


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
Ἔδωσα σ’ ἕναν πατέρα νὰ διαβάσει κάποιο διήγημα. Τὸ διήγημα εἶχε τὸν τίτλο «Ἡ παιδικὴ ἡλικία ἑνὸς ἀρχηγοῦ» κι ἤτανε γραμμένο ἀπὸ τὸν Ζὰν Πὼλ Σάρτρ.[1] Μοῦ τὸ γύρισε πίσω, ἀφοῦ τὸ διάβασε, ἀγαναχτισμένος. «Τί διεστραμμένα πράματα εἶν’ αὐτὰ ποὺ γράφει; Ντροπή!». Τήνε περίμενα μιὰ τέτοια ἀντίδραση. Οἱ σελίδες πού ’χε διαβάσει γκρεμίζανε μὲ σκληρὸ τρόπο ἕνα μύθο. Τὸ μύθο τῆς παιδικῆς ἀθωότητας.
Ὁ γνωστός μου πατέρας ἀρνούντανε νὰ παραδεχτεῖ πὼς εἶναι δυνατὸ κι ὁ γιός του νὰ σκέφτεται καὶ νὰ πράττει σὰν τὸ μικρὸ Λυσιὲν τοῦ διηγήματος. Ὄχι. Ὁ γιός του εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγνότητα κι ἡ ἀθωότητα. Τοῦ ζήτησα νὰ θυμηθεῖ τὴ δική του παιδικὴ ζωή. Ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπερασπίζεται τὸ ἴδιο ἐπίμονα τὴν ἀθωότητα τῆς τρυφερῆς ἡλικίας στὸ δικό του παρελθόν, ὅσο καὶ στὸ παρὸν τοῦ παιδιοῦ του. Κατάλαβα πὼς δὲν μποροῦσα νὰ τόνε μεταπείσω. Τὰ δικά του παιδικὰ χρόνια ἤτανε γι’ αὐτὸν τώρα ἕνα καταφύγιο. Εἶχαν ἀποχτήσει μιὰ ἀξία, ποὺ δὲν ἀνεχότανε μὲ κανένα τρόπο νὰ τήνε δεῖ νὰ ξεπέφτει.
Πάμπολλα λογοτεχνικὰ ἔργα, πεζὰ καὶ ποιητικά, καὶ μαζὶ ἡ νοσταλγία τῶν ἐνήλικων γιὰ τὸν καιρὸ τῆς ἀνεύθυνης καὶ ξέγνοιαστης ζωῆς τους, συντελέσανε νὰ ριζώσει στὴν κοινὴ συνείδηση ἡ ἰδέα τοῦ παιδιοῦ-ἄγγελου. Μὴν ξεχνοῦμε ἄλλωστε καὶ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πὼς γιὰ νὰ κληρομήσει κανεὶς τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν πρέπει νὰ γίνει ἁγνὸς σὰν τὰ παιδιά. Ἔτσι ὅλοι οἱ γονιοὶ πιστεύουνε στὴν ἀθωότητα τῶν βλαστῶν τους καὶ συχνὰ ἀγωνίζονται μ’ ἕναν ὑπερβολικὸ τρόπο νὰ τοὺς κρατήσουνε μακριὰ ἀπὸ κάθε θέαμα ἢ κουβέντα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λερώσει τὴ «λευκότητα τῆς ψυχῆς» τους. Εἶναι σίγουρο, ἐννιὰ φορὲς στὶς δέκα, πὼς ἂν εἴχανε τὴ δύναμη νὰ κοιτάξουνε στὰ βάθη τούτων τῶν «λευκῶν» ψυχῶν, θὰ νιώθανε μιὰ πολὺ δυσάρεστη ἔκπληξη μ’ ἐκεῖνο ποὺ θ’ ἀντικρύζανε.
Ὅμως τὰ παιδιὰ εἶναι τεχνίτες τῆς ὑποκρισίας, ὅσο δὲ φανταζόμαστε. Ξέρουνε τὴν ἀδυναμία τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας τους γιὰ τὴν τάχα ἀθωότητά τους καὶ φροντίζουνε νὰ διατηρήσουν ὅσο μποροῦνε περισσότερον καιρὸ ζωντανὸ τὸ μύθο της.
Πρέπει νὰ παρακολουθήσει κανεὶς τὸ παιδὶ στὶς σχέσεις μὲ τοὺς ὅμοιούς του, στὶς κουβέντες καὶ στὰ παιγνίδια του. Θὰ δεῖ τότε πὼς ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς κακίες τῶν μεγάλων καὶ μάλιστα στὴν πιὸ πρωτόγονη, τὴν πιὸ ἀκατέργαστη μορφή τους. Εἶν’ ἐγωιστὴς καὶ σκληρὸς πρὸς τοὺς ἄλλους. Εἶναι ἐμπαθὴς καὶ συχνὰ μνησίκακος κι ἐκδικητικός. Πολλὲς φορὲς μοιράζει τὴν ἀγάπη του ἀνάλογα μὲ τὰ ὑλικὰ ὠφελήματα ποὺ θά ’χει. Καὶ συνήθως ξέρει πολὺ περισσότερα πράματα ἀπ’ ὅ,τι νομίζουν οἱ γονιοί του γιὰ τὴ σχέση τῶν δυὸ φύλων. Τὸ παντοδύναμο ἔνστιχτο ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ὁλότελα ξυπνήσει μέσα του, βρίσκει τὴν ἐκδήλωσή του σὲ στιχάκια μὲ χυδαῖο περιεχόμενο ἢ σὲ παιγνίδια μισοαθῶα-μισοσεξουαλικά.
Δὲν εἶναι σπάνιο νὰ βρεθεῖ κανεὶς σὲ κάποια γειτονιὰ μπροστὰ σὲ μιὰ παρέα παιδιῶν ποὺ νὰ παίζουνε βασανίζοντας ἕνα ζῶο –συνήθως γάτα ἢ σκύλο. Ἂν ἔχει τὴν ὑπομονή ‒ καὶ τὴ νευρικὴ ἀντοχὴ συχνά ‒ νὰ μείνει καὶ νὰ παρακολουθήσει ὣς τὸ τέλος, θὰ δοκιμάσει κατάπληξη γιὰ τὴν ἐφευρετικότητα τῶν μικρῶν βασανιστῶν καὶ γιὰ τὴν ψυχική τους σκληρότητα. Ὄχι μόνο ἐκτελοῦνε μ’ ἀπόλυτη ψυχραιμία τ’ ἀνατριχιαστικὸ ἔργο τους, μὰ καὶ διασκεδάζουν ὁλόψυχα μὲ τοὺς σφαδασμοὺς τῆς ἀγωνίας τοῦ ζώου. Καὶ δὲν εἶναι παιδιὰ μὲ ἐγκληματικὰ ἔνστιχτα. Κάθε ἄλλο.
Γιὰ τὸ παιδὶ ἰσχύει περισσότερο κι ἀπὸ τὸν ἐνήλικο τὸ σοφιστικό: «Καλὸ εἶναι ὅ,τι μὲ συμφέρει». Ἴσως ἕνας δάσκαλος νὰ καταφέρει νὰ τὸν ἀγαπήσουνε οἱ μαθητὲς τῆς τάξης του. Ὅμως ποιός ἀπ’ αὐτοὺς θὰ λυπηθεῖ ἂν μάθει πὼς ὁ δάσκαλος ἀρρώστησε; Τὸ ἀντίθετο. Ὅλοι θὰ χαροῦνε, γιατί, καθὼς θυμούμαστε κι ἀπὸ τὰ δικά μας σχολικὰ χρόνια, ἀρρώστια τοῦ δασκάλου σημαίνει «ὄχι μάθημα». Καὶ πόσοι ἀπὸ μᾶς δὲν εὐχηθήκανε τὸ θάνατο ἐκείνου ποὺ κάποτε μᾶς ἐχτύπησε, εἴτε ξένος ἤτανε, εἴτε ὁ ἴδιος ὁ πατέρας μας; Μπορεῖ κιόλας νὰ προσευχηθήκαμε, μὲ τὴν ἁπλοϊκὴ πίστη ἐκείνης τῆς ἡλικίας, γιὰ τὸ κακό του.
Ὅλα τοῦτα ‒ καὶ πόσα ἄλλα! ‒ νομίζω πὼς εἶναι ἐλάχιστα ἀθῶα κι ἀγγελικά. Τὸ παιδὶ στὰ δέκα ἢ στὰ δώδεκα χρόνια του ἔχει μέσα του τὸ σπέρμα ὅλων τῶν κακιῶν ποὺ θ’ ἀναπτυχθοῦν ἀργότερα. Ὅπως ἔχει καὶ τὸ σπέρμα τῶν ἀρετῶν. Στὰ τριάντα ἢ στὰ σαράντα του θά ’χει τὰ ἴδια προτερήματα καὶ τὰ ἴδια ἐλαττώματα τῆς σχολικῆς ἡλικίας περισσότερο ἐξελιγμένα. Τίποτ’ ἄλλο.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Στις 24 Οκτωβρίου 1970, ο αθλητής του Παναθηναϊκού Χρήστος Παπανικολάου επιτυγχάνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα επί κοντώ με επίδοση 5,49 μ. Είναι το πρώτο παγκόσμιο ρεκόρ από έλληνα αθλητή στον στίβο…
Ήταν ένα φθινοπωρινό σαββατιάτικο απομεσήμερο στο Στάδιο Καραϊσκάκη, όταν ξεκίνησε η διεθνής συνάντηση στίβου μεταξύ των μικτών ομάδων Αθηνών και Βελιγραδίου, με ένα πρωταγωνιστή, τον Χρήστο Παπανικολάου. Ο 29χρονος αθλητής από το Διάβα Καλαμπάκας θα προσπαθούσε να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ του αγωνίσματος, που κατείχε ο μεγάλος του αντίπαλος, ανατολικογερμανός Βόλφγκανγκ Νόρντβιγκ με 5,46 μ. Γύρω στους 10.000 θεατές πήραν θέσεις στις εξέδρες του φαληρικού σταδίου με την κρυφή ελπίδα να γίνουν μάρτυρες ενός ιστορικού γεγονότος.
Ο αθλητής του Παναθηναϊκού ήταν ιδιαίτερα φορμαρισμένος, με επιδόσεις πάνω από τα 5,40 μέσα στο 1970. Τα προηγούμενα χρόνια είχε διαγράψει μια λαμπρή πορεία στο άλμα επί κοντώ και ήταν από τους κορυφαίους του αγωνίσματος. Είχε, όμως, αποτύχει σε δυο μεγάλες διοργανώσεις (Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού το 1968 και Πανευρωπαϊκούς της Αθήνας το 1969) να κατακτήσει μετάλλιο, σκορπώντας απογοήτευση στους Έλληνες φιλάθλους, Η κατάρριψη του παγκοσμίου ρεκόρ ήταν η εκπλήρωση μιας οφειλής προς αυτούς.
Η στιβική συνάντηση του Σταδίου Καραϊσκάκη ξεκίνησε στις 3 μετά το μεσημέρι. Ο Παπανικολάου εμφανίσθηκε στον αγωνιστικό χώρο στις 3:45 μ.μ. μαζί με τους συναθλητές του και επευφημήθηκε από το πλήθος. Το αγώνισμα του άλματος επί κοντώ άρχισε στις 4 μ.μ. από χαμηλά ύψη. Στις 5:10 κι ενώ ο πήχυς βρισκόταν στο 4,40 άρχισε να πνέει αντίθετος άνεμος, που δυσκόλευε τις προσπάθειες των επικοντιστών. Τότε, ο έφορος του αγωνίσματος έδωσε εντολή να χρησιμοποιηθεί το δεύτερο σκάμμα, προς τον Πειραιά και το αγώνισμα ξανάρχισε. Έως τις 5:30 που άρχισε τις προσπάθειές του ο Παπανικολάου, οι αντίπαλοί του είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα. Ο δεύτερος του αγωνίσματος Παντελής Νικολαΐδης (αθλητής του Ολυμπιακού και μετέπειτα βουλευτής του ΠΑΣΟΚ) έμεινε στα 4,40 μ. και ακολούθησε ο Καράγιοβιτς με 4,20. Ο Ηλιάδης, που συμμετείχε εκτός
Ο John D. Rockefeller ήταν ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες όλων των εποχών. Έζησε σχεδόν έναν αιώνα. Ήταν 98 ετών όταν έφυγε από τη ζωή. Ίδρυσε την εταιρεία πετρελαίου Standard Oil και διετέλεσε πρόεδρός της για 29 χρόνια.
Ο Rockefeller ήταν πιστός αναγνώστης των «New York Times». Ωστόσο, τα άσχημα νέα στην εφημερίδα τού προξενούσαν ένα αίσθημα λύπης και πάντα τούς παραπονιόταν. Πρόκειται για τα δύσκολα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετέπειτα, τότε που η παγκόσμια οικονομία κινούνταν γρήγορα προς τη «Μεγάλη Ύφεση».
Οι υπάλληλοι του Rockefeller λέγεται ότι σκέφτηκαν μια έξυπνη ιδέα. Θα σάρωναν τις καθημερινές εφημερίδες, ειδικά τους New York Times, και θα συγκέντρωναν τα καλά νέα που, παρουσιάζοντας μια νέα τετρασέλιδη εφημερίδα στον αμερικανό μεγιστάνα.. Θα ονομαζόταν «Η Εφημερίδα των Καλών Νέων».
Πράγματι, φημολογείται ότι το έκαναν και ότι ο Rockefeller πέθανε ευτυχισμένος, διαβάζοντας το φύλλο των καλών ειδήσεων για το υπόλοιπο της ζωής του.
•Δια χειρός Μυρωνα Μπικακη έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο των καλών μας ιστορικών Σοφίας Λαΐου και Μαρίνου Σαρηγιαννη.
Εκεί διασώζεται η αφήγηση ενός μεσαίου Οθωμανού αξιωματούχου του Γιουσούφ Μπέη έγκλειστου στο Ναύπλιο κατα τη πρώτη του πολιορκία του 1821.
Όταν τη διαβάσεις κάτω από τις γραμμές αντιλαμβάνεσαι τις πνευματικές ιδεολογικές απολήξεις, την κοσμοαντίληψη, της τρέχουσας νέο οθωμανικής ρητορικής του Ερντογαν, του Μπαχτσελι ακόμα και του Κιλιντσαρογλου. Έρχεται κατευθείαν νηματοειδώς, από το ιστορικό τους ασυνείδητο.
•Το Υψηλον Κράτος δεν είναι η Τουρκία. Ο Γιουσούφ δεν αυτοπροσδιορίζεται ως Τούρκος. Είναι το Κράτος της θεϊκής θέλησης τη Δικαιοσύνη του οποίου εκφράζει ο Σουλτάνος. Το Κρατος των πιστών. Ο Γιουσούφ είναι ενας πιστος. Έχει καθήκον να υποτάσσει και να επεκτείνεται. Η υποταγή είναι κάτι σαν ιεροπραξια. Μεταξύ αυτών διαφεντεύει δικαιωματικά στην «Άσπρη θάλασσα», το Αιγαίο.
Η αντιπαλότητα βιώνεται ως θρησκευτική πολύ λίγο ως εθνική. Πιστοί και άπιστοι. Οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί.
«Για τοο λόγο αυτό είναι γνωστά σε μικρούς και μεγάλους τα άτιμα έργα των Ρωμιων άπιστων τα οποία εμφανίστηκαν απροσδόκητα στις μέρες μας» γράφει ο Γιουσούφ.
•Όμως ο Γιουσούφ είχε για την εποχή του μόρφωση και συναναστροφές με άπιστους. Έτσι συλλαμβάνει περιφερειακά την εθνική διάσταση. Πρωτοφανής ενάργεια για τη γενική κοσμοαντίληψη του.
Αναφερόμενος στην Τριπολιτσά όπου το αίμα έτρεξε κρουνός γράφει:
«Αυτό ήταν το θέλημα του Παντογνώστη Θεού. Διότι η ανθρώπινη φύση και όλα τα διαφορετικά ΕΘΝΗ, υπόκεινται στη δίψα για ανεξαρτησία και μόνο εξ ανάγκης προσποιούνται ότι συναινούν και δέχονται τη δουλεία και την υποταγή. Σύμφωνα με τη θρησκευτική εχθρότητα που είναι γραμμένη στις καρδιές τους και το αίσθημα της ήττας από τη δυναμη των όπλων όποτε μπορέσουν θα αδράξουν την ευκαιρία να διαπράξουν προδοτικές και αποτρόπαιες πράξεις και να προκαλέσουν προβλήματα.
Όποτε οι Ρωμιοί άπιστοι έβγαιναν από τα όρια της υποταγής αυτό οφειλόταν στο θρησκευτικό μισος. Προσπαθούσαν να υφάνουν το δίχτυ της μοχθηρίας και να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους..κοντόφθαλμοι ραγιάδες».
•Στο μιλιέτ των Ρωμιων όπως το αποκαλεί ο Γιουσούφ ο θρησκευτικός αυτοπροσδιορισμός κάλυπτε τις πολυποίκιλες διαιρέσεις και αντιπαλότητες. Δεν είχαν ανακαλυφθεί οι Τούρκοι αλλά ακόμα στο λαό ούτε και οι Έλληνες Χριστιανοί που μιλούσαν τη ρωμεικη γλώσσα. Γιόρταζαν κατα τον Γιουσούφ τη γιορτή «του κόκκινου αβγού». Ειδωλολάτρες.
•Ευκολοανάγνωστο και χρήσιμο βιβλίο με λίγο παραφορτωμένη σε λεπτομέρειες εισαγωγή.
Πάνος Μπιτσαξής





Photo by manolis



Ἰδὼν τότε ὁ Σπῦρος ὅτι διὰ τῶν ἀπειλῶν οὐδὲν κατώρθου, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος ἐγίνετο, ἀπεφάσισε νὰ μεταχειρισθῇ τὰς δεήσεις. Εἰς τὰ τοιαῦτα, δεήσεις καὶ δάκρυα, οἱ ἀργοὶ εἶνε θαυμάσιοι· ἠμποροῦν νὰ μεταπείσουν καὶ αὐτὸν τὸν μπάρμπα−Σταυρῆ νᾶ μεταβάλῃ γνώμην περὶ αὐτῶν, ὄχι τὴν γυναικεῖαν τῆς Ἀρφανούλας διάνοιαν, ἡ ὁποία ἐπείθετο ἀμέσως ὡς τὸ μικρὸν παιδίον.
− Μὴ βλέπῃς, ἔλεγε κλαίων σχεδὸν ὁ Σπῦρος, μὴ ἀκούῃς. Ἀρφανοῦλα μου, μὲ κυνηγᾷ ἡ ἀτυχία. Ξέρω ἐγὼ τὴν δουλειά μου. Ἂς μὴν ἄνοιγε τὸ διπλανὸ καφενεῖο, καὶ θἄβλεπες σήμερα τὸν Σπύρο. Ἂς ἔπεφτε ὁ γέρως, νὰ διαλυθῇ ἡ βουλή, καὶ θἄβλεπες τὸν Σπύρο ‘ς τὴν Πάτρα, ‘ς τὴν σταφίδα νὰ γυρίσῃ πίσω μὲ χρυσᾶ ὡρολόγια.
Γυνὴ ἦτο, ἀδελφή του ἦτο, εὐσπλαγχνικὴ φύσις ἦτο.
Ἡ Ἀρφανοῦλα ἐκάμφθη.
Καὶ ὁ Σπῦρος μετά τινας ἡμέρας, ἐκεῖ παρὰ τὴν Ἁγίαν Μαρίναν, χωμένος μέσα εἰς ἕνα μικρὸν ἐμπορικάκι, γεμᾶτο ψιλικὰ ποικιλώνυμα, μὲ κατάστιχα, μὲ καλαμάρια, καὶ πέννες νὰ σημειώνῃ, μὲ ἀπομεινάρια τοῦ ἐργοστασίου τῆς Ἀρφανούλας διὰ τὰς πτωχὰς ἐκεῖ κορασίδας, ποῦ τρελλαίνονται γιὰ ἕνα φτερό, ἢ γιὰ ἕνα ψευδοάνθος, ἐπώλει, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καὶ ὁ ἴδιος τί κάμνει.
− Πῆγες καμμιὰ μέρα, νὰ ἰδῇς τί κάμνει ἐκεῖνος ὁ ἀδελφός σου;
Ἠρώτησε μετά τινας μῆνας τὴν Ἀρφανοῦλαν ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς, θυμωμένος διότι δὲν εἰσηκούσθη.
− Εἶχα καιρόν; … Ἀπήντησεν ἡ Ἀρφανοῦλα.
Ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς ὅμως, τὰκ−τὰκ περιερχόμενος ὅλας τὰς συνοικίας καθ’ ἑκάστην, εἶχε καιρόν. Καὶ ἔμαθεν ὅτι εἰς τὴν Ἁγίαν Μαρίναν ἄνοιξεν ἕνα ἐμπορικάκι ποῦ πωλεῖ φθηνά, πάμφθηνα, ποῦ δὲ ζητάει τὰ βερεσέδια ὁ ἐμποράκος, ποῦ δὲν σημειόνει, ποῦ τὸν γελᾶνε τὰ παιδάκια καὶ τὰ κοριτσάκια· ποὺ τοῦ κλέβουν τὰ κονδύλια καὶ τὴς πλάκαις καὶ τὴς κορδελίτσαις ἀπὸ μπροστὰ ἀπο τὰ μάτια του, καὶ τόσα ἄλλα.
Ἡ Ἀρφανοῦλα τὰ εἶπεν αὐτὰ εἰς τὸν ἀδελφόν της, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ τὸν μπάρμπα−Σταυρῆν. Ἀλλ’ ὁ Σπῦρος τὰ διέψευδεν. Ἔλεγεν ὅτι τὰ διαδίδει αὐτὰ ἕνας φούρναρης ἐκεῖ δίπλα του, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ εἶδεν ὅτι τὸ μαγαζάκι του ἔκαμνε δουλειά, παρήγγειλε καὶ αὐτὸς καὶ τοῦ ἔφκιασαν μέσα εἰς τὸν φοῦρνον μιὰ μόστρα καὶ ἔβαλε κάμποσα ψιλικὰ καὶ αὐτὸς καὶ τὰ κατέβασεν ἐλεεινά, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶνε ὅτι τοῦ ἔκοψε τοῦ Σπύρου τοὺς μουστερῆδες. Γιατὶ αὐτὸς εἶνε κατεργάρης καὶ ὅσα σπίτια δὲν στέλνουν τὰ παιδιά τους νὰ ψωνίσουν τὰ ψιλικὰ ἀπὸ αὐτόν, δὲν τοὺς δίνει ψωμὶ κρέντιτο. Νά, αὐτὰ εἶνε τὰ σωστά. Ὅτι δηλαδή, Ἀρφανοῦλα μου, ἡ ἀτυχία μὲ κυνηγᾷ· καὶ νὰ πῇς χαιρετίσματα εἰς τὸν μπάρμπα−Σταυρῆν ὅτι ὁ Σπῦρος εἰμπορεῖ νὰ εἶνε ἄτυχος, τεμπέλης ὅμως δὲν εἶνε.
Ἡ Ἀρφανοῦλα ἕνεκα συσσωρεύσεως παραγγελιῶν ἐν τῷ ἐργοστασίῳ, δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ φροντίσῃ ἐγκαίρως· καὶ οὕτως μὲ τὴν νέαν ἐπιχείρησιν τοῦ ἀδελφοῦ της ἐζημιώθη ἄλλας χιλίας δραχμάς.
Ἐπῆγε νὰ σκάσῃ ἀπὸ τὸν θυμόν του ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς. Ἀλλ’ ἐνόμιζε πλέον ὅτι ἡ Ἀρφανοῦλα ἔβαλε γνῶσιν, ὅτε τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτοχρονιᾶς ἐλθὼν νὰ χαιρετίσῃ τὴν ἀνεψιάν του διὰ τὰ Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει καὶ ἡτοίμαζε διάφορα παιγνιδάκια καὶ ἀθύρματα πολλά, σωρὸν μεγάλον.
Ὁ Σπῦρος ἔλειπε.
− Τί εἶν’ αὐτὰ Ἀρφανοῦλα; ἠρώτησεν ὁ θεῖός της. Κἄτι πολλὰ δῶρα θὰ κάμῃς ἐφέτος. Μήπως τὸν ἀρραβώνιασες τὸν Σπῦρο, κρυφὰ ἀπὸ τὸν μπάρμπα−Σταυρῆν; Νὰ σοῦ πῶ, δὲν θὰ ἦταν ἄσχημα. Ὁ γάμος εἶνε σἂν τὸ τυπογραφικὸ πιεστήριον καὶ μπορεῖ νὰ στρώσῃ καὶ ὁ Σπῦρος.

Ἡ Ἀρφανοῦλα ἐγέλασε. Καὶ διηγήθη εἶτα εἰς τὸν θεῖόν της τὰ συμβαίνοντα.
−Τί νὰ σοῦ πῶ, μπάρμπα−Σταυρῆ. Τὸν λυπήθηκα. Δὲν βαστᾷ ἡ ψυχή μου. Δὲν ἔχει παντελόνι νὰ φορέσῃ. Ἔπεσε ‘ς τὰ πόδια μου μὲ τὰ δάκρυα, σἂν μωρό, καὶ μοῦ εἶπεν. Ἀπ’ τὸν Θεὸν καὶ στὰ χέρια σου, ἀδελφούλα μου. Ἄλλη φορὰ δὲν θὰ σὲ βαρύνω. Δάνεισέ μου ἕνα κατοστάρικο νὰ στήσω ‘ς τὴν Καπνικαρέα ἕνα τραπέζι νὰ πωλήσω Πρωτοχρονιάτικα, νὰ βγάλω μιὰ φορεσιὰ ροῦχα τὸ ἐλάχιστο. Σὲ λίγαις ἡμέραις θὰ τὸν φᾶνε τὸν Γέρω, τέλος πάντων. Καὶ ἄλλη φορὰ δὲν θὰ σὲ βαρύνω. Τὸ βλέπω κ’ ἐγώ. Κοντζάμ ἄνδρας ὡς ἐκεῖ ἐπάνω, νὰ μένω χωρὶς δουλειά! Φταίει καὶ ὁ μακαρίτης ὁ γέρω−Λαχανᾶς. Ὅταν μοῦ ἔλεγε, βρὲ Σπυράκι μου, βρὲ Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αὐτὸς μέσα ‘ς τὸν ἱδρῶτα καὶ τὰ χώματα, ἔπρεπε νὰ σηκώσῃ τὴν τσάπα του νὰ μοῦ κάμῃ μιὰ τρύπα ‘ς τὸ ξερό μου, νὰ ἔμβῃ μέσα ὀλίγη γνῶσις.
Καὶ ἔκλαιεν ὁ καϋμένος…
Τὸν λυπήθηκα μπάρμπα−Σταυρῆ. Ἔπειτα νὰ ποῦμε καὶ τοῦ φτωχοῦ τὸ δίκαιο. Τὸν κυνηγᾷ καὶ ἡ κακοτυχία. Δὲν εἶνε μονάχη ἡ κακομοιριά.
− Μὰ δὲν ξέρεις, κορίτσι μου, ὅτι ὅπου κακομοιριά, ἐκεῖ καὶ κακοτυχία;…
Οὕτω λοιπὸν ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, μὲ τὴν πονηρίαν του καὶ μὲ τὴν φυσικὴν ἀγαθότητα τῆς Ἀρφανούλας τὰ κατάφερε πάλιν· καὶ τὸν εἴδομεν τὴν παραμονὴν τῆς πρωτοχρονιᾶς πρωῒ − πρωΐ, παρὰ τὸ Ἅγιον Βῆμα τῆς Καπνικαρέας, ἐμπρὸς εἰς μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα εὐθηνὰ ἀθυρμάτια, στρέφοντα, τῇ συμβουλῇ τοῦ θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν ἐκεῖ θρηνητικῶς, πρώτην − πρώτην αὐτήν, ὡς τὸ ἐγερτήριον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς ὁδοῦ, τὴν τρελλὴν ἐκείνην ἡμέραν.
Ἀλλὰ μόλις ἐξηφανίσθη ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς μὲ τὰ τρία ξύλα του, ὡς εἴδομεν, καὶ ψεκάδες πυκναὶ ἤρχισαν νὰ πίπτουν.
Ὁ ἄνεμος ἐτράπη πρὸς τὸ βορειοανατολικὸν τοῦ ὁρίζοντος καὶ μετ’ ὀλίγον βροχὴ δαρτὴ ἤρχισε νὰ πίπτῃ. Θόρυβος ἐπηκολούθησε τότε καὶ ταραχὴ μεγάλη εἰς τὰς πέριξ ἐκεῖ ἄλλας τραπέζας τῶν παιγνιοπωλῶν, καὶ φωναὶ καὶ βλασφημίαι ἠκούσθησαν. Ἄλλοι μὲ λευκὰς σινδόνας ἐσκέπαζον τὰ πρὸς πώλησιν ἀθύρματα, ὡς νὰ τὰ ἐσαβάνοναν, καὶ ἄλλοι εἰσεκόμιζον τὰς τραπέζας των εἰς τὰ ἐγγὺς ἐμπορικά. Οἱ ἔμποροι, ἀπηλπισμένοι συνέκρουον τὰς χεῖράς των ὡς οἱ σταφιδοκτήμονες, βραχείσης τῆς σταφίδος. Οἱ ὑπάλληλοί των ἐγελοῦσαν σκαστά.
Ὁ Σπῦρος τότε τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, ἀνοίξας τὴν ὀμβρέλλαν του, εἶχεν αὐτὴν τὴν πρόνοιαν, μὲ ὅλην τὴν ἀνικανότητά του ἦτο γεμάτος πονηρίαν, ἀνέμενε νὰ παύσῃ ἡ βροχὴ κ’ ἐξηκολούθει νὰ συστρέφῃ τὴν τεραστίαν ροκάναν.
Οὐδεὶς διαβάτης ἐτόλμησε νὰ προβάλῃ ἐπὶ τόσας ὥρας καὶ ἐκινδύνευε νὰ κηδευθῇ ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ ἔτους ἐκείνου ἄνευ τῆς προπομπῆς, ἀλλὰ μόνον μὲ τοὺς θρηνητικοὺς κρωγμοὺς τῆς ροκάνας τοῦ Σπύρου, τοῦ υἱοῦ τοῦ γέρω−Λαχανᾶ.
Διότι ἀληθῶς μετ’ ὀλίγον ὁρμητικὴ θύελλα ἐκραγεῖσα, θαρρεῖς καὶ ἀπέλυσεν ἐπὶ τῆς πόλεως ὁλόκληρον τροῦμπαν. Καταρράκται κατακλυσμοῦ ἀνοίχθησαν καὶ ρεῦμα μετὰ ἠχηρᾶς βοῆς κατῆλθεν ἀμέσως ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρέσυρε πᾶν τὸ προστυχόν. Οἱ ἔμποροι ἔσπευδον ν’ ἀποσύρωσιν ἀπὸ τῶν θυρῶν των τὰ πρὸς πώλησιν πράγματα. Ἡ δὲ τράπεζα τοῦ Σπύρου, μὴ προνοήσαντος νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ἐγκαίρως εἴς τι ἐμπορικόν, ὡς ἔπραξαν πρὸ μικροῦ οἱ ἄλλοι παιγνιοπῶλαι, ἀνετράπη φεῦ! καὶ τὰ παίγνια ὅλα καὶ ὅλα τὰ ἀθύρματά του οἰκτρῶς παρεσύρθησαν ὑπὸ τοῦ χειμάρρου κ’ ἐξηφανίσθησαν εἰς τὴν ἐκεῖ πλησίον μεγάλην καταβόθραν.
Καὶ ἐσώθη μόνος ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, ὡς ὁ τελευταῖος ἄγγελος τοῦ Ἰώβ, ἵνα ἀναγγείλῃ τὴν θλιβερὰν εἴδησιν εἰς τὴν ἀδελφήν του.
− Πὲς χαιρετίσματα εἰς τὸν μπάρμπα−Σταυρῆ, εἶπε θρηνῶν ὁ Σπῦρος, πές του ποῦ ξέρῃ νὰ κάνῃ τὸ ξυλόσοφο, ὅτι ὁ Σπῦρος δὲν εἶνε τεμπέλης, ἀλλὰ τὸν κατατρέχει ἡ ἀτυχία…
Κατόπιν, μετὰ μεσημβρίαν, ὁ οὐρανὸς τῆς Ἀττικῆς, ὁ ἀπατεών, ἐξαστέρωσε κ’ ἔγεινεν ἀρκετὴ κίνησις, ὁ δὲ σχηματισθεὶς βόρβορος συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀνυψώσῃ εἰς βακχικὴν τελετήν, τὴν γενομένην ἐκεῖνο τὸ ἔτος παρέλασιν τῶν Ἀθηναίων.
− Δὲν ξεύρω, τέλος πάντων, ἔλεγεν ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς ὁ Ξυλοπόδαρος, ἐλθὼν τὴν ἐπαύριον νὰ χαιρετίσῃ τὴν Ἀρφανοῦλαν, δὲν ξεύρω ποῖος πταίει, ὁ ἀδελφός σου ἢ ἡ ἀτυχία του. Σοῦ τὸ εἶπα ὅμως καὶ ἄλλαις φοραίς. Ὅπου κακομοιριὰ ἐκεῖ καὶ ἀτυχία. Ἔπειτα ἐσὺ διαβάζεις βιβλία. Δὲν ξεύρεις ὅτι «κακομοίρης» θὰ πῇ ἄτυχος; Τὸ βέβαιον ὅμως εἶνε, ἐτελείωσεν ὁ μπάρμπα−Σταυρῆς, ὅτι ἂν ὁ Σπῦρος ἐπήγαινεν ἀπὸ μικρὸς σὲ κανένα Μοναστῆρι, μποροῦσε σήμερα νὰ εἶνε κάτι τι. Κ’ ἐκτύπησε τὸν ξύλινον πόδα του κραταιῶς ἐπὶ τοῦ πατώματος, ὡς νὰ ἐκτυποῦσε τὴν κεφαλήν του, διότι δὲν τὸ εἶπεν αὐτό, ὅταν ἔπρεπε.
Απόσπασμα από την «Αρφανούλα», διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη
(πηγή: greek-language.gr, Aλ. Μωραϊτίδης, «Διηγήματα», πρόλ. Βλ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, Σιδέρης, 1921, σελ. 161−180)
Ο σκιαθίτης λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1850 και απεβίωσε στις 25 Οκτωβρίου 1929.


