
Η στάθμη του νερού ανέβαινε αργά αλλά αμείλικτα. Κάθε πρωί, οι αρχαιολόγοι έβλεπαν τη λάμψη του ήλιου να καθρεφτίζεται λίγο πιο ψηλά στο νερό της λίμνης που γεννιόταν. Το χωράφι που κάποτε φιλοξενούσε ελιές και στάχυα είχε γίνει τώρα όχθη. Και ανάμεσα στα δέντρα, οι πέτρες μιας αρχαίας πόλης —της Καλλίπολης των Αιτωλών— πάλευαν να πουν την ιστορία τους πριν σιγήσουν για πάντα κάτω από το υγρό σάβανο.
Η Μαρία κρατούσε το μολύβι με τρεμάμενα δάχτυλα. Κατέγραφε βιαστικά τα όστρακα, τα θραύσματα, τις γραμμές ενός τοίχου που μόλις είχαν αποκαλύψει. Ο Νίκος, σκυμμένος, έφτιαχνε πρόχειρα σχέδια, με την αγωνία να αποτυπώσει ό,τι προλάβαινε. «Δεν φτάνει ο χρόνος», ψιθύρισε. Κι ήξεραν και οι δύο πως είχε δίκιο.
Η πολιτεία ήθελε το νερό. Η Αθήνα διψούσε. Κανείς δεν θα θυσίαζε τις ανάγκες της πρωτεύουσας για λίγες πέτρες, έστω κι αν κουβαλούσαν αιώνες μνήμης. Μα για εκείνους, κάθε πέτρα ήταν φωνή· κάθε τοίχος, μαρτυρία ανθρώπων που είχαν ζήσει, αγαπήσει, πολεμήσει.
Όταν το απόγευμα ο ήλιος έγερνε και η λίμνη έπαιρνε χρώμα χαλκού, οι αρχαιολόγοι κάθονταν σιωπηλοί στην άκρη του σκάμματος. Ένιωθαν σαν να συνόδευαν μια πόλη σε κηδεία. Δεν θα την έβλεπαν ποτέ ξανά, μόνο τα κιτάπια τους θα έμεναν να θυμίζουν πως εδώ υπήρξε κάποτε μια Καλλίπολη.
Κι έτσι, με πίκρα και με σεβασμό, έσκαβαν και κατέγραφαν ως την τελευταία στιγμή. Γιατί ήξεραν πως δεν πολεμούσαν το νερό· πολεμούσαν τη λήθη.
creator. ai

