


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Η αρχαία τραγωδία γεννήθηκε όταν ο άνθρωπος κατάλαβε ότι υπάρχουν πράξεις που δεν διορθώνονται.
Η σύγχρονη κοινωνία κάνει το αντίθετο: υπόσχεται ότι όλα διορθώνονται, όλα συγχωρούνται, όλα κουκουλώνονται. Γι’ αυτό τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με την αίσθηση της τραγικότητας. Δεν φοβούνται τον θάνατο, γιατί δεν έχουν μάθει να εκτιμούν τη ζωή.
Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι γράφει ότι ο νόμος και τα όρια στη ζωή ενός παιδιού είναι απαραίτητα, γιατί του θυμίζουν την ευαλωτότητά του. Του υπενθυμίζουν ότι υπάρχει τέλος, ότι υπάρχει θάνατος.
Έτσι, για ακόμη μία φορά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια βίαιη συμπλοκή ανηλίκων που οδήγησε στον τραγικό θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου. Κάθε φορά που συμβαίνει μια τέτοια δολοφονία, όλοι αναζητούμε το κίνητρο.
Γιατί;
Σαν να μην μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα ότι ίσως να μην υπήρχε επαρκής λόγος. Θέλουμε μια εξήγηση, γιατί αρνούμαστε την πιθανότητα να μην υπάρχει καμία απάντηση. Νομίζουμε πως, αν καταλάβουμε το «γιατί», θα λύσουμε και το πρόβλημα του κακού. Όμως, αυτή είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση.
Το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: αυτά τα παιδιά δεν έχουν κανέναν λόγο να σκοτώσουν, γιατί δεν έχουν κανέναν λόγο να ζήσουν.
Βιώνουν ένα απόλυτο κενό.
Δεν σκοτώνουν επειδή υπηρετούν κάποιον σκοπό, αλλά επειδή αδυνατούν να αντέξουν αυτό το κενό. Η ψυχή τους χασμουριέται θανάσιμα και, μέσα από τη βία, νιώθουν υπαρκτά, ορατά. Μας σοκάρουν για να τα κοιτάξουμε, γιατί τα ίδια νιώθουν αόρατα. Δεν βρίσκουν κανέναν σοβαρό λόγο να μην αφαιρέσουν μια ζωή, γιατί δεν βρίσκουν κανέναν σοβαρό λόγο να δώσουν νόημα στη δική τους.
Εκεί ακριβώς φωλιάζει η απουσία νοήματος, ελπίδας και ονείρου.
Το κενό σκοτώνει πιο εύκολα από το πάθος.
Έτσι, ρωτάμε λανθασμένα: «Γιατί σκότωσε;».
Το ερώτημα πρέπει να πάει πολύ πιο πίσω:
«Τι έχει συμβεί στις ζωές μας, στις οικογένειές μας, στην παιδεία και στην κοινωνία μας, ώστε ο θάνατος να μη μοιάζει πια αδιανόητος;»
Κάποτε ο θάνατος ήταν το έσχατο όριο που σταματούσε τον άνθρωπο. Σήμερα μοιάζει να είναι απλώς μία ακόμη είδηση στο feed μας. Και όταν ο θάνατος παύει να είναι όριο και μυστήριο, τότε και η ζωή παύει να είναι ιερή.
(Το κείμενο έχει στηριχθεί σε ανάρτηση του Πατέρα Λύβιου με κάποιες δικές μου μικροπαρεμβάσεις )
Μάγκας θα πει φιλότιμο,
μάγκας θα πει δερβίσης,
μάγκας θα πει καλή καρδιά και ωραίες εξηγήσεις.
Γιώργος Ζαμπέτας

«Το πλοίο σου θα κινδυνεύσει εκεί έξω. Όμως μέσα στο λιμάνι θα σαπίσει.»
Η ζωή δεν ανταμείβει πάντα εκείνους που δεν κάνουν λάθη. Ανταμείβει όμως πολύ συχνότερα εκείνους που τολμούν. Κάθε σημαντική απόφαση, κάθε νέο ξεκίνημα, κάθε όνειρο που αξίζει να κυνηγήσεις κρύβει ένα ποσοστό κινδύνου. Δεν υπάρχει επιτυχία χωρίς αβεβαιότητα.
Το ασφαλές λιμάνι προσφέρει ηρεμία, αλλά όχι πρόοδο. Εκεί δεν φυσούν οι άνεμοι της περιπέτειας, ούτε ανοίγουν νέοι ορίζοντες. Το πλοίο κατασκευάστηκε για να ταξιδεύει, να αντιμετωπίζει κύματα, να δοκιμάζει την αντοχή του και να ανακαλύπτει νέες ακτές. Αν μείνει δεμένο για πάντα, μπορεί να προστατευτεί από τις φουρτούνες, αλλά θα χάσει τον λόγο της ύπαρξής του.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Όσοι φοβούνται κάθε ρίσκο συχνά αποφεύγουν και τις μεγαλύτερες ευκαιρίες της ζωής. Η αποτυχία μπορεί να πληγώσει, όμως η αδράνεια διαβρώνει αργά την αυτοπεποίθηση, τη δημιουργικότητα και τελικά την ίδια την ψυχή.
Το θάρρος δεν είναι η απουσία φόβου. Είναι η απόφαση να προχωρήσεις παρά τον φόβο. Γιατί στο τέλος της διαδρομής, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μετανιώνουν για τις καταιγίδες που αντιμετώπισαν, αλλά για τα ταξίδια που δεν τόλμησαν ποτέ να ξεκινήσουν.

Υπάρχουν άνθρωποι που δύσκολα θα παραδεχθούν το λάθος τους. Δεν θα ζητήσουν συγγνώμη για όσα είπαν ή έκαναν. Αντίθετα, θα προσπαθήσουν να μεταθέσουν το βάρος στη δική σου αντίδραση. Ξαφνικά, το πρόβλημα δεν είναι η αδικία που προκάλεσαν, αλλά ο τρόπος που εσύ αντέδρασες σε αυτήν.
Είναι μια παλιά τακτική: η ουσία χάνεται και η συζήτηση μεταφέρεται στο συναίσθημα του θύματος. Έτσι, ο θύτης εμφανίζεται ως αδικημένος και ο αδικημένος καλείται να απολογηθεί.
Η μεγαλύτερη δύναμη, όμως, δεν βρίσκεται στην οργή ούτε στην εκδίκηση. Βρίσκεται στην ψυχραιμία, στην αυτοκυριαρχία και στην επιμονή στην αλήθεια. Όταν δεν επιτρέπεις να αλλάξει το επίκεντρο της συζήτησης, προστατεύεις την αξιοπρέπειά σου.
Να θυμάσαι: η ευγένεια δεν σημαίνει αδυναμία και η συγχώρεση δεν σημαίνει λήθη. Σημαίνει ότι αρνείσαι να αφήσεις την αδικία να καθορίσει τον χαρακτήρα σου.






«Μὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν κρίνετε, μα τὴν δίκαιην.»
Ακούστε να σας πω, παιδιά μ’, μια ιστορία, μπας και σας μείνει. Γιατί τέτοια πράματα δεν πρέπει να τα τρώει ο καιρός.
Ο παππούς είχε διαβεί προ πολλού τα ενενήντα, αλλά είχε τις δυνάμεις του και δεν είχε χάσει το χάρισμα να διηγείται όμορφες ιστορίες. Ο αφηγηματικός του λόγος μάγευε τους ακροατές του∙ δεν ξεκολλούσαν από τα χείλη του. Μεγάλο χάρισμα, να διηγείσαι απλές ιστορίες και να τις πλάθεις έτσι που οι ακροατές σου να μαγεύονται.
Ο παππούς έσπρωξε ένα ακόμη κούτσουρο στο τζάκι και άρχισε να μαγεύει τα εγγόνια του:
Την ιστορία που θα σας πω μου την είχε πει ο παππούς μου και σας ζητάω όταν γίνεται ‘σείς Παππούδες να την πείτε και στα δικά σας εγγόνια.
Στο χωριό είχαμε έναν άνθρωπο που τον φωνάζαμε «ο Κατσούφλης». Έτσι, σκέτα . Όνομα, ρίζα, σόγια… αυτά τα ξέρουν οι παπάδες. Για ’μάς ήταν ο Κατσούφλης και τέλος. Άνθρωπος λιγομίλητος, που δεν άνοιγε στόμα ούτε για «καλημέρα» ούτε για «βοήθα Παναγιά». Κάθε πρωί—με το πρώτο φως που χτυπούσε τον προφήτη Ηλία —κατέβαινε τον δρόμο με το σακί στον ώμο. Το καπέλο του χαμηλωμένο, ίσα που φαινόταν το μισό μούτρο του.
Κι όπως το ’χει η πατρίδα μας , άμα είσαι σιωπηλός, οι άλλοι μιλάνε για σένα.
«Μοναχός θα σβήσει αυτός», έλεγε η κυρά-Ιουλία, που είχε την κουβέντα ετοιμοπόλεμη.
«Κάτι βαραίνει μέσα του, δεν πάει καλά ο τούτος», συμπλήρωνε ο καφετζής, που ήξερε—τάχα—τα ενδόμυχα όλων.
Κανένας, όμως, δεν είχε κάτσει να τον δει με την ψυχή, όχι με τη γλώσσα.
Μια μέρα του Μάη, μεσημέρι, που ’βραζε ο κάμπος και μύριζε η γη πατημένο χώμα, γίνεται μια φασαρία ξαφνική:
«Τα παιδιά! Τα ’πήρε ο ποταμός!»
Δυο μωρά, δεκάχρονα, πήγαν να περάσουν τον Μέγα Ποταμό. Και το ρεύμα τα σήκωσε σαν τσουβάλια άχυρο και τα πέταξε σ’ ένα δέντρο στη μέση. Να ουρλιάζουν, να μπλαβίζουν απ’ το κρύο.
Ο ποταμός, τέτοια εποχή, κατεβαίνει απ’ τις ψηλές κορφές που είναι γεμάτες χιόνι θεριό. Ούτε άνθρωπο δεν λογαριάζει.
Μαζευτήκαμε καμιά σαρανταριά στην όχθη. Οι γυναίκες κάναν τον σταυρό τους και μοιρολογούσαν. Οι άντρες κοιτούσαν… και τους έτρωγε το μέσα τους. Δεν έκανε κανείς βήμα. Το νερό ήταν για τα παλικάρια της παλιάς γενιάς, όχι για τους σημερινούς.
Και πριν να προλάβουν να πάρουν απόφαση, βλέπουν τον Κατσούφλη μέσα στο νερό. Ούτε κουβέντα δεν είπε. Είχε δέσει στη μέση του ένα χοντρό σχοινί—παλιά λινάτσα, γερή—και έκανε μόνο ένα νεύμα:
«Κρατάτε γερά.»
Το ποτάμι τον χτυπούσε στο στέρνο, τον κομμάτιαζε. Η παγωνιά… θεέ μ’ και κύριε… ανέβαινε ως τη ραχοκοκαλιά του. Αλλά εκείνος τράβαγε. Σα να ’χε δώσει τάμα. Σα να ’χε μέσα του φωτιά που δεν τη σβήνει νερό.
Φτάνει στο δέντρο. Πρώτα παίρνει το ένα παιδί, το κολλάει πάνω του. Ύστερα το δεύτερο. Τους μιλάει, λέει δυο λόγια, να μην τρομάζουν. Και με το σχοινί που βαστούσαμε πέντε ψυχές απ’ την όχθη, αρχίζουμε να τον τραβάμε πίσω.
Σε τρία λεπτά—τρία λεπτά που φάνηκαν αιώνας—το θαύμα έγινε: τα παιδιά βγήκαν στεγνά από θάνατο.
Ο Κατσούφλης… μπλε. Ολόκληρος. Τα χέρια του τρέμανε σαν να τα ’χε βάλει στην παγωνιά. Έβαλε το πουκάμισο και το γελέκι όπως-όπως, και πριν καν σταθεί γερά είπε μόνο:
«Τα παιδιά… είναι καλά;»
Κι έπειτα πήρε τον δρόμο για το σπιτάκι του.
Την άλλη μέρα έπεσε με πυρετό. Τον γιατρέψαν κάτι ζεστά, κάτι τσάγια, λίγο θυμάρι, λίγη θέληση. Και σε λίγες μέρες ξαναβγήκε στον δρόμο, ίδιος κι απαράλλαχτος, με το σακί στους ώμους και την ίδια σιωπή.
Αλλά το χωριό… άλλαξε.
Η κυρά-Ιουλία πήγε και άφησε ένα πιάτο φαΐ στο κατώφλι του, δίχως να πει τίποτα.
Ο καφετζής—ο πολυλογάς—του άφησε έναν καφέ, τυλιγμένο με πετσέτα, μην κρυώσει.
Τα παιδιά; Τα παιδιά τον κοιτούσαν σαν να περνούσε άγγελος μεταμφιεσμένος σε χωριάτη.
Κι εκείνος;
Μια φορά μονάχα τον άκουσαν να λέει, κατεβαίνοντας προς τον κάμπο:
«Αξίζει να κινδυνεύεις για κάτι αληθινό…»
Από τότε, άμα άνοιγε κανείς στόμα να κακολογήσει άνθρωπο που δεν τον ήξερε, ο παπάς τον έκοβε στη ρίζα:
«Μὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν κρίνετε, μα τὴν δίκαιην.»
Κι έπεφτε σιωπή. Βαριά σιωπή, σαν αυτή που απλώνεται στο βάλτο μόλις πέσει ο ήλιος.
Γιατί είχαν μάθει πια πως πίσω από ένα σκυθρωπό πρόσωπο μπορεί να ’χει ο άνθρωπος καρδιά καθαρή σαν το νερό της βρύσης στο πάνω μέρος του χωριού— και φως που δεν το νικάει ούτε ποτάμι, ούτε λύσσα, ούτε γλώσσα ανθρώπου.
ΚΜ
Ιντεραμέρικαν από τα παλιά
