«Γαμπρέ μου, δεν ανέχομαι να σε φτύνουν…»

 

Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80, τότε που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν απλώς πολιτικές απόψεις· υπήρχαν στρατόπεδα. Και μάλιστα οχυρωμένα. Τα καφενεία είχαν χρώμα — πράσινο, μπλε ή κόκκινο — και όποιος καθόταν σε λάθος καφενείο , το πλήρωνε με βλέμματα, υπονοούμενα ή, στη χειρότερη, με ιδεολογική κατήχηση μετά καφέ.

Η πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος είχε ξυπνήσει μέσα στον Έλληνα έναν πολιτικό οίστρο σχεδόν μεταφυσικό. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην «ανήκει» κάπου. Η ουδετερότητα θεωρούνταν ύποπτη· κάτι σαν αρρώστια χωρίς διάγνωση.

Και φυσικά, σε τέτοιες εποχές, η λογική έπαιρνε άδεια άνευ αποδοχών και τα συναισθήματα έβγαιναν παγανιά.

Την ιστορία που ακολουθεί την άκουσα πρόσφατα σε μια μοντέρνα καφετέρια, όπου —σημείο των καιρών— όλα τα χρώματα συνυπάρχουν πια αρμονικά, αρκεί να πληρώνεις τον λογαριασμό.

Ο Σπύρος πιέζει τον Τάσο:

— Πες ρε την ιστορία με τον πεθερό σου, τότε που κατέβαινες υποψήφιος στην Ελευσίνα με το ΚΚΕ.

Ο Τάσος αναστενάζει.

— Τι μου θύμισες τώρα… παλιά ξεστίχια. Αλλά τέλος πάντων.

— Ο πεθερός μου ήταν καλός άνθρωπος. Κατά βάθος. Ιδεολογικά όμως… ακραιφνής δεξιός. Από εκείνους που θεωρούσαν τους κομμουνιστές όχι απλώς πολιτικούς αντιπάλους, αλλά παρακλάδι του κάτω κόσμου. Διαβόλους τούς ανέβαζε, διαβόλους τούς κατέβαζε — με θεολογική συνέπεια.

Είχε, βέβαια, και τα τραύματά του. Στον Εμφύλιο η οικογένειά του είχε πάθει ζημιές από τους κομμουνιστές. Βέβαια, κι από την άλλη πλευρά δεν μοίραζαν λουλούδια… αλλά ας μην ανοίξουμε αυτόν τον φάκελο. Δεν κλείνει εύκολα.

Το παράδοξο ήταν πως εμένα με λάτρευε. Ακόμη κι όταν έμαθε ότι ήμουν του ΚΚΕ, δεν άλλαξε στάση. Εκεί που έπαθε κανονική κρίση ήταν όταν του είπαν πως κατεβαίνω υποψήφιος. Δεν είπε κουβέντα. Αλλά αν τον πρόσεχες  έβλεπες ότι έβραζε, που  νόμιζες πως είχε βάλει κατσαρόλα.

Τότε οι αφίσες ήταν παντού. Δεν υπήρχε τοίχος άδειος. Και —ας μην κρυβόμαστε— εμείς τις είχαμε απλώσει σαν χαλιά.

— Και συνεχίζετε το ίδιο βιολί μέχρι σήμερα! πετάγεται ο Στέλιος.

— Άσε μας, ρε Στέλιο, απαντά ο Τάσος. Εμείς δεν έχουμε  δικά μας κανάλια· μόνο κόλλα και πείσμα. Δεν είμαστε κόμματα της μπουρζουαζίας με πλούσιους χορηγούς.

Και συνεχίζει:

— Στην πλατεία, δίπλα στο σπίτι μας, κάθε πρωί οι αφίσες μας εξαφανίζονταν. Όχι σκισμένες. Κατεβασμένες με ευλάβεια. Σαν να τις μάζευε συνεργείο του δήμου με ιδεολογικές οδηγίες.

Ένα πρωί ξυπνάω χαράματα και πάω να δω τι γίνεται. Και βλέπω τον πεθερό μου —με τις πιτζάμες— να ξεκολλά αφίσες. Μεθοδικά. Σαν να έκανε μετάνοιες.

Τον πλησιάζω, τον καλημερίζω, κάνω τον ανήξερο. Και μου λέει, ήρεμα, σχεδόν πατρικά:

— Γαμπρέ μου, το κάνω αυτό γιατί δεν αντέχω να περνά ο κόσμος, να βλέπει τη φάτσα σου και να σε φτύνει. Κι εγώ μετά να ντρέπομαι. Οπότε ξυπνάω πρωί-πρωί, πριν ξυπνήσει η γειτονιά, να προλάβω.

Μέσα μου έβραζα. Αλλά τι να πεις; Χαμογέλασα. Η ιδεολογία είχε χάσει από την οικογένεια..

Στις εκλογές βγήκα —και μάλιστα τρίτος. Όλοι του έδιναν συγχαρητήρια για τον γαμπρό του, ακόμη κι εκείνοι που μέχρι χθες τον παρότρυναν να με… ξορκίσει.

Ήρθε σπίτι χαμογελαστός, μου έδωσε το χέρι και είπε:

— Συγχαρητήρια, ρε Τάσο. Με έκανες περήφανο. Κι ας μην σε ψήφισα.

Τον κοίταξα.

— Ευχαριστώ, πεθερέ…

Αλλά το χέρι μου δεν του το έδωσα..

ΚΜ

 

«ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»;

Η διαπίστωση «ματαιότης ματαιοτήτων» και η στωική υπενθύμιση «Memento Mori» (Θυμήσου τον θάνατο) συχνά παρερμηνεύονται ως κραυγές παραίτησης ή σκοτεινού μηδενισμού.

Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: μια πνευματική άσκηση που στοχεύει στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της έπαρσης.

Τόσο η βιβλική σοφία όσο και η στωική φιλοσοφία χρησιμοποιούν τη θνητότητα ως εργαλείο ιεράρχησης. Όταν ο Εκκλησιαστής μιλά για τον «ατμό» (hevel) των εγκοσμίων, δεν ισχυρίζεται ότι η ζωή στερείται αξίας, αλλά ότι στερείται μονιμότητας. Αυτή η διαπίστωση λειτουργεί ως το απόλυτο αντίδοτο στην αλαζονεία. Ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται ότι ο πλούτος, η εξουσία και η κοινωνική επίδειξη είναι φευγαλέες οντότητες, παύει να επενδύει σε αυτές για να αντλήσει την αξία του. Η αλαζονεία απαιτεί τη βεβαιότητα της ισχύος· η ματαιότητα, όμως, αποκαλύπτει ότι η ισχύς είναι δάνειο του χρόνου.

Στο ίδιο μήκος κύματος, το ρωμαϊκό «Memento Mori» λειτουργούσε ως ένας ηθικός φραγμός στην ύβρη των θριαμβευτών. Η υπενθύμιση ότι «είσαι άνθρωπος» την ώρα της μέγιστης δόξας, δεν είχε σκοπό να προκαλέσει φόβο, αλλά να επιβάλει τη μετριοπάθεια. Οι Στωικοί, όπως ο Μάρκος Αυρήλιος, μετέτρεψαν αυτή την παραδοχή σε άσκηση καθημερινής ελευθερίας. Αν όλα είναι προσωρινά, τότε το άγχος για την υστεροφημία ή η οργή για τις προσβολές των άλλων αποδεικνύονται παράλογα.

Η σύγκλιση αυτών των δύο παραδόσεων γεννά μια βαθιά ταπεινοφροσύνη που δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη. Αναγνωρίζοντας τη «ματαιότητα» των εξωτερικών αγαθών, ο άνθρωπος στρέφεται στην εσωτερική του συγκρότηση και στην αρετή. Η αποδοχή του εφήμερου χαρακτήρα της ύπαρξης καθιστά την αλαζονεία περιττή και την ενσυναίσθηση αναγκαία.

Σε έναν κόσμο που θεωρείται «ατμός», η μόνη σταθερά παραμένει η ποιότητα του χαρακτήρα μας και ο τρόπος που σχετιζόμαστε με τους άλλους «κάτω από τον ήλιο».

Ένας Πολωνός μηχανικός στην Ελλάδα της Μπελ Επόκ*

*από τις  εκδόσεις Ρόπτρο του Αντώνη Καραβασίλη.

Χρόνια πολλά και καλά Αντώνη ! Επιτυχημένες εκδόσεις και καλές πωλήσεις

ΚΜ

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες από τις  εκδόσεις Ρόπτρον το βιβλίο «Ελλάδα, Αλβανία και Ήπειρος«, με κείμενα του Ζίγκμουντ Μινέικο για την Βόρειο Ήπειρο αλλά και για τον  εθνικό διχασμό, γραμμένα την περίοδο 1914-1916. Στο βιβλίο αυτό έχω γράψει την εισαγωγή και τις επεξηγηματικές υποσημειώσεις στο κείμενο, το οποίο το μετέγραψε και το μετέφρασε από τα πολωνικά η Αναστασία Χατζηγιαννίδη. 

Όταν έκανα την αναγγελία της κυκλοφορίας στο Φέισμπουκ, ρώτησε ο φίλος μας ο Άγγελος «πότε τα προλαβαίνεις όλα;». Πέρα από το ότι δεν τα προλαβαίνω, φευ, η απάντηση είναι πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν το δούλεψα  φέτος αλλά πολύ παλιότερα. Η τότε έκδοση δεν υλοποιήθηκε, αλλά φέτος, που κλείνουν και τα 100 χρόνια από τον  θάνατο του Μινέικο (πέθανε στις 27.12.1925), έγινε δυνατό να εκδοθεί επιτέλους το βιβλίο από το Ρόπτρον του Αντώνη Καραβασίλη.

Θα αναρωτιέστε ίσως  ποιος είναι ο Μινέικο και γιατί να μας ενδιαφέρει ένας Πολωνός μηχανικός. Ο Μινέικο ήταν ο πατέρας της Σοφίας Μινέικου που παντρεύτηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου, είναι λοιπόν ο παππούς του Ανδρέα Παπανδρέου και προπάππος του Γιώργου. Μάλιστα, στα χρόνια της πρωθυπουργίας του Γιώργου Π. δεν ήταν σπάνιο να διαβάζει κανείς για τον «εβραίο ανθέλληνα Μινέικο» και τις εβραϊκές τάχα ρίζες του  ΓΑΠ. Είχα γράψει και στο ιστολόγιο

Ο Σιγισμούνδος Μινέικο δεν ήταν Εβραίος, αλλά από οικογένεια Πολωνών μικροευγενών. Πιο κάτω θα εκθέσω τη βιογραφία του. Η γενέτειρά του ανήκει σήμερα στη  Λευκορωσία, πολύ κοντά όμως στα σύνορα με τη Λιθουανία. Φυσικά, το 1840 αυτά τα εδάφη ανήκαν στη ρωσική αυτοκρατορία. Πολωνικό κράτος, ως γνωστόν,  δεν υπήρχε τον 19ο αιώνα. 

Ο Μινέικο από την Ελλάδα έστελνε ανταποκρίσεις σε πολωνικές εφημερίδες. Το 1914 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Τζένικ Πόλσκι του  τότε Λέμπεργκ (σήμερα Λβιβ). Με την κήρυξη του Μεγάλου Πολέμου η συνεργασία διακόπηκε αφού δεν υπήρχε πια ταχυδρομική επικοινωνία, αλλά εκείνος συνέχισε να κρατάει χειρόγραφες σημειώσεις -που αποτελούν ακριβώς την ύλη του βιβλίου που εκδόθηκε. 

Παραθέτω τον πρόλογό μου στο βιβλίο, με δευτερευουσες αλλαγές

Ζίγκμουντ Μινέικο, ένας Πολωνός μηχανικός στην Ελλάδα της μπελ επόκ

Ο συγγραφέας των κειμένων του βιβλίου αυτού, ο Σιγισμούνδος Μινέικος στα ελληνικά ή Zygmunt Mineyko στα πολωνικά, γεννήθηκε το 1840 στο χωριό Μπαλβανίτσκι, όπου και τα κτήματα της οικογένειας, κοντά στην πόλη Γκρόντνο, στην πολυεθνική Ρωσική αυτοκρατορία[1]. Η γενέτειρά του ανήκει σήμερα στη Λευκορωσία (και λέγεται πλέον Zyalony Bor), αν και βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με τη Λιθουανία. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να χαρακτηρίσουμε Ρώσο, Λευκορώσο ή Λιθουανό τον Μινέικο: ήταν γόνος μιας οικογένειας Πολωνών κατώτερων ευγενών. Βέβαια, τα χρόνια εκείνα η Πολωνία δεν υφίστατο σαν ανεξάρτητο κράτος. Η λιθουανοπολωνική κοινοπολιτεία, που στα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, τον 16ο αιώνα, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κράτη της Ευρώπης, καθώς έφτανε από τη Βαλτική ως τον Εύξεινο Πόντο, είχε από το 1795 πάψει να υπάρχει και τα εδάφη της τα είχαν μοιραστεί μεταξύ τους η Πρωσία, η Αυστρία και η Ρωσική αυτοκρατορία. Ο πατέρας τού Ζίγκμουντ Μινέικο, ο Στανισλάβ Γέρζι Μινέικο (-1856) είχε πάρει μέρος στην εξέγερση του 1830. Η οικογένεια ήταν λουθηρανή στο θρήσκευμα.

Στα απομνημονεύματά του[2], ο Μινέικο θυμάται ότι ο πατέρας του δεχόταν περίεργες επισκέψεις σε προχωρημένες ώρες· στο σπίτι τους συνεδρίαζαν παράνομες ομάδες «ανατρεπτικών», που είχαν στόχο την απαλλαγή από τον τσαρικό ζυγό. Μάλιστα, η Αλμπερτίνα, η μεγαλύτερη αδελφή του, είχε δασκαλέψει τον οχτάχρονο ακόμα Ζίγκμουντ, σε περίπτωση που τον ρωτήσουν οι αστυνομικοί αν ο πατέρας του κρύβει τίποτα, να τους δείξει τα ακριβά (και λαθραία) πούρα που αγαπούσε να καπνίζει ο Στανισλάβ Μινέικο, και όχι βέβαια τα έγγραφα και τις σφραγίδες των παράνομων ομάδων. Αυτό ακριβώς το τέχνασμα αποδείχτηκε σωτήριο σε μια μεταγενέστερη έρευνα.

Ο νεαρός Ζίγκμουντ φοίτησε στο γυμνάσιο του Βίλνο (σήμερα Βίλνιους, πρωτεύουσα της Λιθουανίας)· την εποχή εκείνη, η διδασκαλία γινόταν στα ρωσικά, αν και λίγο αργότερα οι προσπάθειες εκρωσισμού χαλάρωσαν και επιτράπηκε και η διδασκαλία της πολωνικής γλώσσας στο γυμνάσιο. Κάθε οικογένεια ευγενών ήταν υποχρεωμένη να στείλει τουλάχιστον έναν γιο της στο στρατό, αλλιώς θα έχανε τα προνόμια της τάξης της. Ο Ζίγκμουντ ήταν από μικρός προορισμένος για το στρατό, επειδή ο αδελφός του ο Ευστάθιος ήταν σχεδόν τυφλός, άρα ανίκανος να υπηρετήσει. Το 1858, ύστερα από απαιτητικές εξετάσεις, ο Ζίγκμουντ εισάγεται στην Στρατιωτική Σχολή Μηχανικού της Πετρούπολης, προκειμένου να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία· τον βοήθησαν σε αυτό οι συγγενείς της μητέρας του, της Σεσίλιας, που είχαν διασυνδέσεις στα ανώτερα κλιμάκια της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Παρά την επιτυχημένη φοίτησή του, όταν το 1861 ο ρωσικός στρατός πνίγει στο αίμα μια ειρηνική διαδήλωση στη Βαρσοβία, ο Μινέικο καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να υπηρετεί στον εχθρικό στρατό. Έτσι, εγκαταλείπει τη σχολή και περνάει στην παρανομία και σύντομα αναγκάζεται να καταφύγει μέσω Μολδαβίας στη Γένοβα, όπου παρακολουθεί τη διεθνή στρατιωτική σχολή των Γαριβαλδινών, που είχε πρόσφατα ιδρυθεί με στόχο να εκπαιδεύει επαναστάτες από όλες τις χώρες ενόψει των μελλοντικών εξεγέρσεων. Στην ίδια σχολή δίδαξε κιόλας σχετικά με τις στρατιωτικές οχυρώσεις.

Όταν ξεσπάει η μεγάλη πολωνική εξέγερση, στις 22 Ιανουαρίου 1863, ο Μινέικο εγκαταλείπει την Ιταλία για να πάρει μέρος στις μάχες. Συμμετέχει στη μάχη της Γκροχόβισκα, στις 18 Μαρτίου 1863, με αβέβαιη έκβαση, και μετά περνάει στα λιθουανικά εδάφη, επικεφαλής μικρής αντάρτικης ομάδας. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Η μητέρα του, χάρη στις γνωριμίες της, κατορθώνει να δωροδοκήσει τους στρατοδίκες και η ποινή μετατρέπεται σε δώδεκα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία.

Καθοδόν προς τον τόπο εξορίας τους, ένας στενός φίλος και συνεξόριστος του Μινέικο, που είχε καταδικαστεί σε ελαφρότερη ποινή εκτόπισης, πέθανε από τύφο. Καθώς έμοιαζαν πολύ, ο Μινέικο πήρε την ταυτότητα του νεκρού και έτσι εγκαταστάθηκε στο Τομσκ σε καθεστώς ημιελευθερίας. Σύντομα άνοιξε δική του επιχείρηση: κατασκεύαζε γούνινα καπέλα και άλλα είδη πολυτελείας και δεν άργησε να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειαζόταν για να χρηματοδοτήσει την απόδρασή του, αρχικά στη Μόσχα και την Πετρούπολη, και μετά στη Δυτική Ευρώπη, υπό περιπετειώδεις, σχεδόν κινηματογραφικές συνθήκες, με πλαστό διαβατήριο ως κόμης φον Μέμπερτ. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ζήτησε ακρόαση από τον αυτοκράτορα Λουδοβίκο Ναπολέοντα και του έδωσε έναν κατάλογο με Γάλλους αξιωματικούς και πολίτες που είχαν πάρει μέρος στην πολωνική εξέγερση του 1863 και κρατούνταν φυλακισμένοι σε διάφορα στρατόπεδα της Σιβηρίας. Όταν ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ επισκέφθηκε τη Γαλλία το 1868, η γαλλική πλευρά έθεσε το θέμα των κρατουμένων, οι οποίοι τελικά απελευθερώθηκαν. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, η γαλλική κυβέρνηση έδωσε στον Μινέικο υποτροφία για την περίφημη Εκόλ Μιλιτέρ, όπου συμπλήρωσε τις σπουδές πολιτικού μηχανικού.

Το 1870 ο Μινέικο πολέμησε στον γαλλοπρωσικό πόλεμο ως λοχαγός και λίγο αργότερα στάλθηκε στο Μαρόκο σε θέση μηχανικού· μη θέλοντας όμως να υπηρετήσει στις αποικίες, παραιτήθηκε. Λίγο αργότερα δέχτηκε πρόσκληση να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και διορίστηκε αρχιμηχανικός στο βιλαέτι Ηπείρου και Θεσσαλίας, με έδρα τα Γιάννινα· από το 1876 ως το 1882 ήταν μηχανικός του δήμου Γιαννίνων και μετά, για άλλη μια εξαετία ως το 1888, πάλι αρχιμηχανικός του βιλαετιού (που τώρα βέβαια δεν περιλάμβανε τη Θεσσαλία). Ήταν υπεύθυνος για πολλά μεγάλα έργα σε όλη την σημερινή ελληνική Ήπειρο και τη νότια Αλβανία και γνώρισε καλά τον τόπο και τους ανθρώπους που περιγράφει στο βιβλίο που θα διαβάσετε.

Στα Γιάννινα παντρεύτηκε την Περσεφόνη, κόρη του Σπύρου Μάναρη, μαθηματικού και γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας σχολής. Έκαναν εννιά παιδιά, από τα οποία ενηλικιώθηκαν τα εφτά. Ήταν πέντε κόρες, η Ανδρομάχη, η Σεσίλια-Ελευθερία, η Εντβίζ, η Σοφία και η Σαπφώ, και δυο γιοι, ο Στανισλάς και ο Καζιμίρ-Ευθύμιος. Η Ανδρομάχη και η Εντβίζ παντρεύτηκαν Πολωνούς και από κάποια στιγμή και μετά έζησαν εκτός Ελλάδος, ενώ η Ελευθερία έζησε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Σοφία παντρεύτηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου και γέννησε τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1919. Ο Στανισλάς (1875-1924) ήταν διακεκριμένος παιδίατρος στην Πάτρα, συμμετείχε στην πνευματική κίνηση και έγραφε ποιήματα· πέθανε σχετικά νέος, πριν από τον πατέρα του (υπέγραφε ως Στανίσλαος Μενέικος, μια παραλλαγή του επωνύμου που τη χρησιμοποιούσε και ο πατέρας του). Ένας γιος του Ευθύμιου, ο Θανάσης Μινέικος, συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα μετά το 1967 μαζί με τον εξάδελφό του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.

Πηγή:sarantakos.wordpress.com