
Στην άδεια ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, δέσποζε μόνο ένα εκκλησιαστικό όργανο. Έξω από αυτήν είχε στηθεί ένας καταυλισμός, με απλωμένα ρούχα και πλαστικές καρέκλες, τροχόσπιτα, σκηνές και μια νεκροφόρα. Τα δέντρα απέναντι από τους θεατές ήταν ένα φυσικό σκηνικό, όπου προβάλλονταν στίχοι από την «Άλκηστη» του Ευριπίδη.
Η ανατρεπτική παράσταση του Γιόχαν Σίμονς, βασισμένη στη μετάφραση της Καναδής ποιήτριας Αnne Carson, γοήτευσε τον σκηνοθέτη, και πάνω σ’ αυτό το κείμενο στηρίχτηκε η δραματουργία της Susanne Winnacker. Η Άλκηστη καλείται να θυσιαστεί για τον άντρα της Άδμητο. Στην ανάγνωση του Σίμονς, αυτή η θυσία εγείρει έναν βαθύ προβληματισμό για τον ρόλο και τα όρια της αγάπης, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα των παιδιών που μένουν πίσω και θρηνούν για τη μάνα τους, την εκκωφαντική της σιωπή όταν επιστρέφει και τελικά την προτεραιότητα –που δίνεται (και) μέσα από την αρχαία αυτή ιστορία– στον άντρα: εκείνος πρέπει να ζήσει.
Από τα πιο αλλόκοτα έργα του Ευριπίδη, στο μεταίχμιο μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας, η Άλκηστη αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που θυσιάζει τη ζωή της για να σώσει τη ζωή του ετοιμοθάνατου άντρα της. Θρήνοι, διαπραγματεύσεις, διαφωνίες. Ποιος δεν φοβάται να πεθάνει; Ποιος δικαιούται περισσότερο να ζήσει; Εντέλει, ο Ηρακλής κατεβαίνει στον Άδη για να φέρει πίσω την Άλκηστη, μόνο που τώρα η ηρωίδα είναι μια ξένη για την οικογένειά της.
