Ο Λύκος της Wall Street

Σου λέει κάτι το όνομα Jordan Belfort; Μάλλον όχι. Είναι πρώην χρηματιστής. Πάλι δεν σου λέει κάτι. Κι όμως, ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ο πραγματικός «Λύκος της Wall Street». Η ιστορία του έγινε γνωστή μέσα από την ομώνυμη ταινία του 2013, στις οποία πρωταγωνίστησε ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Η διαδρομή του Belfort δεν ήταν καθόλου εύκολη.

«Έχασα τα χρήματά μου, έχασα την ελευθερία μου, έχασα τα παιδιά μου για κάποιο χρονικό διάστημα. Η ζωή μου βυθίστηκε» δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξη του.

Μάλιστα μπήκε και για κάποιο καιρό στην φυλακή. Όμως κατάφερε να διατηρήσει τα κίνητρα του, και να κάνει το μεγάλο come back.

Τώρα ζήτησαν από τον Jordan Belfort στο TikTok να δώσει μερικές συμβουλές καριέρας. Και οι απαντήσεις του ίσως είναι έκπληξη για κάποιους.

«Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που θα έδινες σε έναν 25χρονο που δουλεύει 9-5 βγάζοντας 60 χιλιάδες δολάρια τον χρόνο;», τον ρώτησε ο 25χρονος χρήστης του TikTok jakecorey. 

Στην απάντησή του, ο «Λύκος» συμβουλεύει τον νεαρό να «σκεφτεί μεγαλύτερα πράγματα» και να «βρει μία καλύτερη δουλειά». 

«Δεν θα γίνεις ποτέ πλούσιος, δεν θα προοδεύσεις ποτέ στη ζωή σου και δεν θα έχει οικονομική ασφάλεια δουλεύοντας για κάποιον άλλο και χτυπώντας κάρτα για έναν μισθό. Αυτές είναι παλιές σκέψεις που έχουν φυτευτεί στο μυαλό μας από το παραδοσιακό σύστημα εκπαίδευσης», λέει. 

Ακολουθώντας το «παραδοσιακό» σύστημα, όπου κάποιος δουλεύει για 30 χρόνια πριν να αποσυρθεί με τη σύνταξή του, «πεθαίνεις ή συνταξιοδοτείσαι χωρίς χρήματα και χωρίς ανεξαρτησία», εξηγεί. 

Και συμβουλεύει τον 25χρονο να αναπτύξει μία παράλληλη δραστηριότητα, όπως το να επενδύσει σε ακίνητα, μετοχές ή κρυπτονομίσματα. Τελικά, στόχος του θα πρέπει να είναι να κάνει την παράλληλη δραστηριότητα την κύρια ασχολία του. Γιατί εάν μείνει στη σημερινή δουλειά του, «είναι οικονομικό αδιέξοδο». «Δεν πρόκειται να προχωρήσεις έτσι», είπε ολοκληρώνοντας το βίντεο.

Μεγάλος πια .. (διήγημα του Φαίδωνα Ταμβακάκη)

του Φαίδωνα Ταμβακάκη

Στην αρχή του καλοκαιριού πριν κλείσω τα δέκα, δεν φανταζόμουν πόσο θα μεγάλωνα σε λίγους μήνες. Βέβαια, είχα μόλις αποκτήσει το πρώτο μου όχημα, μισό-μισό με την αδελφή μου, ένα Πεζώ σπαστό, με ωραία χοντρά λάστιχα, ό,τι έπρεπε για τις αλάνες της Γλυφάδας, κι οι μέρες μου είχαν γεμίσει ταξίδια ανακάλυψης, πάντα πάνω από την λεωφόρο, εκεί άρχιζε η απαγόρευση. Η σχετική ελευθερία της ποδηλασίας κόπηκε όταν τσακωθήκαμε με τα γειτονόπουλα, δέκα αδέλφια με πατέρα στρατιωτικό στην αμερικανική βάση. Ζητούσαν ίσα δικαιώματα στο ποδήλατο μας, όμως όταν ξεκινούσαν το ένα μετά το άλλο μέχρι να χορτάσουν μας φώναζαν οι γονείς για φαί. Οταν αρνηθήκαμε πια την μοιρασιά μου έστησαν καρτέρι ένα σούρουπο και γλύτωσα με λίγες ψιλές χάρη στο γρήγορο πεντάλ. Η γιαγιά τρομαγμένη, θυμόταν ζοφερές ιστορίες για να μας τρομάξει κι εμάς.

Μέσα στο σκοτάδι του φόβου για άλλα αντίποινα και των νέων περιορισμών από το σπίτι, ήρθε ένας καλός φίλος των γονιών να μας ανακοινώσει ότι στον Άγιο Κοσμά λειτουργούσε μια αναβίωση του περίφημου Ναυτικού Ομίλου Αλεξανδρείας. Γονείς και παιδιά σπεύσαμε στην όαση νοσταλγίας κι ελπίδας, οι μεγάλοι συναντούσαν παλιούς φίλους, συμμαθητές, συναδέλφους και οι μικροί νέους φίλους που μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δηλαδή περιποιημένα ελληνικά με σκόρπιες λέξεις ή φράσεις στα αραβικά, τα σμυρνέικα, τα γαλλικά και τα ιταλικά.

Αμέσως ξεπέζεψα από την κατάθλιψη του ποδηλάτου, και αφού σκαρφάλωσα στην ιστιοφόρα μπανιέρα με το σημαδιακό όνομα όπτιμιστ, πήρα τη σκότα και το άτι ζωντάνεψε. Ο προπονητής, μέχρι τη μέση στο νερό, δεν πρόλαβε να μου δώσει τις οδηγίες και είχα πετάξει μακρυά από τον κόσμο των μικρών παντοτινά. Δεν ήμουν πιά κοντός και κοκκαλιάρης, κανείς δεν έφτανε να μου ρίξει φάπες ή να με κοροιδέψει, κανείς να μου δίνει εντολές. Πάνω η καρένα, μέσα η σκότα και γειά σας.

Έτσι νόμιζα για μερικές βδομάδες ώσπου ήρθε άλλος προπονητής, νέος και τουρκολιμανιώτης, δε σήκωνε την άγνοια, αλλά εμένα με σήκωνε από το αυτί στον ουρανό και με βούλιαζε στο βυθό με τις πατούσες του για να έχω ανάσα όταν θα τούμπαρε το σκάφος.

Ευτυχώς ήταν τα κορίτσια στο υπόστεγο και στην προπόνηση, να θυμίζουν ότι μεγαλώσαμε. Με τα μυτερά στηθη και την ντροπαλή ήβη να ξεμυτάει, όταν δεν προφταιναν να την ξυρίσουν, και το ένα κεφάλι μεγαλύτερο μπόι, είχαν μάτια μόνο για αγόρια με τρίχες στα πόδια και σχηματισμένα μούσκουλα, αλλά έβρισκαν παρηγοριά σε μας κι εμείς σε αυτά. Μαζί σκουπίζαμε την άμμο από το τσιμέντο, πλέναμε πανιά, βερνικώναμε κατάρτια και τιμόνια κι ελπίζαμε.

Οι λίγες στάσεις που απήχε ο όμιλος από την Γλυφάδα μας επέτρεπε να πηγαίνουμε μόνοι με το λεωφορείο, νέα κατάκτηση, και να μας μαζεύουν το βράδυ μετά τις δουλειές τους. Τα σάντουιτς που μας έφτειαχνε η γιαγιά τα αφήναμε κρυφά και παραγγέλναμε στο εστιατόριο ό,τι θέλαμε,  όσα αναψυκτικά και παγωτά χωρίς περιορισμό, γιατί η σούμα έβγαινε με την βδομάδα. Στον υπόστεγο όταν έβραζε ο τόπος παίζαμε τάβλι στο υπόστεγο σα μεγάλοι λέγοντας «κωλόφαρδε» και «ρε» με κάθε ευκαιρία.

Οι μεγάλες στιγμές ήταν όταν έλειπε ο προπονητής και παίρναμε τα σκαφάκια για απόβαση σε διπλανούς κόλπους και βουτιές από την ξέρα. Όμως η μέγιστη στιγμή ήταν ένα μεσημέρι που βρεθήκαμε με την σχιστομάτα ψηλή ξανθιά στο ραντώ που πήγαιναν όλοι για ηλιοθεραπεία και βουτιές. Έπιασε μια φρέσκια μπουκαδούρα κι ένας ένας έφυγαν όλοι. Η σχεδία φτειαγμένη από άδεια βαρέλια και σανίδες, με ένα καναβάτσο για κάλυμα, κι όταν ξαπλώσαμε από κάτω του, προς το νοτιά, γίναμε αόρατοι από τη στεριά. Άρχισε ένα υπέροχο ταξίδι με τα λόγια, ο αέρας εχέμυθος, το κύμα να φουσκώνει ερεθιστικά και να λικνίζει τη σχεδία με τα πόδια στηλωμένα στο ίδιο σημείο.

Το ταξίδι διακόπηκε πριν φτάσουμε στο φιλί, από οργισμένο πατέρα άλλου παιδιού, που ήρθε κολυμπόντας να μας σώσει . Πόσο ανόητα ήμασταν να μας ψάχνουν οι πάντες μέχρι κάποιος να θυμηθεί ότι μας είδε να μένουμε πίσω στο ραντώ. Υπήρχε και μια ντροπή για το τι κάναμε κάτω από το καναβάτσο και πονηρά χαμόγελα από τα παιδιά που καμμιά διάψευση δεν τα έπειθε.

Το καλοκαίρι τελείωνε, είχα μεγαλώσει αρκετά, τέσσερις πόντους στον τοίχο που μας μετρούσαν κάθε μήνα, έδινα συμβουλές στα μικρά και μιλούσα με άνεση στα κορίτσια που εξακολουθούσαν δέκα πόντους ψηλότερα. Το πάρτυ του αποχαιρετισμού πριν ανοίξουν τα σχολεία έγινε σε μισοσκόταδο στην αμμουδιά, είχαν μεριμνήσει τα δεκαπεντάχρονα, δίχως επίβλεψη γονιών.

Ξαφνιάστηκα διπλά όταν αυτός που με ακούμπησε στον ώμο, ενώ χόρευα μπλούζ, ήταν ο πατέρας μου. Δεν θα ήταν στον Όμιλο εκείνο το βράδυ, θα ήταν στο νοσοκομείο με την γιαγιά.

–  Φεύγουμε είπε κοφτά.

  • Μετά, θα έρθω μετά, προσπάθησα να περισώσω τον ανδρισμό κου.
  • Τώρα

Ήταν αυστηρός με ασυνήθιστο τρόπο. Δεν ήταν κόντρα, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να μου πει.

Στο αυτοκίνητο η μαμά έκλαιγε, η αδελφή μου έκλαιγε. Κατάλαβα.

Δεν επρόκειτο να ξανακούσω ανδριώτικες ιστορίες με καπετάνιους και ναυάγια. Ούτε το «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά» όταν κάθε βράδυ με σταύρωνε η γιαγιά πριν κοιμηθώ. Με μιάς είχα μεγαλώσει πολύ πάνω από τους τέσσερις πόντους του καλοκαιριού. Ήξερα το μυστικό των μεγάλων ότι κανείς δε νικά τα κακά.

Η ιστορία του αγρότη και του βιολόγου – Χόρχε Μπουκάι

Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: “Από την Άγνοια στη Σοφία”

Σ’ ένα τρένο κάθονται μαζί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένας διάσημος βιολόγος με διεθνή βραβεία, κι ένας σχεδόν αγράμματος αγρότης της περιοχής. Ο πρώτος, φοράει ένα άψογο επίσημο κοστούμι, σε σκούρο γκρι’ ο άλλος, ένα φθαρμένο αλλά καθαρό παντελόνι για τη δουλειά στα χωράφια. Ο επιστήμονας έχει γύρω του βιβλία, ενώ ο επαρχιώτης ένα μικρό μπογαλάκι με ρούχα.

«Θα διαβάσετε όλα αυτά τα βιβλία στο ταξίδι;» ρωτάει ο χωρικός.
«Όχι, αλλά ποτέ δεν ταξιδεύω χωρίς αυτά» αποκρίνεται ο βιολόγος.
«Και πότε θα τα διαβάσετε;»
«Τα έχω διαβάσει… και όχι μόνο μια φορά.»
«Και δεν τα θυμάστε;»
«Τα θυμάμαι, όπως κι άλλα, πολύ περισσότερα…»
«Τρομερό!!! Και για τι πράγμα μιλάνε αυτά τα βιβλία;»
«Για ζώα…»
«Τυχεροί θα είναι οι γείτονές σας, που έχουν κοντά έναν κτηνίατρο…»
«Δεν είμαι κτηνίατρος’ είμαι βιολόγος.»
«Ααααα!!! Και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά που ξέρετε αφού δεν γιατρεύετε ζώα;»
«Για να ξέρω. Να ξέρω όλο και περισσότερα… Να ξέρω περισσότερα από κάθε άλλον.»
«Κι αυτό σε τι χρησιμεύει;»
«Κοιτάξτε… Θα σας δείξω, και με την ευκαιρία θα κάνουμε πιο παραγωγικό αυτό το ταξίδι. Ας υποθέσουμε ότι βάζουμε ένα στοίχημα. Ας πούμε ότι για κάθε ερώτηση που σας κάνω σχετικά με ζώα και δεν ξέρετε να μου απαντήσετε, θα μου δίνετε ένα πέσο. Και για κάθε ερώτηση που θα μου κάνετε εσείς σχετικά με ζώα κι εγώ δεν θα ξέρω να σας απαντήσω, θα σας δίνω, ας πούμε, εκατό πέσος…

Παρόλη τη διαφορά της χρηματικής αποζημίωσης, οι γνώσεις μου θα συμβάλουν να γείρει υπέρ μου η πλάστιγγα, και στο τέλος του ταξιδιού θα έχω κερδίσει και λίγα χρήματα.»
Ο χωρικός σκέφτεται, σκέφτεται… Κάνει λογαριασμούς με το νου του και με τη βοήθεια των δαχτύλων του.
Τελικά λέει:
«Είστε βέβαιος;»
«Απολύτως» απαντάει ο βιολόγος.
Ο άνθρωπος με τις χωριάτικες βράκες χώνει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα κέρμα του ενός πέσο (ένας χωρικός ποτέ δεν στοιχηματίζει εάν όεν έχει να πληρώσει).
«Ν’ αρχίσω εγώ πρώτος;» ρωτάει ο χωρικός.
«Αρχίστε» απαντάει με άνεση ο βιολόγος.
«Για ζώα;»
«Για ζώα…»
«Αοιπόν… Ποιο είναι το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά;»
«Τι;» ρωτάει ο βιολόγος.
«Ρωτάω πώς λέγεται το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά.»

Ο επιστήμονας μένει άναυδος και δείχνει συλλογισμένος.
Αμίλητος, ψάχνει μανιωδώς στη μνήμη του τη σωστή απάντηση…
Περνούν τα λεπτά.
Τότε, βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει:
«Μπορώ να χρησιμοποιήσω τα βιβλία μου;»
«Φυσικά!» απαντάει ο αγρότης.
Ο άνθρωπος της επιστήμης αρχίζει ν’ ανοίγει τον ένα τόμο μετά τον άλλον, ψάχνει στα ευρετήρια, κοιτάζει τις φωτογραφίες… Μετά, βγάζει ένα χαρτί και κρατάει σημειώσεις.
Ύστερα κατεβάζει από το ράφι μια τεράστια βαλίτσα και βγάζει από μέσα τρία χοντρά βιβλία που τα συμβουλεύεται.
Έχουν περάσει δύο ώρες και ο βιολόγος εξακολουθεί να ξεφυλλίζει βιβλία, να ψάχνει και να μουρμουρίζει ενώ κάνει ακατανόητα σχήματα στο σημειωματάριό του.
Τελικά, από τα μεγάφωνα ανακοινώνουν ότι το τρένο φτάνει στον σταθμό. Ο βιολόγος επιταχύνει, ενώ λαχανιάζει ταραγμένος. Δεν τα καταφέρνει. Όταν το τρένο κόβει ταχύτητα, ο επιστήμονας βάζει το χέρι στην τσέπη, βγάζει ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των εκατό πέσος και λέει στον χωρικό:
«Κερδίσατε… Ορίστε.»
Ο χωρικός σηκώνεται όρθιος, παίρνει το χαρτονόμισμα, το κοιτάζει ικανοποιημένος και το χώνει στην τσέπη.
«Ευχαριστώ» του λέει, και παίρνοντας το δισάκι του πάει να φύγει.
«Περιμένετε, περιμένετε» τον σταματάει ο βιολόγος. «Ποιο είναι αυτό το ζώο;»
«Ααααα… Ούτε εγώ το ξέρω…» λέει ο αγρότης. Και χώνοντας πάλι το χέρι στην τσέπη, βγάζει το ένα πέσο και το δίνει στον επιστήμονα, λέγοντας: «Ορίστε ένα πέσο. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, κύριε…»