
Ύστερα ήρθε η απόφαση: το ποτάμι να δέσει, η κοιλάδα να βυθιστεί, η πρωτεύουσα να ξεδιψάσει. Οι άνθρωποι μάζεψαν βιαστικά τα υπάρχοντά τους, πήραν τις εικόνες από τα τέμπλα, σήκωσαν τα κόκαλα των προγόνων τους από τα κοιμητήρια.
Η κοιλάδα κάποτε έσφυζε από ζωή· χωράφια σπαρμένα, ζωντανά βοσκούσαν στα καταπράσινα λειβάδια,αμπέλια που ποτίζονταν από τον Μόρνο, σπίτια πέτρινα με αυλές γεμάτες φωνές παιδιών. Οι καμπάνες των μικρών εκκλησιών αντηχούσαν στα γύρω βουνά, σαν να ήθελαν να κρατήσουν ζωντανή την ανάσα του τόπου.
Όταν τα νερά ανέβηκαν και κάλυψαν γη και μνήμες, έμειναν μόνο τα βουνά να κοιτούν τη νέα λίμνη, σαν φύλακες που δεν ξεχνούν τι χάθηκε.
Κι όμως, μέσα στο γαλήνιο της καθρέφτισμα, η λίμνη του Μόρνου δεν παύει να ψιθυρίζει την ιστορία εκείνης της κοιλάδας· ένα μυστικό που μοιράζεται με όσους σκύψουν να αφουγκραστούν.
Η λίμνη μοιάζει σήμερα ήσυχη, σαν να υπήρχε από πάντα. Όμως εγώ ξέρω. Κάτω από τον καθρέφτη της κοιμούνται χωράφια, μάντρες με ξερολιθιά, καπνοδόχοι, έργα ανθρώπων που άφησαν αποτύπωμα, σπίτια και καλύβες που κάποτε κάπνιζαν τα χειμωνιάτικα βράδια. Θυμάμαι τον παππού τον Νικολό να σκαλίζει το μικρό περιβόλι στην Πελεκάνια, ακριβώς εκεί όπου τώρα χάνονται τα νερά. Μου έλεγε: «Αυτό το κομμάτι γης μας έθρεψε στα δύσκολα χρόνια· να αγαπάς τον τόπο σου ».
Ακούω τον παππού τον Κωνσταντίνο που βόσκει το μικρό του κοπάδι δίπλα στον Κοκκινοπόταμο να μου λέει: «σε εξορκίζω μην φύγεις από το τόπο σου, τα ξενιτιά είναι βαρύ φορτίο για τον άνθρωπο».
Και τον αγάπησα. Μα ήρθε η μέρα που φορτώσαμε τα λιγοστά υπάρχοντα και φύγαμε. Σαν ξεριζωμένα δέντρα που τα πήρε ο αέρας. Οι καμπάνες σώπασαν, οι αυλές γέμισαν αγριάδες, κι ύστερα όλα τα σκέπασε το νερό.
Τώρα, κάθε φορά που ανεβαίνω ψηλά στο βουνό και κοιτώ τη λίμνη, νιώθω πως ακούω από κάτω τα σπίτια μας να ψιθυρίζουν. Κι όσο κι αν πέρασαν χρόνια, μέσα μου η φωνή εκείνη δεν σβήνει: μια φωτογραφία, μια ιστορία, ένας τόπος που θυσιάστηκε για να διψάσει η μεγάλη πόλη.
creator.ai














