Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Από την αλλη, δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι οι δυο αλλεπάλληλοι πλατειασμοί του χαιρετισμού «Γεια χαρά», πρώτον από Γεια χαρά σε Γεια χαραντάν και δεύτερο με την προσθήκη της φράσης «και τα κουκιά μπαγλάν» είναι εντελώς τυχαίοι, ότι προστέθηκαν απλώς εύηχες συλλαβές που κάνουν ρίμα.

Οπότε, να τα πάρουμε με τη σειρά.

Πρώτα ο πλατειασμός από Γεια χαρά σε Γεια χαραντάν. Κατά το σλανγκ.γρ, το «νταν» είναι μάγκικη τυχαία προσθήκη. Κάποιοι το γράφουν χωριστά: Γεια χαρά νταν, που δείχνει ότι το σκέφτονται σαν επιφώνημα, αλλά οι περισσότεροι το «χαραντάν» το εκλαμβάνουν σαν μία λέξη.

Κατά τη γνώμη μου, το -νταν αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν είναι και μεμονωμένο, αφού βρίσκουμε επίσης, πάντα στη μάγκικη γλώσσα, το «μερακλαντάν» και το «τζαμπαντάν». Νομίζω ότι ο πλατειασμός αυτός έγινε με επίδραση από το τουρκικό επίθημα -dan, που χρησιμοποιείται στο τέλος των λέξεων για να δηλώσει προέλευση, ας πούμε Istanbul’dan = από την Κωνσταντινούπολη.  Χρησιμοποιείται μια τυπικά τούρκικη κατάληξη για να προσδώσει χρώμα στον χαιρετισμό.

Βλέπω ότι το ίδιο πιστεύει και ο Ζάχος [Παπαζαχαρίου] στο Λεξικό της Πιάτσας, ο οποίος στο λήμμα «γεια χαραντάν» [με τα κουκιά δεν ασχολείται] λέει: Η κατάληξη -νταν που στα τούρκικα σημαίνει προέλευση, έχει χάσει τη σημασία της και δίνει απλώς στο χαιρετισμό ένα τόνο «μαγκιάς», με καλοπροαίρετο, εγκάρδιο και λίγο προκλητικό νταηλίκι.

Το δεύτερο που έχω να παρατηρήσω είναι πως κατά πάσα πιθανότητα η αρχική μορφή της φράσης δεν είναι «και τα κουκιά μπαγλάν» αλλά «και τα κουκιά μπακλά» .

Γιατί «μπακλά»; Γιατί στα τουρκικά τα κουκιά λέγονται bakla, μπακλά! Θεωρώ εντελώς απίθανο το «τα κουκιά μπαγλάν» να προέρχεται από αλλού και όχι από την τουρκική λέξη που σημαίνει «κουκί».

Η τουρκική λέξη, μάλιστα, έχει περάσει και στα ελληνικά, αν και σε μικρή έκταση. Πάντως, καταγράφεται από παλιά. Ας πούμε, στο λεξικό του Σομαβέρα (1707) διαβάζω:

Κατάστιχο καμπόσων καρπών των χορταριών

1 το αγκούρι: cocomero, cucumero

2 η αγκυνάρα: carcioffo, cacioffolo, articiocco

3 ο χλωρός αρακάς, το χλωρό μπιζέλι: pisello

4 η κάπαρη: capparo, capperó

5 το καρπούζι, το χειμωνικό:melone d’acqua, anguria

6 το κολοκύθι: cocozza, cucuzza, zucca

7 η μελιντζάνα: melenzana

8 το ποπόνι, το πεπόνι: melone, mellone

9 το χλωρό ροβίθι, το χλωρό ρεβίθι: cece, cicero

10 το φασόλι, το φασούλι: faggiuolo

11 το φλασκόμηλο: pomo de salvia

12 το χλωροκούκι, το μπακλά: fava fresca

Η ονομαστή ταταυλιανή αποκριά στην Πόλη, που απαγορεύτηκε από τις αρχές το 1943 και αναβίωσε τα τελευταία χρόνια, λέγεται Μπακλά χορανί ή Μπακλαχοράνι, χορός των κουκιών ας πούμε.

Και οι κουκορίχτρες, οι μάντισσες δηλαδή που μάντευαν ρίχνοντας τα κουκιά, λέγονταν και μπακλατζούδες.

Το ποίημα Καραγκιόζης του Γιάννη Αναπλιώτη ξεκινάει ως εξής:

Άσπρα κουκιά

Μαύρα κουκιά

Μπακλάν κουκιά

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι πως η φράση «και τα κουκιά μπακλά» καταγράφεται ήδη σε άλλες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, σε σελίδα που εξετάζει το μικρασιατικό λεξιλόγιο, καταγράφεται, ως παράδειγμα υβριδικής έκφρασης με ανάμικτες ελληνικές και τουρκικές λέξεις, η «έκφραση αγανάκτησης» αβράντινι σιχτίμινι και τα κουκιά μπακλά.

Οι πρώτες δυο λέξεις είναι βαριά τουρκική βρισιά που την έχουμε συναντήσει και παλιότερα στο ιστολόγιο, κάτι σαν γαμώ το μουνί, αν και στα ελληνικά μπορεί να σημαίνει απλώς «ασ’ το διάολο», όμως αυτό που ενδιαφέρει είναι πως η φράση «και τα κουκιά μπακλά» προστίθεται για πλατειασμό χωρίς να έχει κάποια σύνδεση με το πρώτο σκέλος της φράσης.

Οπότε, σκέφτομαι, αν η φράση αυτή «και τα κουκιά μπακλά» που είναι στην ουσία μια ταυτολογία, μια «λαπαλισάδα» που λέγαμε τις προάλλες, συνηθιζόταν να κολλάει σε άλλες φράσεις, θα μπορούσε θαυμάσια να κολλήσει στο «γεια χαραντάν» και να γίνει «γεια χαραντάν και τα κουκιά μπακλά».

Στη συνέχεια, καθώς το «μπακλά» λίγοι το ξέρανε, θα έγινε πρώτα μπακλάν και μετά μπαγλάν για να προκύψει ο σημερινός μάγκικος χαιρετισμός.

Αυτή είναι η εκδοχή στην οποία τείνω -περιμένω τα σχόλιά σας, είτε επιβεβαιωτικά είτε ανασκευαστικά. Από μένα πάντως, γεια χαραντάν!

πηγή :

από sarant

https://sarantakos.wordpress.com.

Πραγματικός άνθρωπος

Ένας πραγματικός άντρας κάνει το σωστό ανεξάρτητα από τα συμφέροντα του. Κάνει το λογικό ανεξάρτητα από την επιτυχία ή την αποτυχία. Και κάνει το καλό όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τις μελλοντικές γενιές.

Πώς ήταν τα ελληνικά πριν από 500 και πριν από 1000 χρόνια;

Πώς ήταν η γλώσσα σας πριν 1000 χρόνια; Και πώς ήταν πριν 500 χρόνια;

Για να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση για τα ελληνικά, δόξα να ’χει ο Γιαραμπής, υλικό υπάρχει· και πριν 1000 χρόνια, και πριν 500, οι πρόγονοί μας ήταν πολυγραφότατοι.

Από την άλλη, για να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση για τα ελληνικά συγκεκριμένα, μπαίνει το αιώνιο γλωσσικό ζήτημα. Γιατί ήταν μεν πολυγραφότατοι οι πρόγονοί μας, αλλά δεν ήταν πολυγραφότατοι στη γλώσσα που μιλούσανε.

Εδώ μπαίνει βέβαια μεγάλη συζήτηση για το αν τελικά καλά κάνουμε που θεωρούμε τη λόγια γλώσσα που γράφανε οι περισσότεροι (και που επηρέαζε τα γραφόμενα και των υπολοίπων) κάτι το ξένο και το τεχνητό, κάτι που δεν ήταν πραγματικά «η γλώσσα μας». Γλώσσα της οικογενειακής εστίας των περισσότερων δεν ήτανε. Κάποιες εστίες πάντως φαίνεται πως ήταν και παλαιότερα καθαρολόγες· ο αναγεννησιακός ελληνιστής Φραγκίσκος Φίλελφος π.χ., ενώ μεμψιμοιρεί για την κατάντια της δημώδους που είδε στην Πόλη και στο Μωριά («η ίδια η γλώσσα έχει τόσο εκφυλιστεί, που δεν θυμίζει σε τίποτα την αρχαία και σοφότατη Ελλάδα. Βαρβαρότατοι όλοι τους με τρόπους πραγματικής βαρβαρίας»), αναγνωρίζει το 1451, στην Πόλη που έμενε, πως «οι αυλικοί κρατούν τη σεμνότητα και την αβρότητα της αρχαίας λαλιάς· ιδίως οι αριστοκράτισσες, οι οποίες, επειδή δεν έχουν καμιά ανταλλαγή με ξένους άντρες, χρησιμοποιούν την αυτούσια και αγνή ελληνική γλώσσα ακέραια.»

Ας συνεχίσουμε πάντως σαν απλούστευση να υιοθετούμε την καθιερωμένη γραμμή των ιστορικών γλωσσολόγων, όσο προβληματική κι αν είναι, πως όταν ρωτάμε για τη γλώσσα μας πριν 1000 ή 500 χρόνια, αναφερόμαστε σε γλώσσα δημώδη, ανθρώπων του λαού, χωρίς πολλές-πολλές επιρροές από τη λόγια γλώσσα. (Απλούστευση και προβληματική, είπαμε, αλλά όχι και εντελώς παράλογη απαίτηση.)

Για το «πριν 1000 χρόνια», η παραγγελιά για τα νεοελληνικά είναι κομμάτι δύσκολη. Κείμενα από το 1019 έστω και κάπως δημώδη, με το ζόρι θα βρούμε:

• Έχουμε π.χ. τις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές που χρονολογούνται πριν 1200 χρόνια, όταν οι βούλγαροι ήταν ακόμα τουρκόφωνος λαός, και κατέγραφαν τις νίκες τους σε επιγραφές σε δημώδη ελληνικά. (Υποθέτουμε πως έβαζαν να τις γράφουν έλληνες αιχμάλωτοι.) Είναι βέβαια φοβερό τα πρωιμότερα κείμενα σε κάτι που μπορούμε να αποκαλέσουμε νεοελληνικά, να καταγράφουν ήττες ελλήνων. (Επιγραφή του Πρεσιάνου Α! όταν πάτησε τους Φιλίππους: Τους Χριστηανους οι βουλγαρις πολα αγαθα επυισα[ν] κ(ε) οι Χριστηανοι ελησμονησαν, αλλα ο θ(εο)σ θεορι.) Γι’ αυτό επόμενο είναι τα κείμενα αυτά να μην πολυμνημονεύονται στην Ελλαδα. Πάντως ήδη πριν 1000 χρόνια, οι βούλγαροι ήταν πλέον σλαβόφωνοι, και έγραφαν τις επιγραφές τους στα σλαβονικά.

• Έχουμε σκόρπια ρητά και παροιμίες· ο Ιωάννης Σκυλίτζης π.χ. παραδίδει στα τέλη του ια! αιώνα το «καθημαξευμένον» (παναπεί λαϊκό) εώ σε έκτισα, φούρνε, εώ ίνα σε χαλάσω.

• Κατεβατά πλέον κείμενα δημώδη μέχρι ένα σημείο έχουμε από πριν 900 χρόνια και εξής: τους Στίχους καθ’ όν κατεσχέθη καιρόν του Μιχαήλ Γλυκά, τον Πτωχοπρόδρομο, ίσως και το Σπανέα. Αλλά επειδή τα δημώδη κείμενα δεν περίμενε κανείς να τα αντιγράφουν τόσο πιστά όσο και κανάν Όμηρο, η γλώσσα τους μάλλον πλησιάζει περισσότερο το χρόνο που τα κατέγραψαν οι γραφιάδες στα αντίτυπα που έχουμε, που χρονολογούνται πριν 700 χρόνια και δώθε. (Και η γραπτή παράδοση του Διγενή είναι τόσο μπλεγμένη, που προτιμώ να μην την αναφέρω καν.)

Το πιο κοντινό δείγμα που θα διαλέξω για το πώς ήταν η γλώσσα μας πριν 1000 χρόνια, είναι το τραγουδάκι για τον Αλέξιο Α! Κομνηνό, που το σκαρφίστηκαν όταν ξέφυγε την Κυριακή της Τυροφάγου (13 Φεβρουαρίου 1081) από συνωμοσία να τον τυφλώσουν, και σε σύντομο διάστημα έγινε αυτοκράτορας. Το τραγουδάκι το καταγράφει, με πολλή δυσφορία για το χυδαίον της γλώσσας, η κόρη του η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα:

Το Σάββατον της Τυρινής

χαρής, Αλέξη, εννόησές το

και την Δευτέραν το πρωί

ύπα καλώς, γεράκιν μου.

Στην τρέχουσα νεοελληνική:

Το Σάββατο της Τυρινής

να χαρείς, Αλέξη, το κατάλαβες

και τη Δευτέρα το πρωί

πήγαινε καλά, γεράκι μου.

Κοντά πολύ είναι· και μ’ όλο που άλλαξα δύο λέξεις, και με το εννόησες θα γινόταν καταληπτό. Η κλήση της δεύτερης λέξης ύπα αρχαία δεν είναι, αλλά δεν θα έβγαζε νόημα στη σύγχρονη γλώσσα, που έχει αλλάξει το υπάγω > πάω σημαντικά. (Μας ξενίζει πάντως η υποτακτική χαρής χωρίς το να.)

Ο μόνος φθόγγος που ξέρουμε πως άλλαξε προφορά έκτοτε στα νεοελληνικά ήταν το <υ> (και το <οι>), που άλλαζε προφορά τότε από /y/ σε /i/. Γι’ αυτοί οι Κορυφοί (Κέρκυρα) ειπώθηκαν στα γαλλικά Corfu, και η Οινόη από τους τούρκους Ünye. Έχουμε πάντως ποίημα του 1030 που κοροϊδεύει τη νέα προφορά (Ἐμοὶ πατρίς, βέλτιστε, τραχὺ χωρίον, / ὅπου περ ἀνδρῶν καὶ βοῶν ἶσαι φρένες, / οἳ το κρύον λέγουσιν ἀφρόνως κρίον, / καὶ τὸ ξύλον λέγουσιν ἀγροίκως ξίλον): η μεταβολή δηλαδή είχε ήδη ξεκινήσει.

Η αλήθεια είναι πως η μόνη ουσιώδης διαφορά στα κείμενο του 1081 και τη μεταγλώττιση είναι τα τελικά ν, που η δημοτική δεν τα αντέχει πια. Σε ομιλητές της Κοινής Νεοελληνικές μάλλον θα θυμίζουν τα πιο συντηρητικά κυπριακά. Κατά πάσα πιθανότητα προφερόταν τότε ακόμα και τα διπλά σύμφωνα, όπως εξ άλλου συνεχίζεται να γίνεται στα κυπριακά.

Α, το τραγουδάκι δεν θα το άφηνε βέβαια ήσυχο η Άννα Κομνηνή έτσι καθημαξευμένο που ήταν. Του προσθέτει μια μεταγλώττιση πιο ευπρεπή:

κατὰ μὲν τὸ Τυρώνυμον Σάββατον ὑπέρευγέ σοι τῆς ἀγχινοίας, Ἀλέξιε, τὴν δὲ μετὰ τὴν Κυριακὴν Δευτέραν ἡμέραν καθάπέρ τις ὑψιπέτης ἱέραξ ἀφίπτασο τῶν ἐπιβουλευόντων βαρβάρων.

Κάτι χάνει βέβαια σε αποφθεγματικότητα η απόδοση, αλλά μην είμεθα και πλεονέκται.

Αν τώρα γυρίσουμε μπρος το καντράν 500 χρόνια, η νεοελληνική του τότε ακούγεται μέσες-άκρες σαν αρχαΐζουσα διάλεκτος της νεοελληνικής τώρα. Μάλιστα πιο πολλή διαφορά υπάρχει ανάμεσα στις νεοελληνικές διαλέκτους τώρα, παρά ανάμεσα στην νεοελληνική 500 χρονών και την τωρινή. Η κυπριακή πριν 500 χρόνια μοιάζει περισσότερο στην τωρινή κυπριανή παρά στην κοινή νεοελληνική· το ίδιο και με τα κρητικά. Γι’ αυτό και θα ’ταν παραπλανητικό να παραθέσουμε παραδείγματα.

Δεν έχουμε και τόσα κείμενα στα Επτανησιακά και Πελοποννησιακά, τη διαλεκτική ομάδα δηλαδή που θεωρείται πρόγονος της κοινής νεοελληνικής. Έχουμε όμως την μετάφραση ιταλικής παράφρασης της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς τε και Νέας Διαθήκης, που έκανε ο Ιωαννίκιος Καρτάνος to 1536. Ο Καρτάνος ήταν κερκυραίος· το κείμενό του δηλαδή είναι ότι πιο κοντινό θα βρούμε σε 500 χρονών αντίστοιχο της κοινής νεοελληνικής.

Φωνολογικά, το κείμενο είναι βασικά σύγχρονο. Έχει μπόλικα τελικά ν, σαν και το δείγμα από την Κομνηνή· αλλά έχουμε λόγους να υποψιαζόμαστε πως ήδη τα τελικά ν ήταν σύμβαση πλέον της γραπτής ελληνικής, και δεν προφέρονταν.

(Ο Βαλέτας στις εκδόσεις του κειμένων της εποχής τα εξοβέλιζε με μένος ευπρεπώς δημοτικίστικο, ίσως όχι όμως και επιστημονικότατο). Τα /dz, ts/ τα γράφανε και τα δύο <τζ>, αλλά η συνήθεια αυτή κράτησε μέχρι και το ιθ! αιώνα, οπότε την αγνοούμε. Ο Καρτάνος δεν συναίρει τα /i, e/ πριν από φωνήεν, αλλά αυτό δεν το κάνουν τα κερκυραίικα ούτε και τώρα, οπότε δεν μπορούμε να το πούμε αυτό συνεπή αρχαϊσμό.

Αλλά και γραμματικά το κείμενο έχει κατασταλάξει σχεδόν στην γκάμα αυτών που γίνονται στις σύγχρονες διαλέκτους. Οι νέοι σύνθετοι χρόνοι—ο μέλλοντας, ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος, ο υποθετικός—δεν είχαν καταλήξει ακόμα στις γνώριμες μορφές που έχουν σήμερα, ήταν πάντως καθ’ οδόν.

Το κύριο που ξεχωρίζει τελικά με τα νεοελληνικά 500 χρονών είναι το πόσο λαϊκά ακούγονται σήμερα. Η νεοελληνική τώρα είναι πολύ πιο παλαιική τώρα παρά τότε, χάρη στη μαζική εισαγωγή αρχαϊζόντων στοιχείων στη γλώσσα μέσω της καθαρεύουσας. Δεν επηρεάστηκε μόνο το λεξιλόγιο· η χρήση της γενικής για τα έμμεσα αντικείμενα, για παράδειγμα, έχει περιοριστεί έκτοτε στις αντωνυμίες. (Το εις το/στο που το εκτόπισε στα ουσιαστικά αρχαιοπινές δεν είναι, και εδώ μάλλον μπήκε και ο παράγοντας δυτικές γλώσσες.)

Ορίστε ο πολλαπλασιασμός των άρτων και των ιχθύων, όπως εμφανίζεται στην Παλαιά τε και Νέα Διαθήκη. Μια χαρά κατανοητή γλώσσα και σήμερα, απλώς κάπως παλαιομοδίτικη:

Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πως ο Ιησούς Χριστός υπήγεν μίαν φοράν εις την Βεριάδα θάλασσα και υπήγανε μετ’ αυτόν πολλοί άνθρωποι δια τα θαύματα οπού έκανε, και εκάθησε με τους μαθητάδες του εκεί εις ένα μεγάλο βουνό και άρχισε και εδίδασκε εκεινών των ανθρώπων. Και ήτον σιμά το Πάσχα οπού έκαναν οι Ιουδαίοι, και οι άνθρωποι οπού έρχονταν ήσαν πολύ πλήθος, και λέγει του αγίου Φιλίππου: Ω Φίλιππε, πούθε να αγοράσομε ψωμί να φάνε τόσοι άνθρωποι; Και τούτο το είπε δια να τον δοκιμάσει, διότι αυτός ήξευρε εκείνο οπού ήθελεν να κάμει. Λέγει του ο Φίλιππος: Διακόσια δουκάτα δεν μας σώνουν να τους δώσομε πάσα ενός ένα μπουκούνι.

Ό εστί μεθερμηνευόμενον:

Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πως ο Ιησούς Χριστός πήγε μια φορά στην Τιβεριάδα θάλασσα και πήγανε μαζί του πολλοί άνθρωποι εξαιτίας των θαυμάτων που έκανε, και κάθησε με τους μαθητές του εκεί σ’ ένα μεγάλο βουνό και άρχισε να διδάσκει σ’ εκείνους τους ανθρώπους. Και ήταν σύντομα το Πάσχα που έκαναν οι Ιουδαίοι, και οι άνθρωποι που ερχόνταν ήταν μεγάλο πλήθος, και λέει στον άγιο Φίλιππο: Φίλιππε, πού θα αγοράσουμε ψωμί να φάνε τόσοι άνθρωποι; Και τούτο το είπε για να τον δοκιμάσει, διότι αυτός ήξερε τι ήθελε να κάνει. Του λέει ο Φίλιππος: Διακόσια δουκάτα δεν μας φτάνουν να δώσουμε στον καθένα μια μπουκιά.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι στο θαυμάσιο άρθρο του Νικολάου. Μόνο να επισημάνω το παράξενο «την Βεριάδα» που υποθέτω πως είναι λάθος ή του γραφέα ή του τυπογράφου ή του ίδιου του Καρτάνου από το Τιβεριάδα, με σφαλερή επανανάλυση (Τιβεριάδα -> Τη Βεριάδα). Που δείχνει κι αυτό, αν ισχύει, πως τα τελικά νι γράφονταν συμβατικά.

πηγη: sarantakos.wordpress.com

χειραγώγηση

Πώς να αναγνωρίσετε έναν άνθρωπο που προσπαθεί να σας χειραγωγήσει.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα και την επιθυμία, να ασκούν έντονη επιρροή στους γύρω τους και να τους καθοδηγούν. Τους αρέσει να χειραγωγούν τους συνεργάτες ή τα μέλη της οικογένειάς τους και να κατευθύνουν τη σκέψη και τη δράση τους σύμφωνα με τη βούλησή τους. Ειδικά στους επαγγελματικούς χώρους, σκοπός τους είναι να έχουν τον έλεγχο, να αποκτήσουν δύναμη και να χρησιμοποιήσουν τους άλλους προς όφελός τους.

Σύμφωνα με ψυχολόγους, οι έντονα χειριστικοί άνθρωποι έχουν την ικανότητα να κρύβουν τις προθέσεις  και την επιθετικότητά τους. Ξέρουν πώς να επηρεάσουν τους πιο αδύναμους και χρησιμοποιούν τις ανθρώπινες αδυναμίες για να φθάσουν στο σκοπό τους.

Σύμφωνα το βιβλίο «“How to Successfully Handle Manipulative People” του καθηγητή Preston Ni που ειδικεύεται στην ανθρώπινη επικοινωνία, οι χειριστικοί άνθρωποι έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, καθώς ο σκοπός τους είναι κοινός. Πρέπει να πάρουν αυτό που θέλουν.

1.  «Παίζουν στην έδρα τους»

Σύμφωνα με τον καθηγητή, μιλάνε με το «θύμα» τους στο χώρο τους, εκεί που νιώθουν περισσότερο δυνατοί και έχουν τον έλεγχο.

2. Αφήνουν τον άλλο να μιλήσει πρώτο

Στην αρχή κάνουν γενικές ερωτήσεις. Έτσι, καταλαβαίνουν τη βασική γραμμή σκέψης, αλλά και τις αδυναμίες του, ώστε να μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους.

3. Χειρίζονται τις καταστάσεις

Μπορεί να πουν ψέματα, ή απλώς να αποκρύψουν μέρος της αλήθειας. Μπορεί να κρατήσουν σημαντικές πληροφορίες για τον εαυτό τους, παρουσιάζοντας ένα θέμα μονόπλευρα.

4.  Προσποιούνται ότι τα ξέρουν όλα
Προσπαθούν να πείσουν, προσποιούμενοι τους ειδήμονες. Παρουσιάζουν γεγονότα, στατιστικά στοιχεία και άλλες πληροφορίες που πιθανότατα το θύμα δεν γνωρίζει και που ίσως δεν ισχύουν. Αυτό σύμφωνα με τον καθηγητή μπορεί να συμβεί για την πώληση προϊόντος, σε επαγγελματικές συζητήσεις, αλλά ακόμη και σε μια σχέση. Με αυτό τον τρόπο, νιώθουν ότι υπερέχουν των άλλων.

5.  Ανεβάζουν τον τόνο της φωνής τους

Πρόκειται για έναν επιθετικό χειρισμό. Ξέρουν ότι όταν φωνάζουν ή απλώς δείχνουν θυμό, θα κάνουν αρκετούς να ενδώσουν και να κάνουν ό,τι τους ζητήσουν. Συνήθως, συνδυάζουν και έντονες χειρονομίες για να αποκτήσουν περισσότερη πειθώ. Αυτή η τακτική αν εφαρμοστεί στα κατάλληλα άτομα αποδίδει.

6.  Δεν δίνουν χρόνο στο θύμα να σκεφτεί

Ο χειριστικός άνθρωπος πιέζει τους άλλους να πάρουν μια απόφαση χωρίς να είναι έτοιμοι. Έτσι, το θύμα δεν έχει χρόνο να σκεφτεί το θέμα διεξοδικά ή να το συζητήσει με άλλους.

7.  Αρνητικό χιούμορ

Πολλές φορές χρησιμοποιούν χιουμοριστικά και σαρκαστικά σχόλια για να τονίσουν τα ελαττώματα των άλλων. Χρησιμοποιούν την ειρωνεία και δημιουργούν κλίμα κατωτερότητας των συνομιλητών τους. «Μπορεί να σχολιάσουν τα πάντα, από την εμφάνιση μέχρι και τον τρόπο που αναπνέει κάποιος. Έτσι θα τον κάνει να νιώσει άσχημα και να πάρει αυτό που θέλει», ανέφερε ο Preston Ni.

8.  Δεν απαντάνε σε όλα

Εσκεμμένα δεν απαντάνε σε μηνύματα ή ακόμη και σε ερωτήσεις που γίνονται κατ’ ιδίαν. Με αυτό τον τρόπο, κάνουν τον άλλο να περιμένει και να αμφιβάλλει για αυτό που είπε.

9.  Προσποιούνται ότι δεν ξέρουν

Κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν κάτι. Φυσικά επιλεκτικά όταν θέλουν να υπονομεύσουν μια κατάσταση. «Αυτή την τακτική χρησιμοποιούν πολλοί ενήλικες για να κρύψουν κάτι ή για να αποφύγουν μια υποχρέωση» εξηγεί ο καθηγητής.

10.  Δημιουργούν ενοχές

Δημιουργούν τύψεις στον απέναντι για να πιστεύει ότι αυτός έχει κάνει κάτι λάθος. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούν διάφορα τεχνάσματα, όπως τα στοχευμένα παράπονα, ο τόνο απόγνωσης ή απλά μια «εύγλωττη» σιωπή.

11.  Θυματοποιούνται

Προσποιούνται ότι έχουν κάποιο πρόβλημα ή ότι είναι αδύναμοι να κάνουν κάτι. Με αυτό τον τρόπο θέλουν να κερδίσουν τη συμπάθεια των άλλων. Βασίζονται στο φιλότιμο για να πάρουν αυτό που θέλουν, αλλά όχι το δικό τους.

_______________________

   Πηγή: valueforlife.gr

  Με πληροφορίες από Psychology today