Έχω πολλούς φίλους στους κύκλους της δημοσιογραφίας, τους οποίους εκτιμώ πολύ. Μα η ανόητη και απαίδευτη δημοσιογραφία είναι διαδεδομένη στον καιρό μας και έχει επικινδύνως αναπτυχθεί. Κι έτσι η ανοησία έχει πλημμυρίσει και σκεπάσει την κοινή γνώμη, τόσο που να μη διαθέτει πλέον γνώμη. Είναι μια κοινή, χωρίς γνώμη!

Mανος Χατζηδάκις

Μελίνα Μερκούρη

Η Μελίνα Μερκούρη δεν χρειάζεται “συστάσεις”.Δεν μπορούμε να πούμε πως η Καλλιτέχνης ή η πολιτικός Μελίνα επισκέφτηκε την Αγία Σοφία. Η Μελίνα, ήταν η ψυχή των Ελλήνων που έκανε ότι φάνταζε αυτονόητο ενώπιον του Μνημείου της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη:

 Ως Υπουργός Πολιτισμού επισκέπτεται την Πόλη. Πάει στην ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ συνοδευόμενη από τον Τούρκο ομόλογό της και υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου. Μια στιγμή γυρίζει προς έναν Διευθυντή του Υπουργείου και του λέει:

 -Νίκο, να ψάλλουμε το ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ!..

–Κυρία Υπουργέ, δεν μπορούμε, και μάλιστα μπροστά στα… μάτια του ομολόγου σας. Δεν γίνεται! 

Και τότε η μεγάλη Ελληνίδα στέκεται προσοχή κι αρχίζει μόνη της να ψάλλει: ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ ΤΑ ΝΙΚΗΤΗΡΙΑ… Το τελείωσε με δάκρυα, χωρίς κανείς να τολμήσει να τη σταματήσει. Αιωνία της η Μνήμη .

( Από Μητροπολίτη Προικονήσου Ιωσήφ ) 

Το Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου

Το Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου

Στις 15 Ιουλίου του 1974 η Χούντα των Αθηνών δια των οργάνων της στη Μεγαλόνησο ανατρέπει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο…

Ο πρόεδρος – «μαριονέτα» Νίκος Σαμψών

Στις 15 Ιουλίου του 1974 η Χούντα των Αθηνών δια των οργάνων της στη Μεγαλόνησο (Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ, ΕΟΚΑ Β’) ανατρέπει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο και εγκαθιστά κυβέρνηση «μαριονετών» υπό τον δημοσιογράφο Νίκο Σαμψών. Πέντε ημέρα αργότερα, οι Τούρκοι θα εισβάλουν στην Κύπρο…

Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/645?

© SanSimera.gr

Λ Τολστόι

Τρία πράγματα χαρακτηρίζουν το σοφό άνθρωπο:

Πρώτο, κάνει ο ίδιος αυτά που συμβουλεύει τους άλλους να κάνουν. Δεύτερο, δεν κάνει τίποτα που να αντιβαίνει στην αλήθεια. Τρίτον, είναι υπομονετικός με τις αδυναμίες των άλλων.

Τσοπανάκος ήμουνα

Τσοπανά… μωρέ παιδιά τσοπανάκος ήμουνα,

άιντε τσοπανάκος ήμουνα προβατάκια έβοσκα.

Κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά,

κι αν δε φύλαγα πολλά καμιά πεντακοσαριά.

Άιντε ζούμπες ζούμπες ζούμπες ζούμπες

στα τσαρούχια μ’ είχα φούντες,

άιντε κι όλο γύρναγα στις στρούγκες

να βρω νιες και βλαχοπούλες.

Η Κρήτη «ενώνεται» με την Πελοπόννησο

Η Κρήτη «ενώνεται» με την Πελοπόννησο – Ένα παγκοσμίως πρωτοποριακό έργο

 

 

Ένα παγκοσμίως πρωτοποριακό έργο πρόκειται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2020, καθώς θα λάβει χώρα η ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης με την Πελοπόννησο, μέσω ενός καλωδίου μήκους 135 χιλιομέτρων. Η πρώτη θαλάσσια διασύνδεση της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα αποτελεί τη μεγαλύτερη σε μήκος καλωδιακή διασύνδεση εναλλασσόμενου ρεύματος παγκοσμίως!

Παράλληλα, η πόντιση των υποβρύχιων καλωδίων πραγματοποιείται σε βάθος 1.000 μέτρων, γεγονός που καθιστά το έργο, τη βαθύτερη υποβρύχια καλωδιακή διασύνδεση υψηλής τάσης – με τριπολικό καλώδιο τεχνολογίας μόνωσης XLPE – στον κόσμο!

Απόστολος Σκουμπούρης

Για τα πανηγύρια !!

από το αφήγημα Θεσσαλικό παζάρι του Γ. Κοτζιούλα:

«Άξιζε, μα την αλήθεια, να υπομείνει κανείς ένα καλοκαίρι τη ζέστα του κάμπου, το χλιο νερό και τον λίβα για ν’ αξιωθεί τώρα στα έβγα του Σεπτέμβρη να χαρεί αυτό το ζωντανό πανόραμα, το πανηγύρι του λαού. Εγώ μια φορά είχα πάρα πολλά χρόνια να ιδώ κάτι τέτοιο, ίσως κιόλα να μην αντίκρισα ποτέ μου άλλο παρόμοιο,

Αυτές τις μέρες, κάθε βράδυ που έβγαινα στο συνηθισμένο μου αγνάντιο, εκεί στην άκρη απ’ το χαλασμένο φρούριο, κοιτώντας αντίκρυ, ανάμεσα στις δυο κοίτες του ποταμού, την παλιά και την καινούργια, σε διάστημα ενός χιλιομέτρου, έβλεπα κάτι που δε θα το φανταζόμουν πρώτα. Η ξερή εκείνη λάκα, η δίχως χρώμα δίχως ζωή, πήρε άξαφνα αλλιώτικη όψη. Απ’ τη μια της άκρη ως την άλλη απλώθηκε ένα παρδαλό στρωσίδι, μια κουρελού γεμάτη από κάθε λογής πολυχρωμία. Ποιος να το κέντησε αυτό το κιλίμι που με την τόση του λαμπράδα το πατούν όλα τα ποδάρια; Ας πάμε να ιδούμε κι εμείς από κοντά.

Μόλις περάσεις τη γέφυρα, ένας άλλος κόσμος προβάλλει μπροστά σου. Το στερεότυπο και το κανονικό τ’ αφήνεις πίσω, στη μεγάλη πολιτεία με τους δρόμους και τα μαγαζιά. Εδώ είναι παζάρι, άλλο πράμα. Καινούργιοι πραματευτάδες φανερώνονται σε κάθε βήμα. Κι η πελατεία διαφέρει από κείνη τη γνωστή. Μια θάλασσα ανθρωπινή σαλεύει, κυματίζει, ογκώνεται ολοένα,

Αποβραδίς άρχισαν να κουβαλιόνται οι παζαριώτες. Έρχονται άλλοι με τα κάρα κι’ άλλοι καβάλα ή με τα πόδια φέρνοντας άλογα και γελάδια για πούλημα. Ξεζεύουν τις σούστες και πιάνουν μιαν άκρη στερεώνοντας το τιμόνι μ’ αλυσίδα στη γης. Κατεβάζουν από πάνω χλωρά ή στεγνωμένα καλαμποκόφυλλα, σακιά με σανό, φούντες από σκούπα για να ταΐσουν τα ζώα. Οι άνθρωποι ξαπλώνουν δίπλα, ακουμπώντας σε δέματα. Οι άντρες καπνίζουν κάνα τσιγάρο για να ξαποστάσουν απ’ τον δρόμο. Οι γυναίκες, τυλιγμένες στα μαύρα μαντήλια τους, μοιάζουν σαν κόρες της νύχτας που κοιτάζουν από ψηλά με τ’ άστρινα μάτια τους. Γύρω απ’ τους καθισμένους πηγαινόρχονται άλλοι που δε βρήκαν ακόμα θέση…

Την ημέρα πάλι έχει άλλο γούστο. Σεργιανάς μες στο πλήθος ακλουθώντας τους στενόμακρους διαδρόμους που άφησαν επίτηδες, οι άνθρωποι με τα ζώα, για την κυκλοφορία. Κοιτάς κι απορείς. Πούθε μαζεύτηκαν τόσα κάρα, τόσα άλογα και βόδια, που γέμισαν ένα γύρο τον τόπο! Εδώ πρέπει να κουβαλήθηκε όλη η Θεσσαλία. Κι αληθινά βλέπεις πρόσωπα, ντυσίματα απ’ όλα τα σχέδια. Βλέπεις ανθρώπους του κάμπου με κιτρινιάρικες φάτσες, βουνίσιους με μάλλινα σκουτιά, με σουλτούκα ή κοντοκάπια, βλάχισσες κόκκινες σα μήλο και καραγκούνες με γαϊτανωτά σεγκούνια, κεντημένα σαγιά και θηλυκωτάρια στη μέση. Άλλοι φορούν σκούφους κι άλλοι τραγιάσκες, οι γυναίκες κεφαλόδεσμους ή φακιόλια. Το ίδιο και στα πόδια, άλλοι έχουν παπούτσια κι άλλοι λουριά. Παλληκάρια και παππούδες, γερόντισσες και κοπελίτσες, φάτσες λογιών τω λογιώ, μπερδεύονται, σμίγουν κάθε τόσο για να γίνει ένα κράμα, μια πανσπερμία. Ήρθαν εδώ απ’ τον κάμπο της Λάρισας, απ’ τα βουνά του Ολύμπου, απ’ το Πήλιο και τον Αλμυρό, απ’ την Ελασσόνα και την Καρδίτσα, περ’ απ’ τον Αμάρμπεη ως κάτω στα Χάσια. Κι έφεραν μαζί τους βόδια, μουλάρια, γαϊδούρια, γουρούνια, πρόβατα οι κοντινοί, ψάθες οι καμπίσιοι, τόπια σκουτί, βέργες από κρανιά, ότι θέλεις…»

Πηγή:sarantskos WordPress.com