν τυχαίο αλλά ηθελημένο θέλοντας να τον κρατήσουν όρθιο για να τον υποτιμήσουν. Αμέσως έβγαλε το πανωφόρι του, το πέταξε στο πάτωμα και κάθισε επάνω. Η ιστορία λέει πως στις διαπραγματεύσεις ήταν άψογος γεγονός που αναγνώρισε και ο τούρκος αυτοκράτορας. ‘Οταν τελείωσε η συνάντηση σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να πάρει το πανωφόρι του, ενώ όταν του το θύμισαν για να το πάρει, ο πρέσβης απήντησε : ” οι Πρέσβεις του βασιλιά δεν συνηθίζουν να παίρνουν τα καθίσματα μαζί τους”

Η Τουρκία, ο άρρωστος της Ευρώπης σύμφωνα με τους ιστορικούς του 19ου και 20ου αιώνα δεν έχει αλλάξει.

Η Γερμανίδα Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, στη χώρα της οποίας ήταν αυτοκράτορας ο Κάρολος Κουίντος και ο “Κάρολος” Μισέλ ο οποίος έχει το ίδιο επώνυμο με τον αυτοκράτορα Κάρολο Κουίντο, η χώρα του οποίου ανήκε στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στην οποία είχε βασιλέψει ο Κάρολος Κουίντος, θα έπρεπε να είχαν διδαχτεί αυτά τα περιστατικά, όπως και οι πρέσβεις των χωρών της Ε.Ε. για να μην τους κάνουν οι τούρκοι τα ίδια χουνέρια που κάνουν εδώ και 500 χρόνια. Ιστορίες όπως αυτή αλλά και άλλες πολλές θα έπρεπε να διδάσκονται στις διπλωματικές ακαδημίες… Η ιστορία αυτή είναι στη σελίδα 32 ενός βιβλίου στην κατοχή μου στη γαλλική γλώσσα “Λεξικό Εγκυκλοπαιδικό Ανεκδότων” Παρίσι 1929

Τα χαιρετίσματά μου στην Ευρωπαϊκή και Ελληνική Διπλωματία, με τις υγείες τους και πάντα τέτοια.

Giorgio petsotas