

1984

Τα κουταλάκια του γλυκού και ο Μίλτον Φρίντμαν
Σύντομο δοκίμιο
Λέγεται ότι όταν ο νομπελίστας οικονομολόγος και γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, Μίλτον Φρίντμαν (1912-2006), επισκέφθηκε την Κίνα, τον πήγαν σ’ ένα εργοτάξιο, όπου είδε χιλιάδες εργαζόμενους να σκάβουν με κασμάδες.
Όταν ρώτησε τους υπεύθυνους γιατί δεν αγοράζουν μηχανολογικό εξοπλισμό ώστε να κάνουν τη δουλειά τους γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα, οι Κινέζοι κομισάριοι του απάντησαν «μα για να έχει δουλειά ο κόσμος».
Ο Φρίντμαν τους άφησε άφωνους, όταν τους απάντησε: «Tότε γιατί δεν βάζετε υπερδιπλάσιους εργαζόμενους να σκάβουν με κουταλάκια του γλυκού;
Η ιστορία με τα κουταλάκια του γλυκού —είτε ειπώθηκε ποτέ είτε όχι— επιβιώνει όχι επειδή είναι αληθινή, αλλά επειδή είναι εύστοχη. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των αφηγημάτων που δεν διεκδικούν ιστορική ακρίβεια, αλλά φιλοσοφική διαύγεια.
Ο υποτιθέμενος διάλογος αντιπαραθέτει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την εργασία. Από τη μία, η λογική της απασχόλησης ως αυτοσκοπού: να δουλεύει ο κόσμος, έστω κι αν η δουλειά είναι αργή, αναποτελεσματική ή άσκοπη. Από την άλλη, η λογική της παραγωγικότητας: να γίνεται το έργο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε οι άνθρωποι να απελευθερώνονται για κάτι επόμενο, κάτι πιο δημιουργικό.
Το κουταλάκι του γλυκού λειτουργεί εδώ ως αλληγορία. Αν ο στόχος είναι απλώς να «κινείται το χέρι», τότε κάθε τεχνολογία είναι περιττή και κάθε πρόοδος ύποπτη. Αν όμως ο στόχος είναι το αποτέλεσμα, τότε η εργασία παύει να είναι τιμωρία και γίνεται μέσο. Δεν αγιάζεται από τον ιδρώτα, αλλά από το νόημά της.
Το δίλημμα δεν είναι οικονομικό· είναι βαθιά ηθικό. Θέλουμε κοινωνίες που συντηρούν την απασχόληση ή κοινωνίες που επενδύουν στην ανθρώπινη δυνατότητα; Θέλουμε ανθρώπους δεμένους στο κασμά —ή ελεύθερους να σκεφτούν τι άλλο μπορούν να κάνουν, τώρα που ο κασμάς αντικαταστάθηκε από μια μηχανή;
Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ειπώθηκε ποτέ η φράση. Αλλά αν, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, κρατάμε ακόμη το κουταλάκι στο χέρι, από φόβο μήπως, αν το αφήσουμε, μείνουμε αντιμέτωποι με το πιο δύσκολο έργο απ’ όλα: να δώσουμε νέο νόημα στον χρόνο μας
Ορεινή Δωρίδα

ΜΠΕΡΤΣΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ του ΚΩΣΤΗ και της ΜΑΡΙΑΣ. Γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδος Φωκίδος 1918 απεβίωσε στην Αθήνα 19/01/2008
Ο ζήλος αρετή, ο υπέρζηλος κακία*
Μικρό δοκίμιο
Ο ζήλος είναι από εκείνες τις λέξεις που κουβαλούν μέσα τους φωτιά. Δηλώνει κίνηση, ενδιαφέρον, αγάπη για κάτι που αξίζει τον κόπο. Είναι η εσωτερική ώθηση που κάνει τον άνθρωπο να ξεπερνά την αδράνεια, να προσπαθεί περισσότερο, να υπηρετεί με συνέπεια ένα έργο, μια ιδέα, μια σχέση. Χωρίς ζήλο, η ζωή καταντά μηχανική· γίνεται μια ακολουθία καθηκόντων χωρίς ψυχή.
Ο ζήλος, όταν είναι μέτρο και συνείδηση, γεννά δημιουργία. Ο ζήλος του δασκάλου που νοιάζεται για τους μαθητές του, του γιατρού που βλέπει στον ασθενή άνθρωπο και όχι περιστατικό, του δημιουργού που επιμένει να βελτιώνει το έργο του χωρίς να περιφρονεί τους άλλους. Είναι αρετή, γιατί συνοδεύεται από ταπεινότητα και αυτογνωσία. Δεν θορυβεί, δεν επιδεικνύεται· εργάζεται.
Όταν όμως ο ζήλος χάνει το μέτρο, μεταμορφώνεται σε υπέρζηλο. Και τότε παύει να υπηρετεί το καλό. Ο υπέρζηλος δεν αντέχει τη διαφορετική άποψη, δεν χωρά τον άλλον. Από την αγάπη περνά στην εμμονή και από την προσήλωση στον φανατισμό. Εκεί που ο ζήλος οικοδομεί, ο υπέρζηλος διαλύει. Δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, αλλά για την επιβολή της δικής του «αλήθειας».
Η κακία του υπερζήλου κρύβεται συχνά πίσω από αγαθές προθέσεις. «Για το καλό σου», «για το σωστό», «για την τάξη». Όμως το αποτέλεσμα είναι η βία — λεκτική, ψυχική, ενίοτε και σωματική. Ο υπέρζηλος πιστεύει ότι κατέχει το μονοπώλιο της ηθικής και γι’ αυτό δικαιούται να κρίνει, να καταδικάζει, να αποκλείει.
Το όριο ανάμεσα στην αρετή και την κακία δεν είναι ο ζήλος αυτός καθαυτός, αλλά το μέτρο. Εκεί όπου υπάρχει σεβασμός στον άλλον, υπάρχει ζήλος. Εκεί όπου ο άλλος ακυρώνεται, γεννιέται ο υπέρζηλος. Η αρετή φωτίζει και θερμαίνει· η κακία καίει και αφήνει στάχτη.
Ίσως, τελικά, η αληθινή δοκιμασία του ζήλου να είναι η σιωπή. Να εργάζεσαι χωρίς να κραυγάζεις, να πιστεύεις χωρίς να μισείς, να υπερασπίζεσαι χωρίς να πληγώνεις. Εκεί ο ζήλος παραμένει αρετή. Πέρα από αυτό το σημείο, γίνεται κακία μεταμφιεσμένη σε αρετή — και τότε είναι πιο επικίνδυνη απ’ όλες.
*Η φράση αυτή αποδίδεται στον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, έναν από τους σημαντικότερους ασκητικούς συγγραφείς και θεολόγους του 7ου αιώνα.
Ο Ισαάκ ο Σύρος υπήρξε βαθύς αναλυτής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των πνευματικών διακυμάνσεων. Μέσα από τα έργα του (κυρίως τα “Ασκητικά”), τόνιζε συχνά ότι η πνευματική ζωή απαιτεί διάκριση και μέτρο.
Ορεινή Δωρίδα


ιντεραμέρικαν απο τα παλιά

Σαραντάπορος


Η Γεωμετρία της Ύπαρξης: Μηδέν και Πράξη
-Δημιουργικός μηδενισμός– (ένα μικρό δοκίμιο)
Αν το Μηδέν είναι το σημείο αναφοράς –το ήσυχο κέντρο όπου όλα παύουν για να μπορέσουν να ξαναρχίσουν– τότε το Ora et Labora είναι ο τρόπος με τον οποίο κατοικούμε αυτό το κέντρο.
Οι Βενεδικτίνοι, με το «Προσεύχου και Εργάζου», δεν πρότειναν απλώς ένα πρόγραμμα ημέρας, αλλά μια θεραπεία για τον τρόμο του κενού. Κατάλαβαν ότι η ανθρώπινη ψυχή, όταν βρεθεί μπροστά στο «Μηδέν» της απώλειας ή της ύπαρξης, χρειάζεται δύο φτερά για να μην βυθιστεί:
Το Ora (Προσευχή) είναι η αναγνώριση του Μηδενός ως Ιερού Χώρου. Είναι η στιγμή που αδειάζεις τον εαυτό σου από τον θόρυβο του κόσμου, επιστρέφοντας στο σημείο μηδέν για να βρεις τη σιωπή που κυοφορεί την αρμονία. Εκεί, το μηδέν δεν είναι έλλειψη, αλλά η καθαρή παρουσία του πνεύματος.
Το Labora (Εργασία) είναι η μετατροπή του Μηδενός σε Δημιουργία. Είναι η απάντηση στο κενό. Εκεί που δεν υπάρχει τίποτα, ο άνθρωπος βάζει τα χέρια του στη γη ή την πένα στο χαρτί και αρχίζει να κτίζει. Η εργασία είναι η πράξη που παίρνει το «σημείο απ’ όπου όλα μπορούν να ξαναρχίσουν» και του δίνει μορφή, πρόσημο και τάξη.
Έτσι, το μηδέν παύει να είναι μια «λέξη κενή». Γίνεται το θεμέλιο.
• Χωρίς το Μηδέν (τη σιωπή, την ανάπαυλα), η εργασία γίνεται μάταιος μόχθος και εξάντληση.
• Χωρίς την Εργασία (τη δράση, τη δημιουργία), το Μηδέν κινδυνεύει να γίνει παραίτηση και πνευματική νέκρωση.
Στο σημείο που η προσευχή συναντά τον κάματο, εκεί που η εσωτερική παύση γίνεται εξωτερική προσφορά, το Μηδέν παύει να είναι ακυρωτικό. Γίνεται η λευκή σελίδα πάνω στην οποία γράφεται η ζωή μας.
Το ερώτημα παραμένει: Πώς διαβάζουμε το κενό μας;
Οι μοναχοί απαντούν: Με γονατιστή ψυχή και ιδρωμένα χέρια. Γιατί μόνο όταν αποδεχτείς το Μηδέν ως αφετηρία, μπορείς να εργαστείς για να το γεμίσεις με νόημα.

Αγιάζι στου Γκίνη !

