


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/87/78
© SanSimera.gr
ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
στον Θανάση Χασιακή
Πλησίαζε Πάσχα κι είχαν αρχίσει να έρχονται από τον Πύργο στο χωριό, οι χοντρέμποροι για ν’ αγοράσουν αρνιά. Όταν αυτοί κινούσαν για τα ορεινά, με κάτι γκρανκάσες, έφερναν μαζί τους και μπουλούκια· χαλκιάδες και πρώην τσαμπάσηδες από την Μπαρμπάσαινα, φορτωμένους με κάτι μαυρομάνικα χασαπομάχαιρα.
Ήταν οι «μακελλάρηδες» και τους έφερναν μαζί τους για να σφάξουν τα αρνιά, που ήθελαν να τα στείλουν έτοιμα στον Πύργο. Φτάνοντας στο χωριό, έσφαζαν όλη τη μέρα. Βέλαζε το χωριό ολόκληρο, καθώς η λεπίδα του μαχαιριού, άγγιζε το λαιμό τον αθώων ζώων.
Αυτή η αναστάτωση άρχιζε τη Μεγάλη Δευτέρα και τέλειωνε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Εκείνη τη χρονιά ήταν μια Άνοιξη ανεπανάληπτη. Η εκτροφή αμνών, είχε ξεπεράσει κάθε πρόβλεψη. Τώρα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν τις τιμές που θα έδινε ο έμπορας. Μπήκε η Μεγάλη Δευτέρα και στην Ντρόκλα, ακούστηκε ο παρατεταμένος ήχος μιας κόρνας, σημάδι ότι έφτανε η πρώτη γκρανκάσα με τον κρεατέμπορα.
Πάντοτε ερχόταν πρώτος, ένας Νικολόπουλος. Όσο μπόι του έλειπε, άλλο τόσο ήταν ικανός στα παζάρια. Μπήκε στο χωριό, κατέβηκε από το παλιό φορτηγό και πίσω του πήδηξαν από την καρότσα οι «χαλκιάδες» φορτωμένοι με τα μαχαίρια και τους μπαλτάδες, σαν πεχλιβάνηδες. Όλοι μαζί πήγαν στου Μπάμπη και παράγγειλαν τσίπουρα…
Ο Νικολόπουλος, πήγε στην Κάτω Ρούγα, να προλάβει τους άλλους εμπόρους κι άρχισε να κάνει τα παζάρια του. Οι συμφωνίες που έκανε αυτός δεν άλλαζαν. Ήταν το «χρηματιστήριο» των αγοραπωλησιών. Μετά την πρώτη αγορά, άρχιζε η σφαγή.
Στην Κάτω Ρούγα, εκεί που τέλειωνε το χωριό, πάνω στο τελευταίο πλάτωμα πριν το ρέμα του Χαρατσάρι, ήταν μια μεγάλη βελανιδιά. Στον ίσκιο της άρχιζε ο θρήνος! Ένα κλάμα. Καθώς τα ζωάκια, αντιλαμβάνονταν την τύχη τους, το άγχος του θανάτου εισέβαλε χωρίς καμιά λύπη, στην ψυχούλα τους. Ύστερα, το κλάμα αυτό, απλωνόταν στη λαμπερή ατμόσφαιρα πάνω απ’ όλο το χωριό, σαν το λεπίδι άγγιζε το λαιμό των αθώων και τρυφερών αυτών ψυχών. Το αίμα που έτρεχε σαν ρύακας, γινόταν μαύρο και ξεραινόταν εκεί στο πλάι. Γύρω του μαζεύονταν ένα σωρό έντομα κι επί μήνες, εκεί, όλος ο τόπος μύριζε θάνατο, μέχρι να ’ρθουν οι φθινοπωρινές μπόρες και να τον ξεπλύνουν.
Οι χαλκιάδες είχαν πιάσει δουλειά. Πλάι τους, μπουκάλες με τσίπουρο. Πίνοντας, μαλάκωναν την αγριάδα, από το αθώο αίμα, που φόρτωνε μέσα στο μάτι τους. Σφάζοντας αγρίευαν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Έσφαζαν ασταμάτητα, χωρίς λύπηση. Ένας από δαύτους, ο περίφημος Γιδόχαρος, ήταν ο πιο δεξιοτέχνης. Ψηλός, λεπτός, με δέρμα σταρένιο, ξανθά μαλλιά και μάτια τσακίρικα. πάντοτε σοβαρός κι αγέλαστος. Αυτός, με μεγάλη επιδεξιότητα, έκανε στον ίδιο χρόνο διπλάσια δουλειά. Σιγοσφύριζε έναν απροσδιόριστο σκοπό, κι όταν η λάμα του μαχαιριού, ακουμπούσε το λαιμό του ζώου, τότε, μισόκλεινε τα μάτια μ’ αποστροφή. Από δίπλα, ντάνιαζαν τα τομάρια.
Το βράδυ τα φόρτωναν στη γκρανκάσα και μαζί με τ’ αρνιά και τα έστελναν στον Πύργο. Εκεί, ξεφόρτωναν τα αρνιά και τα τομάρια τα έστελναν στα βυρσοδεψεία, στα Ταμπάχανα της Πάτρας. Μόλις η μέρα σωνόταν και έμπαινε στη θέση της στο σκοτάδι, μαζεύονταν όλοι στο μαγαζί του Μπάμπη.
Εκεί έβαναν στην τσόχα, τον κάματό τους, τον οποίο, ο Νικολόπουλος τους κατέβαλε αυθημερόν. Στο χαρτί ήταν άσσοι! Άρχισαν να παίζουν «Θανάση» ή 21, κι όπως ήταν μανούλες στα χαρτιά, έγδυναν στην κυριολεξία, εκείνους τους χωρικούς, που είχαν την απρονοησία να εμπιστευτούν τις ικανότητες και την τύχη τους στα χαρτιά. Μια τέτοια επική χαρτοπαιξία έγινε κι εκείνη τη χρονιά.
Το παιχνίδι άρχισε όταν στο καφενείο μπήκε στον καφενέ ο Γιδόχαρος αμίλητος, μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται απ’ τα χείλη του. Μια παρέα, πέντε έξι γύφτοι και χωρικοί είχαν πάρει θέσεις γύρω από ένα τραπέζι. Ο μπάρμπα Κώτσος Πατζούρης, ο Ντίνος Περαμερίτης, ο Σταύρος Μιχαλόπουλος και τρεις γύφτοι. Πλησίασε ο Γιδόχαρος αμίλητος και πήρε θέση. Στο τέλος έμειναν δύο. Ο Γιδόχαρος και ο μπάρμπα Κώτσος Πατζούρης. Χτυπήθηκαν άγρια. Η τύχη όμως ευνόησε τον Γιδόχαρο. Μάζεψε όλο το χαρτί. Ο μπάρμπα Κώτσος με δυσκολία έκρυβε τον εκνευρισμό του. Σα να φάνηκε ένα υγρό παράπονο στις άκριες των ματιών του.
Δανείστηκε χρήματα δύο φορές από τον Μπάμπη κι όταν τα έχασε κι αυτά, είπε ατάραχος: «Συνεχίζουμε». «Τα λεφτά σου μπάρμπα Κώτσο», είπε ψυχρά ο Γιδόχαρος. «Τελευταία γύρα απάντησε εκείνος, τελευταία γύρα. Παίζω το αρνί…». Ο Γιδόχαρος, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του, ήπιε μια γουλιά μέντα έριξε μια ματιά αδιάφορη γύρω κι αμίλητος έκανε χαρτί. Ο μπάρμπα Κώτσος πόνταρε το αρνί. Η τύχη δε γύρισε. Το έχασε κι αυτό! Για μερικά λεπτά έπεσε σιωπή στο μαγαζί. Ο Γιδόχαρος μετρούσε τα χρήματα τάχα μου αδιάφορος. Ύστερα σηκώθηκαν. Ο μπάρμπα Κώτσος, είπε εκνευρισμένος: «Έλα. Πάμε στο μύλο να το πάρεις». Διέσχισαν όλη τη σιωπή του καφενέ. Οι θαμώνες κοίταζαν στο πάτωμα. Βγήκαν έξω. Ο μύλος του μπάρμπα Κώτσου σκοτεινός, στεκόταν λίγο πιο πέρα. Στο δρόμο ερημιά. Στάθηκαν ανάμεσα στη μάντρα του Παμεινώντα και τον μύλο. Ο μπάρμπα Κώτσος άνοιξε. Ξεκρέμασε το σφαχτάρι από το τσιγκέλι. Το έδωσε του Γιδόχαρου και είπε: «Πάρτο. Καλή Ανάσταση…». Ύστερα του γύρισε την πλάτη, και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του μύλου.
Ο Γιδόχαρος φορτώθηκε στην πλάτη το αρνί και τον κατάπιε η νύχτα. Ο μπάρμπα Κώτσος πήγε πίσω, στη μηχανή του μύλου· άναψε τσιγάρο, κάθισε σ’ ένα σκαμνί και σκέφτηκε τα παιδιά του. Κοίταζε συνέχεια κατά το τσιγκέλι που το φώτιζε μια φέτα φως του φεγγαριού. Άψυχο πλάι στην πόρτα. Σκεφτόταν, τί δικαιολογία να πει στη γυναίκα του. Δεν χωρούσε στο μυαλό του η αποκοτιά που έκανε. Κάπνισε το τσιγάρο του κι ύστερα, το πήρε απόφαση να πάει στο σπίτι. Βρήκε μια προσωρινή δικαιολογία. Ότι ξέχασε ξεκλείδωτο το μύλο και κάποιος μπήκε μέσα κι έκλεψε το αρνί. Ανέβηκε τη σκάλα. Άνοιξε την πορτοπούλα και μπήκε μέσα με το κεφάλι. Στη μέση του μαγερειού, είδε με έκπληξη τη γυναίκα του, να προετοιμάζει το αρνί για την αυριανή και τα δυο μεγάλα παιδιά να την βοηθάνε. Η γυναίκα, χωρίς να τον κοιτάξει, είπε: «Είναι λίγο παχύ φέτο το αρνί, άντρα μου. Έδωκα μια κουλούρα στον μαύρο Γιδόχαρο, που το ’φερε από το μύλο. Είπε ότι ο πατέρας του απόθανε. Ο Θεός να τον αναπάψει. Τον παρακάλεσα, να κάτσει, να κάνουμε Ανάσταση μαζί. Μου είπε: ευχαριστώ θεια, αλλά φεύγω· η νύχτα είναι αφέγγαρη. Θα πάω με τα πόδια μέχρι τη Μπαρμπάσαινα χωρίς αποκοπή, τι με καρτεράει η φαμελιά μου, για να κάνουμε παρέα Λαμπρή».
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε στη Νεμούτα Ηλείας, το 1954 από την οποία εκπατρίστηκε το 1958, ακολουθώντας την οικογένειά του, στην Αθήνα, ως εσωτερικός μετανάστης. Σπούδασε Ιστορία-Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes–Bolyai του Cluj Napoca τhς Ρουμανίας και είναι πτυχιούχος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως υπάλληλος διάφορων εκδοτικών οίκων και ως Φιλόλογος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Δημοσίευσε τις συλλογές ποιημάτων Ομίχλη πέτρινη (Ηριδανός, 1986) Σκυθικές Ερημίες (Κολωνός, 1996), Σιγή Ασυρμάτου (Κολωνός, 2005), Κλίνη Σπόρου, Καλή (Οροπέδιο 2010) και Το φράγμα της μνήμης, (Οροπέδιο 2017). Ακόμη την συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, (Κίχλη 2018), για το οποίο βραβεύτηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, το 2019. Επιμελήθηκε το αφιέρωμα στη Ρουμανική Λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία», τεύχος 16ο, Απρίλιος 1982. Το 1984, οργάνωσε και παρουσίασε στο Ρουμανικό αναγνωστικό κοινό, την ανθολογία νεοελληνικής ποίησης με τον τίτλο 42 Poeti grecii contemporani, (42 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές) Editura DACIA, Cluj Napoca, Ρουμανίας. Το 1996 επιμελήθηκε το θέμα του περιοδικού Πλανόδιον τεύχος 24ο, το αφιερωμένο στον Ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Από το 2006 εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο.
Πηγή : www.paratiritis-news.gr [ https://www.paratiritis-news.gr/politismos/paschalini-istoria/ ]





Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χρήστος Λαδάς
Μεσούντος του Εμφυλίου Πολέμου, ο 22χρονος κομουνιστής Ευστράτιος Μουτσογιάννης δολοφονεί, την Πρωτομαγιά του 1948, τον υπουργό Δικαιοσύνης Χρήστο Λαδά, έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (Καρύτση), στο κέντρο της Αθήνας.
Ο 57χρονος Χρήστος Λαδάς ήταν δικηγόρος κι εκλεγόταν βουλευτής επί σειρά ετών με τη σημαία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου είχε υπερασπιστεί στα δικαστήρια κομουνιστές, που κατηγορούνταν για εσχάτη προδοσία εξαιτίας της θέσης του ΚΚΕ για αυτονόμηση της Μακεδονίας.
Προπολεμικά είχε διατελέσει υφυπουργός Συγκοινωνίας (1930-1932), σε μία από τις κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ορκίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση συνεργασίας «Λαϊκών» και «Φιλελευθέρων» με πρωθυπουργό τον βετεράνο φιλελεύθερο πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Στόχος αυτού του κυβερνητικού σχήματος, που είχε τις ευλογίες των Αμερικανών, ήταν η εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν και η συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.
Ο Λαδάς κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης υπήρξε απηνής διώκτης των κομουνιστών. Εισηγήθηκε τον νόμο 509/47 «Περὶ μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»», που έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα εκατοντάδες κομουνιστές, ενώ ο ίδιος είχε βάλει την υπογραφή του για την εκτέλεση σημαντικού αριθμού κομουνιστών. Έτσι, ο αιγινήτης πολιτικός είχε μπει στο στόχαστρο του ΚΚΕ.
Η κηδεία του Χρήστου ΛαδάΤο πρωί του Μεγάλο Σαββάτου, ημέρα της Πρωτομαγιάς, ο Χρήστος Λαδάς εξήλθε της οικίας του και μετέβη τον παρακείμενο ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (Καρύτση), όπου τελούνταν η λειτουργία της Πρώτης Ανάστασης, για να ανάψει ένα κερί. Μόλις εκτέλεσε το θρησκευτικό του καθήκον βγήκε από την εκκλησία και κατευθύνθηκε στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητό του, μία μαύρη αμερικανική λιμουζίνα μάρκας «Μπιούικ» για να μεταβεί στο υπουργείο.
Καθ’ ην στιγμήν το υπουργικό αυτοκίνητο διήρχετο με χαμηλή ταχύτητα μπροστά από την είσοδο του φιλολογικού συνδέσμου «Παρνασσός», ένας νεαρός έτρεξε πίσω του και πέταξε μία χειροβομβίδα, η οποία, αφού τρύπησε το τζάμι, έπεσε στην πίσω θέση, όπου καθόταν ο Λαδάς. Η έκρηξη ήταν τρομακτική και προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό του υπουργού, ο οποίος εξέπνευσε το βράδυ της ίδιας ημέρας στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.
Ο δράστης, φορώντας στολή σμηνίτη της Πολεμικής Αεροπορίας για κάλυψη, προσπάθησε να χαθεί στα γύρω στενοσόκακα της περιοχής, αλλά έγινε αντιληπτός από πολίτες και από προσδραμόντες αστυνομικούς, οι οποίοι τον καταδίωξαν, τον πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν στον θώρακα.
Στην προσπάθειά του να διαφύγει έριξε μία χειροβομβίδα κατά των διωκτών του, με αποτέλεσμα ένας αστυφύλακας να σκοτωθεί, δύο να τραυματισθούν, καθώς κι ένας διαβάτης. Τελικά, ο Μουτσογιάννης συνελήφθη από ένα στρατιώτη, αφού προηγουμένως είχε ρίξει εναντίον του μία ακόμη χειροβομβίδα, η οποία δεν εξερράγη.
Ο δράστης διακομίσθηκε και αυτός στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού για νοσηλεία. Εκεί, ένας αστυνομικός, μεταμφιεσμένος σε γιατρό, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και ο Μουτσογιάννης, αφού του αποκάλυψε την ταυτότητά του, παραδέχθηκε ότι ήταν μέλος της διαβόητης ΟΠΛΑ και ενεργούσε κατ’ εντολήν του ΚΚΕ.
Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά προκάλεσε την άμεση και σκληρή αντίδραση της κυβέρνησης Σοφούλη. Την ίδια ημέρα επεβλήθη στρατιωτικός νόμος στην Αθήνα και την Τρίτη του Πάσχα (4 Μαΐου), τουλάχιστον 150 κομουνιστές, καταδικασμένοι, σε θάνατο, εκτελέστηκαν ανά τη χώρα.
Στις 17 Ιουνίου 1948 άρχισε η δίκη του Ευστράτιου Μουτσογιάννη και επτά συνεργών του στο Στρατοδικείο Αθηνών. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 21 Ιουνίου, εκδόθηκε η απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο Μουτσογιάννης και ο Διονύσιος Καμπανίδης καταδικάστηκαν σε ισόβιο κάθειρξη, επειδή επέδειξαν μεταμέλεια και βοήθησαν τις αρχές στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Οι υπόλοιποι έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στις 25 Ιουνίου στο Γουδή.
Ο Μουτσογιάννης παρέμεινε στη φυλακή έως το 1964, οπότε αποφυλακίστηκε με τα μέτρα επιεικείας της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Μέχρι το 2007 ζούσε, οπότε σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» εξιστόρησε την προσωπική του περιπέτεια.
Στη μνήμη του δολοφονηθέντος πολιτικού, ένας δρόμος στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρισκόταν η οικία του, φέρει το όνομά του («οδός Χρήστου Λαδά»).
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/1241
© SanSimera.gr




Λίγα λόγια από τον Sir Anthony Hopkins που αξίζει να διαβάζουμε όλοι!
Από @ Αυτογνωσία” Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας


