


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Έπιασαν ένα λιοντάρι και το έβαλαν σε μια πολύ μεγάλη αυλή με ψηλό φράχτη. Ο χώρος ήταν γεμάτος λιοντάρια. Σε λίγο το λιοντάρι γνώρισε την κοινωνική ζωή των άλλων λιονταριών οι οποίοι ζούσαν εδώ πολύ καιρό. Τα λιοντάρια χώρισαν σε διάφορες ομάδες, πολιτικές, θρησκευτικές και η κάθε ομάδα με την δική της δράση, με την δική της φιλοσοφία, δόγματα, ιερά κείμενα και ιδεολογίες. Τα μέλη κάθε ομάδας μαζεύονταν όλα μαζί για να δείχνουν το μίσος τους και να απειλούν αυτούς που τους στέρησαν την ελευθερία.
Δυστυχώς αυτή η δράση τους δεν άλλαζε τίποτα, αφού από το μίσος και τις φωνές δεν είχε συμβεί κάτι που να καλυτερέψει η κατάστασή τους. Τα μέλη μιας άλλης ομάδας συναντιόνταν για να τραγουδάνε συναισθηματικά τραγούδια για τις μελλοντικές πεδιάδες χωρίς φράχτες. Τα μέλη της τρίτης ομάδας μαζεύονταν για να εκπονήσουν μυστικά τρομοκρατικά σχέδια για να φοβίζουν τα μέλη των άλλων ομάδων. Αυτοί ήταν συνωμότες και η δράση τους αφορούσε όχι τόσο αυτούς που τους υποδούλωσαν, αλλά ενάντια στις άλλες ομάδες σκλαβωμένων λιονταριών.
Η κάθε ομάδα-κλαμπ προσπαθούσε να προσελκύσει τον νεοφερμένο αλλά εκείνος δίσταζε. Η αναποφασιστικότητά του προερχόταν από τις παρατηρήσεις που έκανε για ένα συγκεκριμένο λιοντάρι, που ήταν πάντα απομονωμένο και συλλογισμένο. Αυτό το λιοντάρι με την στάση του τραβούσε την προσοχή του πρωτάρη σαν να είχε κάποια εξουσία, κάποια μαγική δύναμη. Ο αρχάριος με ντροπαλότητα πλησίασε το μοναχικό λιοντάρι και του ζήτησε να εξηγήσει την απομόνωσή του.
– Αυτά τα κλαμπ δεν έχουν καμία σημασία. Αυτά τα ανόητα όντα κάνουν πολλά και διάφορα, αλλά όχι αυτό που πρέπει. Εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνω για να αποκτήσω την ελευθερία μου.
– Σε παρακαλώ πες μου τι είναι αυτό που κάνεις εσύ, ρώτησε ο πρωτάρης.
– Ακόμη και τώρα τον φράχτη τον έχω μισογκρεμισμένο. Εγώ μελετώ τη φύση του φράχτη. Αυτό είναι το μοναδικό ουσιαστικό πράμα στη ζωή εδώ: να καταλαβαίνεις τη φύση του φράχτη.
Πηγη: philosophyreturns
Διχασμός με τα εμβόλια όπως με τα μνημόνια;
Η πανδημία έφερε στην επιφάνεια νέες διαιρέσεις. Το αντιλαμβάνεσαι από τις σύνθετες ή και αντικρουόμενες απαντήσεις στο θεμελιώδες ερώτημα: «Εσείς εμβολιαστήκατε;». Ενα φαινόμενο που πρέπει για λόγους δημόσιας υγείας και οικονομίας να αντιμετωπισθεί, όχι μέσα από τη σύγκρουση, αλλά με κοινωνική ενθάρρυνση και «out of the box» προσεγγίσεις
Παναγιώτης Κακολύρης
Απ’ όλους τους κλέφτες, οι ηλίθιοι είναι οι χειρότεροι επειδή σου κλέβουν τον χρόνο και το κέφι





Ο Βούδας υπήρξε ο ιδρυτής του Βουδισμού, μιας από τις αρχαιότερες θρησκείες κι ενός από μεγαλύτερα φιλοσοφικά συστήματα του κόσμου. Το πορτρέτο του, όπως εξάγεται από τα αρχαία κείμενα, είναι ενός ανθρώπου με μεγάλη σοφία και εξαιρετική ευσπλαχνία, που τον συγκίνησαν τα ανθρώπινα βάσανα κι έτσι αποφάσισε να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά του με ένα ορθολογικό σύστημα νόησης και ορισμένο τρόπο ζωής.
Το πραγματικό όνομα του Βούδα (που σημαίνει «αφυπνισμένος» ή «φωτισμένος») είναι Σιντάρτα Γκαουτάμα και γεννήθηκε στο σημερινό Νεπάλ, τον μήνα Βεσάκ (Μάιο), μεταξύ των ετών 624 και 544 π.Χ και κατ’ αλλη εκδοχή μεταξύ των ετών 448 και 368 π.Χ. Ο πατέρας του Σουντοντάνα ήταν βασιλιάς της φυλής των Σάκια (γι’ αυτό και τον ονόμασαν και Σάκια-Μούνι, δηλαδή ο Σοφός των Σάκια). Η μητέρα του Μαχαμάγια, σύμφωνα με τους θρύλους, πριν από τη γέννηση του Βούδα, τον είδε σ’ ένα όνειρο να μπαίνει στη μήτρα της με τη μορφή ενός λευκού ελέφαντα. Όταν οι γονείς του ζήτησαν από τους Βραχμάνους (Ινδουϊστές ιερείς) να εξηγήσουν το όνειρο, αυτοί προέβλεψαν τη γέννηση ενός παιδιού που θα γινόταν αυτοκράτορας ή βούδας.nullΟ νεαρός Σιντάρτα μεγάλωσε με τις ανέσεις της κοινωνικής του θέσης, αλλά όταν όλως τυχαίως γνώρισε την ανθρώπινη δυστυχία αποφάσισε σε ηλικία 29 ετών να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και την τρυφηλή ζωή και να ασκητεύσει, προκειμένου να αναζητήσει την Αλήθεια, που δεν την έβρισκε στις ινδουϊστικές διδασκαλίες.
Περιπλανήθηκε για πολλά χρόνια και μελέτησε υπό την καθοδήγηση σοφών δασκάλων, προκειμένου να βρει λύσεις στα δεινά της ανθρώπινης ύπαρξης. Αποφάσισε να απομονωθεί στην περιοχή Μποντγκαγιά της Ινδίας και κάτω από ένα δέντρο άρχισε να διαλογίζεται. Ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα βίωσε τη Φώτιση, που συνίσταται στη συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησης της πραγματικότητας και της υπέρβασης του εγώ, και έγινε Βούδας, δηλαδή αφυπνισμένος ή φωτισμένος.
Από το σημείο αυτό ο Βούδας άρχισε να κηρύσσει την εμπειρία του, την οποία μετεξέλιξε σε διδασκαλία. Πρώτα επισκέφθηκε το γειτονικό Σαρνάθ, όπου μύησε τους παλιούς συντρόφους του στις αλήθειες που ανακάλυψε και στη συνέχεια τους έστειλε να διδάξουν τον λόγο του σε όλη την Ινδία.
Σε γενικές γραμμές ο Βούδας δίδαξε ότι δεν υπάρχει θεός, αλλά ο άνθρωπος θα πρέπει μόνος του να σώσει τον εαυτό του, εξαφανίζοντας τις επιθυμίες του. Δεν παραδεχόταν τις προσευχές, τις θυσίες και την ύπαρξη ιερέων. Αργότερα, όμως, αναγνωρίστηκε από τους πιστούς του ως θεός με όλα τα συνακόλουθα.
Οι κατά Βούδα «Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες», όπως ονομάστηκαν, είναι:
Ο Βούδας συνέχισε να διδάσκει και να αποκτά πολλούς οπαδούς μέχρι τα 80 του χρόνια, οπότε αρρώστησε βαριά και πέθανε. Τα λόγια του καταταγράφηκαν από τους μαθητές και τους πιστούς του, καθώς και ο βίος του, μαζί με ένα πλήθος από θρύλους. Τα κείμενα αυτά, χωρισμένα σε τρία μέρη, «Τα Τρία Καλάθια» ή «Τριπλός Κανόνας», αποτελούν τη γραπτή θεμελίωση του Βουδισμού. Σήμερα ο Βουδισμός είναι η τέταρτη πιο διαδεδομένη θρησκεία στον κόσμο με 500 εκατομμύρια πιστούς, κυρίως στην Ανατολική Ασία.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/
© SanSimera.gr






Ο Ρόμπερτ Κάπα (Robert Capa) ήταν ουγγρο-αμερικανός φωτορεπόρτερ, από τους κορυφαίους του 20ου αιώνα. Με τις τις ρεαλιστικές λήψεις του απαθανάτισε τη φρίκη σημαντικών πολεμικών αναμετρήσεων του περασμένου αιώνα -από τον Ισπανικό Εμφύλιο έως τον Α’ Πόλεμο της Ινδοκίνας, όπου έπεσε επί των επάλξεων.
Ο Έντρε Έρνο Φρίντμαν, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Βουδαπέστη στις 22 Οκτωβρίου 1913, από γονείς εβραϊκής καταγωγής. Σε ηλικία 18 ετών αναγκάστηκε να εκπατρισθεί, καθώς κατηγορήθηκε από το δικτατορικό καθεστώς του ναυάρχου Χόρτι ως κομμουνιστής. Κατέφυγε στο Βερολίνο, όπου ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, ενώ παράλληλα έβγαζε το χαρτζιλίκι του εμφανίζοντας φωτογραφίες.
Φίλος της περιπέτειας και γοητευμένος από τη φωτογραφία, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον σκοτεινό θάλαμο και να ακολουθήσει καριέρα φωτορεπόρτερ. Άρχισε να εργάζεται για το γερμανικό πρακτορείο «Dephot» και η πρώτη του δημοσιευμένη φωτογραφία ήταν του Τρότσκι από μία ομιλία του στην Κοπεγχάγη το 1932 για την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία εγκατέλειψε το Βερολίνο και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε επαγγελματικά και συναισθηματικά με τη γερμανοεβραία φωτογράφο Γκέρντα Τάρο.«Ο θάνατος ενός πιστού στρατιώτη», Ισπανικός Εμφύλιος ΠόλεμοςΤότε άρχισε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ρόμπερτ Κάπα (Κάπα στα ουγγρικά σημαίνει καρχαρίας, που ήταν το παρατσούκλι των παιδικών του χρόνων), είτε για να αποκρύπτει την εβραϊκή ταυτότητά του, είτε για καθαρά επαγγελματικούς λόγους. Έχει γραφεί ότι παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος κάποιου ανύπαρκτου φωτογράφου Ρόμπερτ Κάπα, ο οποίος δεν πουλούσε τις φωτογραφίες του παρά μόνο σε πολύ υψηλές τιμές. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε, αλλά ο Φρίντμαν διατήρησε το ψευδώνυμο.
Το 1936 ο Κάπα με την Τάρο άρχισαν να καλύπτουν φωτογραφικά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Δική του είναι η διάσημη φωτογραφία με τον δημοκρατικό μαχητή που πέφτει νεκρός επί του πεδίου της μάχης. Αργότερα, αυτή η φωτογραφία του αμφισβητήθηκε ως κατασκευασμένη. Το 1938 κάλυψε τον Σινοϊαπωνικό Πόλεμο και στη συνέχεια τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από διάφορα μέτωπα (Αφρική, Σικελία, Ιταλία, Νορμανδία) για το αμερικανικό περιοδικό «Life». Οι φωτογραφίες του, ιδιαίτερα από την απόβαση στη Νορμανδία, είναι μνημειώδεις.
Το 1947 ίδρυσε μαζί με τους συναδέλφους του Ανρί Καρτιέ – Μπρεσόν, Ντέιβιντ Σέιμουρ, Τζορτζ Ρότζερ και Γουίλιαμ Βάντιβερτ, την εταιρεία Magnum Photos, που ήταν το πρώτο συνεργατικό πρακτορείο για ανεξάρτητους φωτογράφους σε παγκόσμια κλίμακα.
Το 1948 κάλυψε τον Α’ Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο και την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ. Καίτοι είχε αναλάβει διευθυντικά καθήκοντα στο Magnum, προσφέρθηκε να καλύψει εθελοντικά τον Α’ Πόλεμο της Ινδοκίνας, μεταξύ Γάλλων και Βιετναμέζων. Στις 25 Μαΐου 1954, στην προσπάθειά του να φωτογραφίσει την επέλαση ενός γαλλικού συντάγματος, πάτησε μία νάρκη κατά προσωπικού και σκοτώθηκε στην επαρχία Τάι Μπινχ του Βιετνάμ.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2323

© SanSimera.gr