
2010 Κάστρο Βοιωτίας


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


ΠΗΓΗ: Greece and Grapes
Αλήθεια, τι σημαίνει άραγε “ποιοτικό κρασί”; Τι είναι αυτό που κατατάσσει μια φιάλη σε υψηλότερο σκαλοπάτι από μια άλλη και, πιθανά, την κάνει και ακριβότερη;
Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή που δεν χωράει αντιρρήσεις: Καλό κρασί είναι αυτό που απλά μας αρέσει και πίνουμε ευχάριστα, είτε είναι φθηνό είτε κοστίζει μια μικρή περιουσία. Εκεί όμως που συνήθως συμφωνούμε όλοι, είναι όταν θα βάλουμε τυφλά δύο ποτήρια, το ένα δίπλα στο άλλο, και συγκρίνουμε τα χαρακτηριστικά τους. Εννιά στις δέκα φορές το αποτέλεσμα θα είναι υπέρ αυτού που πληροί αντικειμενικά κάποιες προϋποθέσεις.
Ας τις δούμε μαζί:
Συμπύκνωση: Αναφερόμαστε και στη μύτη αλλά, κυρίως, στο στόμα. Ένα κρασί έντονο, με “πυκνά” γευστικά χαρακτηριστικά, είναι ένα κρασί ποιοτικό που σίγουρα θα ξεχωρίσει. Μη συγχέουμε το έντονο με το κομψό. Υπάρχουν πολύ κομψά κρασιά, λιγότερο εξωστρεφή στυλιστικά, που έχουν όμως υψηλές αρωματικές εντάσεις, τόσο στη μύτη όσο και στο στόμα.
Πολυπλοκότητα: Μυρίζουμε ένα (ας πούμε λευκό) κρασί και μετά βίας μπορούμε να ξεχωρίσουμε ένα απαλό λεμονάκι. Ανοίγουμε ένα δεύτερο και ξαφνικά μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρία διακριτά αρώματα. Βάζουμε και μια τρίτη, “θρυλική” φιάλη, δίπλα και μπαμ! Για ώρες το κρασί δίνει συνεχώς καινούργια πράγματα. Μπορεί κανείς να κάτσει να σημειώνει πιθανά πάνω από δέκα διακριτά αρώματα, που συνεχώς αλλάζουν και εξελίσσονται. Ε ναι λοιπόν. Αυτό είναι ένα πολύ ποιοτικό κρασί!
Επίγευση: Ένα αλάνθαστο κριτήριο ποιότητας, άμεσα συνυφασμένο με το αμπέλι. Είναι η μεγάλη διάρκεια επίγευσης αφού το καταπιούμε. Το, με άλλα λόγια, τελείωμα του κρασιού, το πόση ώρα θα μας θυμίζει ότι είναι εκεί και δεν θα εξαφανίζεται αστραπιαία μόλις πάει κάτω. Δοκιμάστε μια premium Σαντορίνη από άνυδρα αμπέλια, με απόδοση μόλις στα 250 κιλά το στρέμμα και μετά βάλτε δίπλα έναν ασκό που τυπικά προέρχεται από έντονα ποτιζόμενα αμπέλια που δίνουν 2000 κιλά στο στρέμμα. Η διαφορά προκαλεί θλίψη!
Αμπελώνας: Μιλήσαμε ήδη για τις στρεμματικές αποδόσεις. Να συμπληρώσουμε ότι ο αμπελουργός έχει στη φαρέτρα του και άλλες μεθόδους για να αυξήσει την ποιότητα του τελικού προϊόντος, όπως, τελείως ενδεικτικά, ο πράσινος τρύγος, ειδικά μελετημένα κλαδέματα και πολλά άλλα. Τεχνικές που κοστίζουν σε χρήμα, δίνουν όμως αντίστοιχα περισσότερη ποιότητα στο ποτήρι.
Παλαιά Αμπέλια: Και, για να πάμε τον αμπελώνα ένα βήμα παρακάτω, ίσως έχετε παρατηρήσει σε ετικέτες αναφορές σε “παλαιά αμπέλια” ή “veilles vignes”. Αυτό συμβαίνει γιατί, συνήθως, ένα αμπέλι τριάντα χρόνων που το ριζικό του σύστημα θα έχει φτάσει δεκάδες μέτρα βαθιά στο χώμα, έχει να δώσει περισσότερα πράγματα σε όρους πολυπλοκότητας του τελικού κρασιού.
Φήμη: Ναι. Είναι και αυτό. Δειλά δειλά εμφανίζεται και στον ελληνικό αμπελώνα, που μετά βίας βρισκόμαστε στη δεύτερη και σπανιότατα στην τρίτη γενιά παραγωγών. Δείτε όμως τι γίνεται ενδεικτικά στο Bordeaux ή τη Βουργουνδία. Εκατοντάδες χρόνια εμπειρίας, το απόσταγμα της οποίας συστηματικά καταλήγει στη φιάλη. Για αυτή ακριβώς την εμπειρία ο παραγωγός θα απαιτήσει να πληρωθεί. Δικαίως ή αδίκως, ο τελικός κριτής είστε εσείς!
Συνέπεια: Άμεσα συνδεδεμένο με το προηγούμενο, αφορά την ιστορικά συνεπή ποιοτική συμπεριφορά ενός κρασιού ανά τα έτη, ακόμα και αν έχουν μεσολαβήσει κακοί τρύγοι. Ένα φημισμένο κρασί, παρέχει “ασφάλεια” στον οινόφιλο, δημιουργεί το αίσθημα δεν πάει στα τυφλά. Έχει μια “εγγύηση” για τα χρήματα που θα ξοδέψει. Αν αυτό στον ελληνικό αμπελώνα είναι κάτι σπάνιο, με μικρή στατιστική εμφάνιση κακών τρύγων, είναι πολύ σημαντικό σε αμπελώνες ψυχρού κλίματος (Bordeaux, Champagne, Mosel κλπ)
Τέλος, αφήσαμε εκτός το…μάρκετινγκ. Είναι πολλές φορές ικανό να απογειώσει ένα μέτριο κρασί – αλλά και το αντίθετο. Προσπαθήστε λοιπόν να μείνετε μακριά από εφήμερες μόδες και επικεντρωθείτε μόνο στο ποτήρι. Κανείς δεν ζημιώθηκε έτσι!
Καλό καλοκαίρι και στην υγειά σας!
Σταύρος Μουστάκας Οκταποδάς DipWSET
About the Editor:
Ο Σταύρος Μουστάκας-Οκταποδάς DipWSET έχει εργαστεί ως σύμβουλος οίνου σε μεγάλη ελληνική εισαγωγική εταιρεία και, επιπλέον, σε θέματα στρατηγικής και επικοινωνίας ελληνικών οινοποιείων.
Διαθέτοντας εικοσαετή εμπειρία στις πωλήσεις, ξεκίνησε την ενασχόλησή του με το κρασί ως ενθουσιώδης οινόφιλος, δοκιμάζοντας και ταξιδεύοντας συστηματικά εντός και εκτός συνόρων, ενώ παράλληλα δημιούργησε το αγγλόφωνο blog του με έμφαση στην επικοινωνία του ελληνικού κρασιού. Είναι κάτοχος του WSET Diploma, το οποίο ολοκλήρωσε ως αριστούχος, με δύο διεθνείς υποτροφίες (καλύτερη συνολική επίδοση και καλύτερη επίδοση στις εξετάσεις τυφλής γευστικής δοκιμής για τα ακαδημαϊκά έτη 2016 και 2017).

.
Ο Emil Du Bois Reymond μέγας Γερμανός φυσιολόγος και ανατόμος είχε κάποτε διατυπώσει την ρήση: Ignoramuset ignorabimus (αγνοούμε και θα αγνοούμε) αναφορικά με αυτά που ονόμασε τα τρία παγκόσμια αινίγματα. Σε μία ιστορική ομιλία του στην Γερμανική Ακαδημία των Επιστημών το 1880 αναφέρθηκε σε επτά αινίγματα από τα οποία τα τρία χαρακτήρισε άλυτα. Ήταν η απώτερη φύση της ύλης και της ενέργειας, η πηγή της κίνησης και η φύση των απλών αισθητηριακών φαινομένων (το πρόβλημα της συνειδητότητας).
Ο μεγάλος μαθηματικός David Hilbert το 1900 και εντονότερα το 1930, αντιτάχθηκε σε αυτή τη ρήση λέγοντας: «Δεν πρέπει να αποδεχθούμε το ignorabimus. Για μας δεν υπάρχει ignorabimus στις φυσικές επιστήμες. Σε αντίθεση με το ανόητο ignorabimus, το σύνθημά μας πρέπει να είναι: Πρέπει να μάθουμε και θα μάθουμε! (Wirmüssen wissen, wir werden wissen!)».
Ένα χρόνο μετά, ο Goedel, με τα δύο θεωρήματα της μη πληρότητας, ανέτρεψε την αισιοδοξία του Hilbert.

Ευτυχώς πρόλαβαν τα χειρότερα στην Ασωπία …


η Συναισθηματική Αποτοξίνωση είναι ζωτικής σημασίας για να ανακτήσετε τη χαρά και την όρεξη για ζωή!
Η συνταγή για την Αποτοξίνωση της ψυχής
Συστατικά:

Τι σχέση μπορεί να έχουν τα εκατομμύρια που διακινούνται παγκόσμια με προγνώσεις αθλητικών αγώνων, με έναν Ιταλό παρτιζάνο του Άουσβιτς και με έναν κατασκευαστή φερέτρων; Φαινομενικά καμία, αλλά όταν η ζωή κάνει “παιχνίδι” όλα είναι πιθανά όπως θα δείτε παρακάτω.
Όλα ξεκινούν στις αρχές της δεκαετίας του 40 από τον αθλητικογράφο της ιταλικής εφημερίδας Γκαζέτα ντέλο Σπορ Μάσσιμο ντε λα Πέργκολα. Ο ίδιος, γόνος προοδευτικής οικογένειας, μπαίνει το 1943 στην αντίσταση ως παρτιζάνος κάτι που οδηγεί στην άμεση διαγραφή του από τις ιταλικές δημοσιογραφικές ενώσεις και συνδικάτα. Το βράδυ των Χριστουγέννων του 1943 αποφασίζει να αποδράσει με την οικογένειά του από την φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι για την ουδέτερη Ελβετία, όπου όμως συλλαμβάνεται.
Τον επόμενο ενάμιση χρόνο περνά από επτά διαφορετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου σπάει τόνους πέτρας, για να καταλήξει ως νούμερο 26.915 στην κόλαση του Άουσβιτς. Εκεί προσπαθεί όχι μόνο να επιβιώσει αλλά και να μην χάσει τον εαυτό του :
¨Κοίταγα τους άλλους συγκρατούμενούς μου να παίζουν χαρτιά, ζάρια, να καπνίζουν. Κακό πράγμα το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γίνεσαι ζώο, κτήνος. Μόνο άνθρωπος δεν είσαι. Κι εγώ από μέσα μου έλεγα: Όχι Μάσσιμο. Δεν πρέπει να γίνεις έτσι. Δεν πρέπει να αφήσεις τον εαυτό σου να φθαρεί. Εσύ πολέμησες στα βουνά και τώρα θα σε φάνε αυτοί οι γαλατάδες; Κάτι πρέπει να κάνεις”.
Το πάθος του για το ποδόσφαιρο τον κάνει να σκέφτεται μέσα στους θαλάμους του στρατοπέδου πως μπορεί να ανοικοδομηθεί μεταπολεμικά ο κατεστραμμένος ιταλικός αθλητισμός. Κλέβει χαρτιά από το γραφείο που σκουπίζει και αρχίζει να γράφει, να κάνει σχέδια και υπολογισμούς: “Το σχέδιό μου ήταν το 1-Χ-2. Τα προγνωστικά ποδοσφαίρου με τρία σημεία νίκης, ισοπαλίας και ήττας σε ένα δελτίο δώδεκα αγώνων”.Υπολογίζει τις πιθανότητες, πως θα συμπληρώνονται τα δελτία πόσα χρήματα πρέπει να επενδύσει στο ξεκίνημα της προσπάθειας.

Από τα πρώτα δελτία προγνωστικών ποδοσφαίρου τον Νοέμβριο του 1947, πριν αυτό εθνικοποιηθεί ένα χρόνο μετά και μετονομαστεί από ΣΙΣΑΛ σε ΤΟΤΟΚΑΛΤΣΙΟ.
Μάιο του 1945 ο πόλεμος έχει τελειώσει, ο Μάσσιμο επιστρέφει στην ελεύθερη αλλά κατεστραμμένη πατρίδα του, ενώ του επιστρέφεται η δημοσιογραφική ταυτότητα που είχε χάσει ως αντιφασίστας. Πλέον ξεκινά ένας νέος “πόλεμος” ώστε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση της πρωτοποριακής ιδέας του, αλλά όλοι του κλείνουν την πόρτα γελώντας.
Έτσι, δημιουργεί δική του εταιρία και το 1946 τυπώνει το πρώτο δελτίο προγνώσεων που στέφεται από απόλυτη αποτυχία. Παρότι κάθε εβδομάδα μπαίνει οικονομικά μέσα όλο και περισσότερο, δεν το βάζει κάτω γιατί πιστεύει στην ιδέα του, μέχρι που δικαιώνεται με τον πιο απρόβλεπτο και μακάβριο τρόπο. Το 1947 υπάρχει ένας νικητής 12ρης που κερδίζει το τεράστιο για την εποχή ποσό του 1.000.000 λιρετών. Το επάγγελμα του; Κατασκευαστής φερέτρων…

Ο παρτιζάνος Μάσσιμο ντε λα Πέργκολα μπροστά στο δημιούργημά του
Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Πλέον όλοι οι Ιταλοί θέλουν να γίνουν εκατομμυριούχοι, ενώ ο Μάσσιμο ξεχρεώνει μέσα σε ελάχιστο διάστημα όλες τις οφειλές του. Είναι τέτοια η επιτυχία που σε ένα μόλις χρόνο η ιταλική κυβέρνηση εθνικοποιεί την ιδέα του πρώην παρτιζάνου, που χρειάζονται επτά χρόνια και 70 δίκες ώστε να λάβει μια μεγάλη αποζημίωση για τα δικαιώματά της κρατικοποιημένης ιδέας του.
Πηγή: Κώστας Μπορδόκας – tvxs.gr
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Δεν πρέπει ποτέ να τα παρατάμε. Bαδίζω στα 61 μου και νοιώθω μια χαρά. Να βάζετε μικρούς και εφικτούς στόχους. Η ζωή είναι εξέλιξη και όχι στασιμότητα” έγραψε σε ανάρτηση του ο καθηγητής Βιοχημείας – Βιοτεχνολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Δημήτρης Κουρέτας, όπου γνωστοποίησε στους διαδικτυακούς φίλους του ότι πραγματοποίησε σήμερα ανάβαση στη Σκούρτα Ολύμπου.

Περιπλανόμενοι στα αμπελοτόπια της ευρύτερης περιοχής της Νεμέας συναντήσαμε το όμορφο χωριό Καστράκι που δεσπόζει στην περιοχή!!




“Το τραγούδι της γης” (1937) είναι ένα από τα λυρικά έργα του Στράτη Μυριβήλη. Σύμφωνα με κριτική πάνω στο έργο “όλα τα εκθαμβωτικά χρώματα πού διαθέτει η παλέτα του, μαζί με το εξαιρετικά πλούσιο και πάντα εκφραστικό, πάντα παραστατικό του λεξιλόγιο, ο Mυριβήλης τα έχει σπάταλα διαχύσει σ’ αυτό το τραγούδι που είναι ένας ύμνος στη γη και στην καρπερότητά της. Mας μεταδίδει μια μέθη, μια έκσταση διονυσιακή.
Ο επίλογος του έργου
Ας σβήσει το τραγούδι.
Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι.
Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια.
Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.
Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία.
Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας.
Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες.
Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας.
Θα νάρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό.
Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα μες από το πεθαμένο άνθος.
Και πάλι τα κυκλάμινα θα ξεφυτρώνουν κάτω από τα χινοπωριάτικα χαμόδεντρα. Και πάλι οι κύανοι θα σκάζουν τα μαβιά τους άστρα μέσα στανοιξιάτικα χωράφια.
Θα λείπουμε εμείς από την πρωτομαγιά και το τριαντάφυλλο θανοίξει ανάμεσα στα λουλούδια, τόσο νέο και τόσο αγνό, όπως την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, που άνθισε μέσα στη φούχτα του Θεού.
Σαν πέφτει η νύχτα, πάλι το τραγούδι της θάλασσας θα ξεδιπλώνει αργά και μεγαλόπρεπα τις στροφές του.

Οι μελαγχολικές ωδές των νερών θα έρχουνται πάλι από ταπόμακρα του πελάγου, καβάλα στα σκοτεινά και αόρατα κύματα.
Μα δε θάμαστε πια στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς, που τόσες φορές κράτησε ζεστές λακκούβες από τα κορμιά μας.
Κ’ εμείς θα είμαστε πεθαμένοι, πεθαμένοι για πάντα ανέλπιδα, όλους τους αιώνες των αιώνων.
Δε θάχουμε μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής μηδ’ όσο κείνο το ταπεινό σαλιγκάκι, που λουφάζει, τυφλό, κουφό και βουβό, στο βυθό του ακίνητου νερού.
Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί ταγαθά του Θεού.
Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.
Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.
Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.
Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θάναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.
Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!…
Αγαπημένοι,
Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.
Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.
Ας φύγει ταψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.

_______________________
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Στην άδεια ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, δέσποζε μόνο ένα εκκλησιαστικό όργανο. Έξω από αυτήν είχε στηθεί ένας καταυλισμός, με απλωμένα ρούχα και πλαστικές καρέκλες, τροχόσπιτα, σκηνές και μια νεκροφόρα. Τα δέντρα απέναντι από τους θεατές ήταν ένα φυσικό σκηνικό, όπου προβάλλονταν στίχοι από την «Άλκηστη» του Ευριπίδη.
Η ανατρεπτική παράσταση του Γιόχαν Σίμονς, βασισμένη στη μετάφραση της Καναδής ποιήτριας Αnne Carson, γοήτευσε τον σκηνοθέτη, και πάνω σ’ αυτό το κείμενο στηρίχτηκε η δραματουργία της Susanne Winnacker. Η Άλκηστη καλείται να θυσιαστεί για τον άντρα της Άδμητο. Στην ανάγνωση του Σίμονς, αυτή η θυσία εγείρει έναν βαθύ προβληματισμό για τον ρόλο και τα όρια της αγάπης, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα των παιδιών που μένουν πίσω και θρηνούν για τη μάνα τους, την εκκωφαντική της σιωπή όταν επιστρέφει και τελικά την προτεραιότητα –που δίνεται (και) μέσα από την αρχαία αυτή ιστορία– στον άντρα: εκείνος πρέπει να ζήσει.
Από τα πιο αλλόκοτα έργα του Ευριπίδη, στο μεταίχμιο μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας, η Άλκηστη αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που θυσιάζει τη ζωή της για να σώσει τη ζωή του ετοιμοθάνατου άντρα της. Θρήνοι, διαπραγματεύσεις, διαφωνίες. Ποιος δεν φοβάται να πεθάνει; Ποιος δικαιούται περισσότερο να ζήσει; Εντέλει, ο Ηρακλής κατεβαίνει στον Άδη για να φέρει πίσω την Άλκηστη, μόνο που τώρα η ηρωίδα είναι μια ξένη για την οικογένειά της.