Απόσπασμα από την συνέντευξη της ποιήτριας Φίλιας Κανελλοπούλου στο Βήμα

Ο έρωτας είναι σημαντικός στη ζωή σου; Όσο σημαντικός φαίνεται να είναι μέσα από την ποίησή σου;

«Είναι πάρα πολύ. Βασικά, δεν μπορώ να υπάρξω αν δεν είμαι ερωτευμένη. Οπότε, στις φορές που η ζωή μου το πήρε αυτό για κάποιους λόγους, πένθησα πολύ. Η έμπνευση, όπως είπα, του πρώτου βιβλίου ήταν φίλος ο οποίος έφυγε και με τον οποίο εγώ ήμουν ερωτευμένη. Και σε αυτή τη δεύτερη συλλογή, οι εκδοχές της ζωής είναι η δική μου και η δική του – του απέναντι υποκειμένου. Ο έρωτας αποτελεί έμπνευση, αλλά στη ζωή μου δεν έχει να κάνει μόνο με το υποκείμενο. Έχει τύχει να μην είμαι ερωτευμένη και να είμαι εξαιρετικά παραγωγική γιατί είμαι, για παράδειγμα, κοντά σε φιλικά μου άτομα και νιώθω αυτή την έλξη που δεν είναι πάντοτε ερωτική. Προσωπικά, θεωρώ πολύ σημαντικό να υπάρχει αυτή η έλξη σε όλες τις σχέσεις. Δεν μπορώ να κάνω ούτε φίλους αν δεν νιώθω μια έλξη. Μου συμβαίνει επίσης με τη φύση. Όταν είμαι στη φύση νιώθω σαν να είμαι ερωτευμένη.»

Έχεις έναν τρόπο να παίρνεις κάτι το κοινό, το πεζό, το αδιάφορο και να το κάνεις ποίηση…

«Είναι κάτι που μου αρέσει πολύ να κάνω γιατί πιστεύω ότι οι ιστορίες κρύβονται στα πράγματα που δεν λέγονται και που δεν φαίνονται. Αυτές τις ιστορίες μου αρέσει να βρίσκω και να τις καταγράφω. Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Έμενα κάποτε στη Θεσσαλονίκη, στον έβδομο όροφο μιας πολυκατοικίας, και για κάποιο λόγο άκουγα όλα τα διαμερίσματα. Οι αποκάτω κάθε μέρα βρίζονταν. Ουρλιάζανε, φωνάζανε. Ηρεμία ποτέ. Κι ένα βράδυ μόνο τους άκουσα να κάνουν έρωτα. Αυτή η μικρή ιστορία έγινε ένα χαϊκού και βρίσκεται στις “Εκδοχές της Ζωής”.»

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Φιλίας Κανελλοπούλου «Εκδοχές της Ζωής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οροπέδιο.

«Τείχη»

[Θαυμάστε την μαεστρία του ποιητή: αιδώ και εδώ ( πρώτος και τρίτος στίχος), τείχη και τύχη, είχον και ήχον κτλ ]

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κ. Καβάφης

Το χάος και η Δικαιοσύνη

•Διερωτήθηκα και το έψαξα ,αν η λέξη χάος έχει πληθυντικό η αν το ουδέτερο χάος εμπεριέχει όλα τα χάη.Τελικά έχει.Τα χάη των χαών.Το λέω γιατί το χάος της Δικαιοσύνης εμπεριέχει πολλά επι μέρους χάη.Όλα όμως ενώνονται σε ένα κεντρικό χάος.Την αρνησιδικία.
•Κάποτε μιλούσαμε για βραδυπορία για καθυστέρηση.Τώρα το πράγμα έχει αναβαθμιστεί.Μιλάμε για αυτοκατάργηση της τρίτης εξουσίας.Γιατί όταν μια ,ακομα και απλή υπόθεση ,χρειάζεται χρόνια ατελείωτα,συχνά δεκαετίες ,όταν επιλύεται σε συνθηκες που έχουν ριζικά μεταβληθεί τα πάντα ,τοτε η δικαιοσύνη είναι το λιγότερο προσχηματική.Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασιας ακυρώνεται.Τούτο δε οφελεί προεχοντως τον εν αδίκω διάδικο.Τι να σας πω.Κάθε δικηγόρος αν τον ρωτούσατε θα γέμιζε τόμο με τις εμπειριες του.
•Διερωτώμαι αν η κυβέρνηση έχει συνείδηση του χάους.Μάλλον όχι.Η συνείδηση του προβληματος προϋποθέτει ικανότητα να το αντιληφθείς ,ως προς τη φύση και τις επιπτώσεις του.Τέτοια ικανότητα δεν υπάρχει.4 χρόνια δεν έχει αλλάξει τίποτα.Αντίθετα η κατάσταση επιδεινώνεται διαρκώς ,παρά τη τεχνολογία.
•Μιλάμε για πολιτική ευθύνη.Άκουγα τον Υπουργό Δικαιοσύνης να εξαίρει την ευθιξία του Καραμανλή και την ανάληψη πολιτικής ευθύνης.Τη δίκη του πολιτικη ευθύνη την έχει σκεφτεί;Δεν νομίζω.Γιατί δεν φταιω εγώ,δεν φταις εσυ,φταίνε πάντα οι άλλοι.

Πάνος Μπιτσαξής

Οἱ ἀ­να­κρί­σεις γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας καὶ τῆς για­γιᾶς της!

Χρῖ­στος Δάλ­κος

ΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας καὶ τῆς για­γιᾶς της, ὅ­λοι ἐλ­πί­σα­με ὅ­τι τὸ μα­χαί­ρι θὰ ἔ­φτα­νε ὣς τὸ κόκ­κα­λο καὶ ὅ­τι δὲν θὰ συγ­κα­λύ­πτον­ταν οἱ τε­ρά­στι­ες εὐ­θύ­νες τῆς μη­τέ­ρας ἢ καὶ τοῦ (ἀ­νύ­παρ­κτου) πα­τέ­ρα, καὶ δὲν θὰ φορ­τώ­νον­ταν μο­νο­με­ρῶς στὸν με­γά­λο κα­κὸ λύ­κο.

        Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀπ᾿ τὴν ἀρ­χή, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χῃ καμ­μί­α πα­ρε­ξή­γη­ση: Δὲν ἀρ­νοῦ­μαι ὅ­τι ὁ λύ­κος κα­τά­πι­ε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα καὶ τὴν για­γιά της — ἐξ ἄλ­λου αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ φύ­ση του καὶ ἡ δου­λειά του — δι­ε­ρω­τῶ­μαι ἁ­πλῶς ποι­ά ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ μέ­τρα ποὺ ἐ­λή­φθη­σαν ὥ­στε νὰ μὴν δι­ευ­κο­λυν­θῇ ἡ ἀν­θρω­πο­βό­ρα δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του.

        Ἀπ᾿ αὐ­τὴν τὴν ἄ­πο­ψη, κά­νει ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ ἀ­να­κρι­τι­κὲς ἀρ­χὲς δὲν ἐ­πι­χει­ροῦν οὔ­τε κατ᾿ ἐ­λά­χι­στον νὰ δώ­σουν ἀ­πάν­τη­ση σὲ δύ­ο εὔ­λο­γα ἐ­ρω­τή­μα­τα:

        α) Για­τί ἡ για­γιὰ μέ­νει στὸ δά­σος καὶ δὲν εἶ­ναι ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νη στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὴν κό­ρη καὶ τὴν ἐγ­γό­να της;

        β) Για­τί ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, μὲ τὴν ἀ­πο­στο­λή της στὸ δά­σος, ἐ­κτί­θε­ται στὸν προ­φα­νῆ κίν­δυ­νο νὰ φα­γω­θῇ ἀ­πὸ τὸν λύ­κο;

        Ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ στὰ δύ­ο ἐ­ρω­τή­μα­τα ἀ­να­δει­κνύ­ει τὶς τε­ρά­στι­ες ἕ­ως ἐγ­κλη­μα­τι­κὲς εὐ­θύ­νες τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἐμ­βάλ­λει σὲ ὑ­πο­ψί­ες γιὰ ἐν­δε­χό­με­νο δό­λο, ἤ­τοι γιὰ πρό­θε­σή της νὰ ἀ­παλ­λα­γῇ ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὴν για­γιὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα.

        Ἡ ἄρ­νη­ση τῶν ἀ­να­κρι­τι­κῶν ἀρ­χῶν νὰ θέ­σουν — πό­σῳ μᾶλ­λον νὰ ἀ­παν­τή­σουν — τὰ ἀ­μεί­λι­κτα ἐ­ρω­τή­μα­τα προ­ϊ­δε­ά­ζει γιὰ μιὰ ἐ­πι­χεί­ρη­ση συγ­κά­λυ­ψης τῆς ἀ­λή­θειας ἐκ μέ­ρους τους, κά­τι πού, εἰ­ρή­σθω ἐν πα­ρό­δῳ, δὲν συμ­βαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Νω­πὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση Κον­το­ρε­βι­θού­λη, ὅ­που κα­τα­βλή­θη­κε προ­σπά­θεια  — καὶ τε­λι­κῶς ἐ­πι­τεύ­χθη­κε — νὰ ἀ­πο­σι­ω­πη­θῇ ἐν­τε­λῶς ὁ ἐγ­κλη­μα­τι­κὸς ρό­λος τῶν γο­νέ­ων στὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη τῶν παι­δι­ῶν τους στὸ δά­σος.

        Τὰ πα­ρα­μύ­θια πε­ρὶ τε­λι­κῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ Κον­το­ρε­βι­θού­λη καὶ τῶν ἀ­δελ­φῶν του ἢ πε­ρὶ συρ­ρα­φῆς τῆς γε­μά­της μὲ πέ­τρες κοι­λιᾶς τοῦ λύ­κου (!) καὶ συ­να­κό­λου­θης κα­τα­βα­ρά­θρω­σής του δὲν πεί­θουν κα­νέ­να, καὶ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει δὲν εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ ἀ­πὸ μό­να τους νὰ ἀ­θω­ώ­σουν τοὺς βα­σι­κοὺς ὑ­πεύ­θυ­νους αὐ­τῆς τῆς συγ­κε­κα­λυμ­μέ­νης ἀν­θρω­πο­κτο­νί­ας.

ΠΗΓΉ: neoplanodion.gr

ΧΡΙ͂­ΣΤΟΣ ΔΆΛ­ΚΟ (ΤΡΌ­ΠΑΙ­Α ἈΡ­ΚΑ­ΔΊ­ΑΣ, 1951). ΣΠΟΎ­ΔΑ­ΣΕ ΣΤῊ ΦΙ­ΛΟ­ΣΟ­ΦΙ­ΚῊ ΣΧΟ­ΛῊ Ἀ­ΘΗ­ΝΩ͂Ν ΚΑῚ ἘΡ­ΓΆ­ΣΤΗ­ΚΕ ὩΣ ΦΙ­ΛΌ­ΛΟ­ΓΟΣ ΣΤῊ ΜΈ­ΣΗ ΔΗ­ΜΌ­ΣΙΑ ἘΚ­ΠΑΊ­ΔΕΥ­ΣΗ. ΔΗ­ΜΟ­ΣΊ­ΕΥ­ΣΕ:ΜΙ­ΚΡῈΣ ΒΙ­Ο­ΜΗ­ΧΑ­ΝΙ­ΚῈΣ Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­ΕΣ (ΔΙ­Η­ΓΉ­ΜΑ­ΤΑ, Ἀ­ΘΉ­ΝΑ, 1987), ΤᾺ Ἰ­ΔΕ­Ο­ΛΟ­ΓΉ­ΜΑ­ΤΑ ΤΗ͂Σ ΝΈ­ΑΣ ΓΛΩΣ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΊ­ΑΣ(ΔΊ­ΑΥ­ΛΟΣ, 1995), ΝΕΥ­ΡΌ­ΣΠΑ­ΣΤΟ ΤΗ­ΛΕ­ΧΕΙ­ΡΙ­ΣΤΗ­ΡΊ­ΟΥ (ΠΟΙ­Ή­ΜΑ­ΤΑ, ΠΛΑ­ΝΌ­ΔΙΟΝ, 2007) Κ.Ἄ. ΤΕ­ΛΕΥ­ΤΑΙ͂­Α ΤΟΥ ΒΙ­ΒΛΊΑ ΤῸ ΠΕΖΌΜΕ­ΛΑΝ­ΘΏ (ΜΕΛΆΝΙ, 2016) ΚΑῚ ΤῸ ΔΟ­ΚΊ­ΜΙΟ ΓΛΩΣ­ΣΙΚῊ ΔΙ­ΔΑ­ΣΚΑ­ΛΊΑ: ΜΉ­ΠΩΣ ἮΡ­ΘΕ ΚΑΙ­ΡῸΣ ΝᾺ ΔΙ­ΟΡ­ΘΏ­ΣΟΥ­ΜΕ ΤᾺ ΛΆΘΗ ΜΑΣ; (ΠΑΡΑ­ΣΚΉ­ΝΙΟ/ΔΊ­ΘΥ­ΡΟΝ, 2019).