Μην ανοίγεσαι πολύ στους άλλους..
γιατί στην εποχή της ζήλειας και του φθόνου:
ο τυφλός βλέπει…
ο μουγγός μιλάει…
ο κουφός ακούει….

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Μην ανοίγεσαι πολύ στους άλλους..
γιατί στην εποχή της ζήλειας και του φθόνου:
ο τυφλός βλέπει…
ο μουγγός μιλάει…
ο κουφός ακούει….
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί* γράφει ότι: το απαρέμφατο επέτρεψε στους Ελληνες να δημιουργήσουν αφηρημένη σκέψη, να περάσουν από την «πράξη» στο «πράττειν». Κι ας πούμε ότι αυτά είναι αρχαία πράγματα. Γιατί τα γαλλικά ή τα ιταλικά κρατούν το απαρέμφατο ενώ τα ελληνικά, εξαιτίας μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, το κατήργησαν; Τι κερδίσαμε; Και τι κερδίσαμε από τον περιορισμό της σημασίας των μετοχών ή την κατάργηση της τρίτης κλίσεως; Πόσους ξενίζει σήμερα η διατύπωση της «διεθνής κατάστασης» στις ειδήσεις;
*Η Ζακλίν ντε Ροµιγύ γεννήθηκε στη Σαρτρ της Γαλλίας το 1913 και πέθανε στο Παρίσι το 2010. Σπούδασε Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά στο Lycée Molière και το 1933 εισήχθη στην École Normale Supérieure. Δίδαξε αρχαία ελληνικά στα Πανεπιστήµια του Μπορντό (1939-1949), της Λιλ (1949-1957) και της Σορβόννης (1957-1973). Το 1973 κατέλαβε την έδρα ων Ελληνικών στο Collège de France, όπου δίδαξε την αρχαιοελληνική ηθική και πολιτική σκέψη. Υπήρξε επίσης η πρώτη γυναίκα µέλος της Académie des inscriptions et belles-lettres (1975). Το 1995 πήρε την ελληνική υπηκοότητα και το 2001 ανακηρύχθηκε «πρέσβειρα του Ελληνισµού».




Σήμερα δευτεροετής ιατρικής .
Κουίζ: ποια είναι από τις εικονιζόμενες;
Ο άνθρωπος έχει μια παλιά, σχεδόν ενστικτώδη συνήθεια: να κρίνει γρήγορα. Να αποφαίνεται από το βλέμμα, την εμφάνιση, το ύφος, το ρούχο, τον τρόπο που περπατά κάποιος. Η «κατ’ όψιν κρίσις» είναι η ευκολότερη μορφή κρίσης∙ μοιάζει με φωτογραφία που τραβήχτηκε βιαστικά, χωρίς φως, χωρίς βάθος. Βλέπουμε μόνο το περίγραμμα, όχι την ουσία.
Η φράση «Μην την κατ’ όψιν κρίσιν κρίνετε, αλλά την δίκαια» έρχεται ως προτροπή να ξεπεράσουμε αυτόν τον πειρασμό του πρόχειρου. Μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια ενός ανθρώπου δεν βρίσκεται στο πρόσωπο, αλλά στο βίο του. Όχι στο ύφος, αλλά στις πράξεις του. Όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά σε εκείνο που αποκαλύπτεται όταν δοκιμαστεί.
Η εξωτερική κρίση είναι πάντοτε ελλιπής. Στηρίζεται σε εντυπώσεις, προκαταλήψεις, στερεότυπα, σε μια ματιά που βλέπει γρήγορα αλλά όχι βαθιά. Είναι ο εύκολος δρόμος. Αντίθετα, η «δίκαια κρίσις» απαιτεί κόπο: να ακούσεις πριν μιλήσεις, να παρατηρήσεις πριν συμπεράνεις, να γνωρίσεις πριν απορρίψεις. Είναι μια εσωτερική άσκηση δικαιοσύνης, όπου τα φαινόμενα δεν έχουν την τελευταία λέξη.
Πόσες φορές άνθρωποι που έμοιαζαν απόμακροι αποδείχθηκαν γενναιόδωροι;
Πόσες φορές εκείνοι που γελούσαν εύκολα έκρυβαν θλίψη ή αδιαφορία;
Πόσες φορές ένας «κλειστός» χαρακτήρας κουβαλούσε μεγαλύτερη καλοσύνη από όλους εκείνους που διακήρυσσαν την αρετή τους;
Η δίκαιη κρίση απαιτεί να αναγνωρίσουμε ότι όλοι κουβαλούν ιστορίες που δεν γνωρίζουμε. Πληγές που δεν φαίνονται, φόβους που δεν ομολογούνται, αρετές που δεν φωνάζουν για να φανούν. Το βλέμμα πρέπει να γίνει πιο ταπεινό, πιο προσεκτικό, πιο ανθρώπινο.
Στο τέλος, ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που επιλέγει να κάνει όταν κανείς δεν τον χειροκροτεί. Εκεί, στην αθόρυβη πράξη, αποκαλύπτεται αν η καρδιά είναι καλή ή σκοτεινή. Και τότε η εξωτερική εντύπωση μοιάζει με καπνό που διαλύεται.
Γι’ αυτό η φράση παραμένει διαχρονική:
μην κρίνεις από το έξω∙ η δικαιοσύνη κατοικεί στο μέσα.
Αγαπητέ παλιέ καλέ μου μαθητή και σήμερα αγαπητέ μου φίλε Κώστα, εύχομαι τόσο εσύ προσωπικά, όσο και οικογένειά σου να είστε καλά.
Σήμερα γυρίζοντας στο σπίτι από εξωτερικές δουλειές με μεγάλη χαρά είδα να με περιμένει ένα βιβλίο, έργο του παλιό μου μαθητή Κώστα Μπερτσιά. Και επειδή δεν είναι του τύπου μου να χρονοτριβώ, άρχισα να ξεφυλλίζω το βιβλίο και να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Κάθισα μέχρι το απόγευμα και διάβασα αρκετά.
Κώστα, όλο το περιεχόμενο του βιβλίου είναι πολύ ωραίο με βάθος, με περιεχόμενο
Έχει βαθιά πνευματικότητα, που δημιουργεί σκέψεις και προβληματισμούς, ξεκινάς από παλιά κάνοντας μια περιήγηση από το ξεκίνημα της ζωή σου, από τα παιδικά και στη συνέχεια νεανικά σου χρόνια, περνάς από το σήμερα, για να φτάσεις στο αύριο, με όλες τις αναμνήσεις, την νοσταλγία, τα όνειρα, τις επιθυμίες του χθες.
Αυτή η αναφορά σου στο παρελθόν, μου έφερε δάκρυα στα μάτια και αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο, διότι όπως λέει και Όσκαρ Ουάλτ δεν υπάρχει μέλλον, εάν δεν υπάρχει παρελθόν.
Πόσο συγκινητική η ευαισθησία σου, το συναίσθημα σου από το ένα θέμα στο άλλο. Και δεν είναι μόνο το περιεχόμενο του κάθε θέματος, είναι και η αισθητική του λόγου σου που φέρνει όλα σου τα βιώματα στην επιφάνεια. Και τώρα θέλοντας να αξιολογήσω αυτό σου το έργο ακόμη περισσότερο, θα έλεγα ότι εσύ δεν έγινες, αλλά γεννήθηκες συγγραφέας. Και για να θεμελιώσω αυτό που λέω, αναφέρω την λατινική ρήση, poeta hascitur, non fit, δηλαδή ο δημιουργός γεννιέται, δεν γίνεται! Και αυτό να μη θεωρηθεί υπερβολικό, διότι εγώ δεν κάνω φιλοφρονήσεις. Και να κάνω και λίγο χιούμορ, εάν είχα πει ψέματα, θα είχα πάει στην πολιτική για να κοροϊδεύω.
Κάθε σου έργο, Κώστα είναι μια δημιουργία, είναι μια προσφορά στους λίγους σκεπτόμενους και πνευματικούς ανθρώπους και όχι στην pleba (όχλο) της τηλεόρασης.
Κώστα, συνέχισε να γράφεις και με το στοχασμό, την ευαισθησία και το συναίσθημά σου θα φτάσεις στην κορυφή του πνευματικού, δημιουργικού σου «Παρνασσού».
Με ατελείωτη εκτίμηση και αγάπη
Ελένη Χριστόπουλου, η φιλόλογος καθηγήτρια σου στο εξατάξιο γυμνάσιο Λιδωρικίου.

Υπάρχει μια παράδοξη όψη στην ανθρώπινη ψυχή: συχνά είναι πιο εύκολο να δώσουμε συλλυπητήρια παρά συγχαρητήρια. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ευγένεια ή στη συνήθεια, αλλά σε κάτι βαθύτερο και πιο σκοτεινό — στη λεπτή ψευδαίσθηση ότι, μέσα στη λύπη του άλλου, εμείς στεκόμαστε λίγο ψηλότερα.
Όταν προσφέρουμε συλλυπητήρια, βρισκόμαστε —έστω και ασυναίσθητα— στη θέση του “δυνατού”. Ο άλλος πληγώθηκε, εμείς όχι· ο άλλος παραπατά, εμείς στεκόμαστε όρθιοι. Η ζωή, προς στιγμήν, μάς έχει χαρίσει τη θέση του αλώβητου. Και μέσα σε αυτή την ασφάλεια του «εγώ αντέχω ακόμη», τα λόγια της παρηγοριάς βγαίνουν εύκολα. Η συμπόνια γίνεται σχεδόν αυτόματη. Δεν κινδυνεύουμε· δεν συγκρινόμαστε· δεν εκτιθέμεθα.
Αντίθετα, στα συγχαρητήρια καλούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι ο άλλος βρίσκεται σε θέση ανώτερη από τη δική μας: πέτυχε, προχώρησε, ξεχώρισε. Εκεί δεν μπορούμε να σταθούμε ως «δυνατοί». Η χαρά του άλλου μάς ζητά να ξεπεράσουμε τη δική μας μικρότητα, να νικήσουμε τον εγωισμό μας, να πανηγυρίσουμε για κάτι που δεν είναι δικό μας. Τα συγχαρητήρια απαιτούν γενναιότητα — γιατί απαιτούν ισότητα.
Έτσι, τα συλλυπητήρια συχνά κρύβουν μια ήσυχη αίσθηση υπεροχής, ενώ τα συγχαρητήρια απαιτούν αληθινή αρετή. Η λύπη του άλλου μάς επιτρέπει να σταθούμε από πάνω· η χαρά του μάς ζητά να σταθούμε δίπλα.
Κι ίσως εδώ κρύβεται και το μέτρο του χαρακτήρα μας:
να μπορούμε να μοιραζόμαστε όχι μόνο τα βάρη, αλλά και το φως.
Γιατί μόνο όταν συγχαίρουμε χωρίς σκιά, τότε είμαστε πραγματικά γενναιόδωροι άνθρωποι.

Η σωστή ορθογραφία είναι συγγνώμη, με δύο «γ». Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική “συγγνώμη” (< συν + γνώμη) και γράφεται με “γγ”, όχι με ένα «γ».


