Για τα πανηγύρια !!

από το αφήγημα Θεσσαλικό παζάρι του Γ. Κοτζιούλα:

«Άξιζε, μα την αλήθεια, να υπομείνει κανείς ένα καλοκαίρι τη ζέστα του κάμπου, το χλιο νερό και τον λίβα για ν’ αξιωθεί τώρα στα έβγα του Σεπτέμβρη να χαρεί αυτό το ζωντανό πανόραμα, το πανηγύρι του λαού. Εγώ μια φορά είχα πάρα πολλά χρόνια να ιδώ κάτι τέτοιο, ίσως κιόλα να μην αντίκρισα ποτέ μου άλλο παρόμοιο,

Αυτές τις μέρες, κάθε βράδυ που έβγαινα στο συνηθισμένο μου αγνάντιο, εκεί στην άκρη απ’ το χαλασμένο φρούριο, κοιτώντας αντίκρυ, ανάμεσα στις δυο κοίτες του ποταμού, την παλιά και την καινούργια, σε διάστημα ενός χιλιομέτρου, έβλεπα κάτι που δε θα το φανταζόμουν πρώτα. Η ξερή εκείνη λάκα, η δίχως χρώμα δίχως ζωή, πήρε άξαφνα αλλιώτικη όψη. Απ’ τη μια της άκρη ως την άλλη απλώθηκε ένα παρδαλό στρωσίδι, μια κουρελού γεμάτη από κάθε λογής πολυχρωμία. Ποιος να το κέντησε αυτό το κιλίμι που με την τόση του λαμπράδα το πατούν όλα τα ποδάρια; Ας πάμε να ιδούμε κι εμείς από κοντά.

Μόλις περάσεις τη γέφυρα, ένας άλλος κόσμος προβάλλει μπροστά σου. Το στερεότυπο και το κανονικό τ’ αφήνεις πίσω, στη μεγάλη πολιτεία με τους δρόμους και τα μαγαζιά. Εδώ είναι παζάρι, άλλο πράμα. Καινούργιοι πραματευτάδες φανερώνονται σε κάθε βήμα. Κι η πελατεία διαφέρει από κείνη τη γνωστή. Μια θάλασσα ανθρωπινή σαλεύει, κυματίζει, ογκώνεται ολοένα,

Αποβραδίς άρχισαν να κουβαλιόνται οι παζαριώτες. Έρχονται άλλοι με τα κάρα κι’ άλλοι καβάλα ή με τα πόδια φέρνοντας άλογα και γελάδια για πούλημα. Ξεζεύουν τις σούστες και πιάνουν μιαν άκρη στερεώνοντας το τιμόνι μ’ αλυσίδα στη γης. Κατεβάζουν από πάνω χλωρά ή στεγνωμένα καλαμποκόφυλλα, σακιά με σανό, φούντες από σκούπα για να ταΐσουν τα ζώα. Οι άνθρωποι ξαπλώνουν δίπλα, ακουμπώντας σε δέματα. Οι άντρες καπνίζουν κάνα τσιγάρο για να ξαποστάσουν απ’ τον δρόμο. Οι γυναίκες, τυλιγμένες στα μαύρα μαντήλια τους, μοιάζουν σαν κόρες της νύχτας που κοιτάζουν από ψηλά με τ’ άστρινα μάτια τους. Γύρω απ’ τους καθισμένους πηγαινόρχονται άλλοι που δε βρήκαν ακόμα θέση…

Την ημέρα πάλι έχει άλλο γούστο. Σεργιανάς μες στο πλήθος ακλουθώντας τους στενόμακρους διαδρόμους που άφησαν επίτηδες, οι άνθρωποι με τα ζώα, για την κυκλοφορία. Κοιτάς κι απορείς. Πούθε μαζεύτηκαν τόσα κάρα, τόσα άλογα και βόδια, που γέμισαν ένα γύρο τον τόπο! Εδώ πρέπει να κουβαλήθηκε όλη η Θεσσαλία. Κι αληθινά βλέπεις πρόσωπα, ντυσίματα απ’ όλα τα σχέδια. Βλέπεις ανθρώπους του κάμπου με κιτρινιάρικες φάτσες, βουνίσιους με μάλλινα σκουτιά, με σουλτούκα ή κοντοκάπια, βλάχισσες κόκκινες σα μήλο και καραγκούνες με γαϊτανωτά σεγκούνια, κεντημένα σαγιά και θηλυκωτάρια στη μέση. Άλλοι φορούν σκούφους κι άλλοι τραγιάσκες, οι γυναίκες κεφαλόδεσμους ή φακιόλια. Το ίδιο και στα πόδια, άλλοι έχουν παπούτσια κι άλλοι λουριά. Παλληκάρια και παππούδες, γερόντισσες και κοπελίτσες, φάτσες λογιών τω λογιώ, μπερδεύονται, σμίγουν κάθε τόσο για να γίνει ένα κράμα, μια πανσπερμία. Ήρθαν εδώ απ’ τον κάμπο της Λάρισας, απ’ τα βουνά του Ολύμπου, απ’ το Πήλιο και τον Αλμυρό, απ’ την Ελασσόνα και την Καρδίτσα, περ’ απ’ τον Αμάρμπεη ως κάτω στα Χάσια. Κι έφεραν μαζί τους βόδια, μουλάρια, γαϊδούρια, γουρούνια, πρόβατα οι κοντινοί, ψάθες οι καμπίσιοι, τόπια σκουτί, βέργες από κρανιά, ότι θέλεις…»

Πηγή:sarantskos WordPress.com