Τσάρλι Τσάπλιν

Ο Τσάρλι Τσάπλιν έζησε 88 χρόνια.

Μας άφησε 4 δηλώσεις:

(1) Τίποτα δεν είναι για πάντα σε αυτόν τον κόσμο, ούτε καν τα προβλήματά μας.

(2) Λατρεύω να περπατάω στη βροχή γιατί κανείς δεν μπορεί να δει τα δάκρυά μου.

(3) Η πιο χαμένη μέρα στη ζωή είναι η μέρα που δεν γελάμε.

(4) Έξι καλύτεροι γιατροί στον κόσμο…:

1. Ο ήλιος,

2. Ξεκούραση,

3. Άσκηση,

4. Διατροφή,

5. Αυτοσεβασμός

6. Φίλοι.

Μείνε σε αυτούς σε όλα τα στάδια της ζωής σου και απόλαυσε μια υγιή ζωή…

Αν δεις το φεγγάρι, θα δεις την ομορφιά του Θεού…

Αν δεις τον ήλιο, θα δεις τη δύναμη του Θεού…

Αν δεις έναν καθρέφτη, θα δεις την καλύτερη δημιουργία του Θεού. Οπότε πίστεψέ το.

Είμαστε όλοι τουρίστες, ο Θεός είναι ο ταξιδιωτικός μας πράκτορας που έχει ήδη εντοπίσει τις διαδρομές, τις κρατήσεις και τους προορισμούς μας… εμπιστευτείτε τον και απολαύστε τη ζωή

Η ζωή είναι απλά ένα ταξίδι! Ως εκ τούτου, ζήσε το σήμερα!

Αύριο μπορεί να μην είναι.

Ο μπαμπούλας της «γερασμένης» Ευρώπης

Μέχρι το 1500 μ.Χ., στον πλανήτη μας ζούσαν λιγότεροι από 500 εκατομμύρια άνθρωποι. Ήταν λίγοι; Το 1950 είχαν γίνει 2,5 δισ. Ήταν πολλοί; Σήμερα κοντεύουμε τα 8 δισ. Είμαστε πολλοί ή λίγοι; Η Ε.Ε. των 27 έχει 446 εκατομμύρια πληθυσμό. Είναι πολλά ή λίγα; Αν ένα κριτήριο είναι η πυκνότητα, η Ε.Ε. έχει 117 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Συγκριτικά η Αυστραλία έχει 3, η Αφρική 33, η Βόρεια Αμερική 22 και η Ασία 95. Μήπως δεν είναι και τόσο άσχημη ιδέα να γίνουμε λιγότεροι;

Θάνος Τζήμερος

Όταν είδε ο Διογένης στην Ολυμπία μερικούς νέους από τη Ρόδο να ‘ναι ντυμένοι πολυτελώς και να φορούν ακριβά στολίδια είπε: «Αυτό είναι αλαζονεία!»

Όταν αργότερα συνάντησε άλλους νέους Λακεδαιμόνιους ντυμένους με πολύ φτωχούς χιτώνες, τριμμένος και τρύπιους είπε: «Αυτό είναι άλλο είδος αλαζονείας..

Να σας ταξιδέψω Τζουμέρκα

Καλώς ήρθατε στα Τζουμέρκα» γράφει μια ταμπέλα πριν από την κουτσουρεμένη γέφυρα. Συμβολικό. Κόβονται οι «γέφυρες» και εισέρχεσαι στην πιο μαγευτικά άγρια φύση

|Protagon/Ρέα Βιτάλη ΤΑΞΊΔΙΑ

Να σας ταξιδέψω Τζουμέρκα; Μετρήστε δυνάμεις και αξιολογήστε έντιμα τον εαυτό σας ως οδηγό. Τα Τζουμέρκα είναι ειδικός τόπος… Μαγευτικός, πέτρα πάνω στην πέτρα, γκρέμι… Αγρια ομορφιά, ζόρικη η αθεόφοβη.

Αν ήταν γυναίκα, θα τη βαφτίζαμε Ειρήνη Παπά ντυμένη στα μαύρα

Γράφει η Ρέα Βιτάλη 10 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2020, 18:08

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τα Τζουμέρκα, θα πεις τον δεσπότη Παναγιώτη.

Ξεκινάω σκληρά, άγαρμπα, την ξενάγηση σε μία από τις πιο συναρπαστικές, μαγευτικές, δύσκολες διαδρομές, προκειμένου να μετρήσετε σωστά τις δυνάμεις σας πριν ξαμοληθείτε. Τη μεγάλη μου αδυναμία για τα Γιάννενα και τα Ζαγοροχώρια τη γνωρίζετε, όσοι με διαβάζετε, καθώς πολλάκις σας έχω ταξιδέψει με κείμενά μου στα μέρη. Αυτή τη φορά, όμως, ξεκινώντας και πάλι από τα Γιάννενα, θα ανακαλύπταμε την αντίθετη, την «απέναντι» πλευρά, ήτοι τα Τζουμέρκα. Αγρια ομορφιά, ζόρικη η αθεόφοβη. Αν ήταν γυναίκα, θα τη βαφτίζαμε Ειρήνη Παπά ντυμένη στα μαύρα.

Συνήθως οι εκδρομείς ξεκινάνε από το χωριό Πράμαντα, αλλά αν θέλετε να με ακούσετε, ξεκινήστε κατευθείαν, όσο είστε ξεκούραστοι και ορεξάτοι, για το Συρράκο. Χωριό χτισμένο σε μια πλαγιά του όρους Λάκμος, σε υψόμετρο 1.150, πάνω από τη χαράδρα του ποταμού Χρούσια. Δύο χρόνια πριν, ίσως θυμάστε από σχετικό κείμενό μου, είχαμε απολαύσει οδήγηση στο «μονοπάτι» St. Bernard, μια διαδρομή από την εποχή των Ρωμαίων. Ε λοιπόν, στο «μονοπάτι» προς Συρράκο ανακαλύψαμε το ελληνικό St. Bernard. «Καλώς ήρθατε στα Τζουμέρκα» έγραφε μια ταμπέλα δίπλα σε μια κουτσουρεμένη, σπασμένη τεράστια γέφυρα.

Τόσο σημαδιακή ως εκκίνηση. Λες και κόβεις γέφυρες με ό,τι ήξερες και ορμάς σε μια αγριάδα τόσο σαγηνευτική, όσο και φοβιστερή. Αλί σε όποιον έχει υψοφοβία!.. Το Συρράκο, σκαρφαλωμένο Κι όποιος δεν έχει, ευκαιρία να αποκτήσει. Φουρκέτες κλειστές συνεχόμενες. Μέτρησα είκοσι και σταμάτησα γιατί βαρέθηκα. Και βέβαια, κάθε φουρκέτα συνοδευόταν από εκκλησάκια. Για να πιάνεις το υπονοούμενο. Ενώ σε πνίγει, στην κυριολεξία το «σε πνίγει», το πράσινο, σε τόση ποσότητα πυκνής βλάστησης που ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει αμήχανος.

Χαράδρες χαώδεις, βράχια σκισμένα, απειλητικά, πέτρες που ξεφεύγουν και ταμπέλες που προειδοποιούν για κατολισθήσεις. Σκέψου να ήταν και χειμώνας! Δεν είναι πολλά τα χιλιόμετρα, αλλά είναι εγκληματικά επιπόλαιο έως αδύνατον να αναπτύξεις ταχύτητα. Θυμήθηκα μια συνομιλία μου με τον Γιώργο Δελαπόρτα, τον μόνο έλληνα πρωταθλητή στο Ιστορικό Ράλλυ Μόντε Κάρλο, που μου είχε εξηγήσει πόσο δύσκολο είναι να πιάνεις μέση ωριαία ταχύτητα οδήγησης 50 χιλιομέτρων. Στο ταξίδι μας προς Συρράκο το αντιλήφθηκα πλήρως. Μια διαδρομή για τους λάτρεις της οδήγησης.

Γυρίζω νοητά σε ένα παρελθόν με πισωκίνητα αυτοκίνητα ενός «κάποτε», που έσερναν τον κώλο και μαεστρικά χέρια ραλιστών τον επανέφεραν… Α ρε Ιαβέρη! Α ρε Μοσχού! (πώς φαίνεται ότι έγραφα στους «4 τροχούς» του μέγα Καββαθά!). Ενας ανεκμετάλλευτος (ακόμα ένας) τουριστικός «πλούτος», αν δίναμε τη σημασία που πρέπει σε αγώνες ράλι. Κάποτε, μετά από δυο στάσεις… Είχα να ζαλιστώ από τα παιδικά μου χρόνια!.. Αλλά και για να απολαύσουμε τη μαγεία της θέας, με ένα σωρό όμως «Μη!»… Πώς με τρομοκρατούσε το περιβάλλον!.. «Μη πας τόσο κοντά στον γκρεμό!»… Τόση φωνή, ούτε σε τρενάκι του τρόμου!..

Κάποτε διακρίναμε το πολυπόθητο Συρράκο σκαρφαλωμένο, καρφωμένο σε μια τοποθεσία αδιανόητης γοητείας. Και βέβαια, το περπατήσαμε. Ενα χωριό διατηρητέο, κομψοτέχνημα που σου γυρίζει το ρολόι του χρόνου σε χρόνια που μόνο τα είδαμε είτε σε ασπρόμαυρες, αργοκίνητες ταινίες αρχείου ή σε φωτογραφίες κιτρινισμένες παλαιοπωλείων.

Συρράκο, ένα χωριό πέτρα στην πέτρα Χωριό που χτίστηκε πέτρα πάνω σε πέτρα τον 15ο αιώνα από βλαχόφωνους πληθυσμούς. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας γνώρισε οικονομική ανάπτυξη χάρη στην κτηνοτροφία και την τέχνη της αργυροχοΐας. Κάηκε ολοσχερώς κατά την Επανάσταση του 1821, όπου συμμετείχε ενεργά από την αρχή της, ξαναχτίστηκε, απέκτησε ξανά οικονομική δύναμη, απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό το 1912 για να το περιδιαβάζουμε εμείς σήμερα. Πατρίδα του πρώτου συνταγματικού Πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη. Και του ξεχασμένου πλέον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, που τιμούσαν ιδιαίτερα τα αναγνωστικά της δικής μας γενιάς. Σας προτρέπω να επισκεφτείτε και το σπίτι του.

Ενώ μυρίζω τον τόπο του σπεύδω να ανασύρω από τη σύγχρονη Google βιβλιοθήκη (και όχι από την Πάπυρος Λαρούς… Αχ, κωδικοί γενιάς) ένα από τα ποιήματά του. Ετσι ακολουθώ τη ματιά του, βλέπω το τοπίο να ενσωματώνεται στους στίχους, να πυροδοτεί την έμπνευση. Διαβάστε «Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραετέ μου, παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια και μέσ’ στα σύννεφα πετάς, μέσ’ στα βουνά ανεμίζεις, φωλιάζεις μεσ’ στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ΄άστρα, με τη βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις με τάγρια αστροπέλεκα και βασιλιά σε κράζουν του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες. Ετσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη, κι απ’ άφαντο κι απ’ άπλερο πουλάκι σταυραητέ μου, μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος κι εφώλιασε βαθιά και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει τη νιότη».

Μελετήστε τη λέξη «κουφοβοσκάει την νιότη μου». Ασυναίσθητα επηρεασμένη κοντοστέκεται η ματιά μου μια σειρά σύγχρονων εφήβων. Κάθονται σε ένα πεζούλι, αστειεύονται όμορφα, σκορπάνε μερικά «ρε μαλάκα» ενώ παλεύουν με τα κινητά τους. «Εδώ ζείτε;» τους ρωτάω. «Οχι, όχι. Μόνο το καλοκαίρι. Στα Γιάννενα ζούμε». Για φαντάσου τα αγόρια ενός «κάποτε», τους ανθρώπους ενός «κάποτε»… Ασφυκτικά περιορισμένοι, αδιανόητα εγκρατείς σε ετούτους τους άγριους τόπους, θεριά υπομονής σε περιβάλλοντα που «κουφοβοσκούσαν» τα πάντα τους! Τι ευλογία το «σήμερα» κι ας μην αντιλαμβανόμαστε πόσα απολαμβάνουμε, πόσα αξιωνόμαστε!

Μόνη Κηπίνας. «Μα πώς το χτίσανε;» όλοι αναρωτιούνται Συνεχίζουμε για τον επόμενο σταθμό της εκδρομής μας, το χωριό Καλαρρύτες. Με μια στάση οπωσδήποτε στη Μονή Κηπίνας. Σε όποιον Θεό και αν πιστεύετε ή όχι, μην το χάσετε! Κτίστηκε τον 13 αιώνα και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το θέαμα κόβει ανάσα. Ενσωματωμένο σε βράχο, κρυμμένο σε δύσβατη πλαγιά πάνω από τον Καλαρρύτικο ποταμό, αμέσως γίνεται κατανοητό γιατί αποτελούσε κρησφύγετο σε διωγμένους. Κατάνυξη, γαλήνη και μια επίμονη απορία «Μα πώς κατόρθωσαν και το έκτισαν εδώ;».

Καλαρρύτες. Ξανά φουρκέτες, ξανά θέα στο χάος, ξανά πνιγμός πράσινου. Πρώτη εικόνα, μια βάφτιση σε ένα τοπικό καφενείο «Μας έλψε φέτος ου χορός. Ιγώ θα χορέψου κι ας έρθνε να μας πιάσνε!». Τι να τους πει ο Χαρδαλιάς!… Προσπερνάμε σβέλτα. Δεν θέλω χορό σε Εντατική. Διαβαίνουμε σοκάκια, ανηφόρες ζόρικες, καρλντερίμια με πέτρες γυαλιασμένες από βήματα. Ενα χωριό που δόξασε ένα σωρό επαγγέλματα όπως αργυροχόους-ασημιτζήδες-χρυσικούς, τερζήδες-χρυσοκεντητάδες, εμπόρους-πραματευτάδες, βιοτέχνες-ραφτάδες, κιρατζήδες-αγωγιάτες. Πού να βρεθούν σύγχρονα μυαλά με έμφαση στο σύγχρονο design; Τόσο ανέμπνευστα, επαναλαμβανόμενα σχέδια…

Πού είσαι, Zeus and Dione!.. Σταματάμε σε ένα παντοπωλείο-καφενείο-ταβερνείο… Ενα γοητευτικό «απ’ όλα», ενός Ναπολέοντα. Που άφησε, όπως λέει η μικροϊστορία του τόπου, μια καριέρα κομπιουτερά στας Αθήνας και γύρισε στα πάτρια. Στο χωριό Καλαρρύτες ο Ναπολέων σερβίρει φαγάκι Arte povera σε περιβάλλον arte povera Για να μας κοιτάει ως να ήμαστε περίεργα ζώα και να αναρωτιέται ενώ παραγγέλνουμε με φόρα Αθηναίου «Γιατί βιάζεστε έτσι, ρε παιδιά;», «Ολοι βιάζεστε! Απολαύστε ήσυχα». Μας σερβίρει ένα φαγάκι μιας κουζίνας arte povera, σε ένα μαγαζάκι arte povera. Ολα arte povera. «Θησαυροί» που μακάρι να διασώζονται από κάποιους «Ναπολέοντες», όπως για τις χελώνες μονάχους μονάχους. Στους θησαυρούς υπό εξαφάνιση συμπεριλαμβάνω και τις γιαγιάδες ετούτων των τόπων. Με το μαύρο τσεμπέρι, το μαύρο φορεματάκι και τα παπουτσοπαντοφλάκια τους. Μαυροφορεμένα αγρίμια.

Αναχωρούμε με τελευταίο προορισμό τα Πράμαντα. Αλλά ένα στριφόνι, που στο διάολο το πετύχαμε!.. Μπαίνει στο λάστιχο και ανατρέπει τα σχέδιά μας. Ενώ το σκοτάδι πλησιάζει, δεν είναι και το καλύτερό μας, κι ας αστειευόμαστε ότι αγαπάμε αρκούδες και λύκους. Γιώργος ο βουλκανιζεράς! Καταφέραμε και τον φτάσαμε. Ενώ μας φροντίζει, μας μιλάει και «πατριωτικά» καμαρώνει για το ξενοδοχείο Orizontes Tzoumerkon, το πεντάστερο της περιοχής, που συνέβαλε στο να καταγραφούν τα Τζουμέρκα σε προορισμό αξιώσεων.

Πριν από την επιστροφή κρίνουμε αναγκαία μια στάση στο εμβληματικό Γεφύρι της Πλάκας, στου οποίου την αφαψίδωση του κεντρικού τόξου συνέβαλε οικονομικά και η εταιρεία Μύλοι Λούλη, που διευθύνεται από τον Νίκο Λούλη, με αίσθηση κοινωνικής ευθύνης. Ενα γεφύρι ιστορικό, πάνω από τον ποταμό Αραχθο, καθώς εκεί υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του ’44 ειρηνευτική συμφωνία των αντιμαχόμενων αντιστασιακών οργανώσεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ. Καμιά εκδρομή «νεολαίων» εδώ; Ή δεν συμφέρει στην Αριστερά να αναδεικνύουμε ενώσεις ώστε να διαιωνίζουν «αίματα»;

Το βράδυ μας βρίσκει στα αγαπημένα μας Γιάννενα, σε ένα από τα αξιαγάπητα εστιατόρια… Θέλετε προτάσεις; Ενα η «Μετσοβίτικη φωλιά» για το πιο-πιο-πιο κοντοσούβλι, δύο «Η Φρόντζου Πολιτεία» (αγαπάμε τις χειμωνιάτικες αίθουσές του και τη θέα), τρία το νέο εστιατόριο με το ευφυώς αστείο όνομα «Σούζυ τρως», δύο εξαιρετικών επαγγελματιών, νέων παιδιών του Γιάννη Ιωάνογλου και του Νίκου Σιώζου. Τσουγκρίσαμε στις εκδρομές μας και στον τρόπο να ξεγελάει κάποιος τον χρόνο. Μια μέρα όλη κι όλη!.. Μια μέρα! Και καταγράφηκε μέσα μας σαν δέκα. Μετρήστε δυνάμεις, αξιολογήστε έντιμα τον εαυτό σας ως οδηγό, αν «δεν το έχετε» μην το ταλαιπωρήσετε… Τα Τζουμέρκα είναι ειδικός τόπος…Αγριος, μαγευτικός, πέτρα πάνω στην πέτρα, γκρέμια… Θεέ μου, τι γκρέμια! Τα Ζαγοροχώρια εξημερώθηκαν… Ετούτα τα χώματα, δεν τα τιθασεύεις με τίποτα, σύγχρονε

Πηγή: Protagon.gr

Η φωτογραφία ενός απαθούς παρόντος

 
Ενα σπίτι ρημαδιό, μια πόλη ρημαδιό, ένας κόσμος ρημαδιό και εκείνος, ο άγνωστός μου άνδρας, σε μια πολυθρόνα. Λες και πέρασε τυχαία, λες και κοντοστάθηκε να χαζέψει. Τόσο φρικτά παθών, άρα απαθής. Το αδιανόητο σε αποξενώνει από τον εαυτό σου τον ίδιο, σε παγώνει

Ρέα Βιτάλη

Η Αμερική που απελπίζεται

Η Αμερική που απελπίζεται

Θα φανταζόταν κανείς πως οι αυξανόμενοι «θάνατοι από απελπισία» στις ΗΠΑ αφορούν περισσότερο τις μειονότητες, ως εξ ορισμού λιγότερο προνομιούχο κοινωνική κατηγορία. Στην πραγματικότητα το μεγάλο άλμα συντελείται αλλού.

Χρόνος ανάγνωσης: 

8

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Κείμενο:

Κώστας Ράπτης

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αντιμετωπίζουν μια μεγάλη υγειονομική κρίση – όχι με την έλευση του κορονοϊού, αλλά εδώ και πολλά χρόνια ήδη. Μια κρίση που έχει το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της μείωσης του συνολικού προσδόκιμου επιβίωσης – εξέλιξη πρωτόγνωρη για τη χώρα μετά την επιδημία ισπανικής γρίπης του 1918 και μοναδική μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Γιατί η Αμερική απελπίζεται. Και πεθαίνει από αυτό.

Ο όρος θάνατοι από απελπισία (despair deaths) πρωτοεμφανίστηκε στη δημοσιογραφική γλώσσα για να περιγράψει το αρνητικό αποτύπωμα στην υγεία μιας σειράς ψυχο-κοινωνικών παθογενειών που εκδηλώνονται με αύξηση των αυτοκτονιών και της χρήσης αλκοόλ ή άλλων ουσιών, ιδίως οπιοειδών. Έγινε δε καθιερωμένος όρος της βιβλιογραφίας αφότου το ζεύγος των οικονομολόγων του Πανεπιστημίου του Πρίνστον Angus Deaton (Βραβείο Νόμπελ Οικονομίας 2015) και Anne Case εξέδωσαν την άνοιξη το βιβλίο Θάνατοι από απελπισία και το μέλλον του καπιταλισμού. Οι δύο ερευνητές εκτοξεύθηκαν έκτοτε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, στην οποία συνεισφέρουν πολύτιμα στοιχεία για τη φύση της αμερικανικής κοινωνίας, αρχής γενομένης από ένα αμείλικτο αριθμητικό δεδομένο: οι αυτοκτονίες ή οι θάνατοι από ουσίες κλιμακώθηκαν από περίπου 65.000 ετησίως το 1995 σε 158.000 το 2018 (συγκριτικά, οι μέχρι στιγμής θάνατοι από Covid-19 στις ΗΠΑ υπολογίζονται σε 160.000).

Πριν από αυτούς, άλλοι επιστήμονες εικονογράφησαν πολύ πειστικά την αφανή αυτή «πανδημία» που κατατρώει την αμερικανική κοινωνία.

Μελέτη των Steven H. Woolf και Heidi Shoomaker, του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια στο Ρίτσμοντ και της Ιατρικής Σχολής της Ανατολικής Βιρτζίνια στο Νόρφολκ αντιστοίχως, που δημοσιεύθηκε πέρσι στο Journal of the American Medical Association, περιγράφει την αντιστροφή των δημογραφικών τάσεων. Για περισσότερο από μισόν αιώνα το προσδόκιμο επιβίωσης του μέσου Αμερικανού αυξανόταν διαρκώς, χάρη στις προόδους που είχαν σημειωθεί στην αντιμετώπιση του καρκίνου, του τραύματος και των καρδιαγγειακών νοσημάτων και ανήλθε από τα 69,9 έτη το 1959 στα 78,9 έτη το 2013. Όμως από το 2011 είχε σταματήσει να αυξάνεται. Το 2014 άρχισε να κινείται καθοδικά και η πτώση συνεχίστηκε και για τα δύο επόμενα έτη.

death-rate_wide-

Η εξέλιξη αυτή, μολονότι ήδη ανησυχητική, συγκαλύπτει, αποτυπωμένη στη γλώσσα του μέσου όρου, κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: οι τύχες του αμερικανικού πληθυσμού είναι βαθιά διαχωρισμένες διότι η υποχώρηση στο προσδόκιμο επιβίωσης δεν αφορά το σύνολο, αλλά κοινωνικές κατηγορίες των οποίων το προφίλ υγείας είχε αρχίσει να επιδεινώνεται ήδη από τη δεκαετία του ’90.

Σε καιρούς που σημαντικές απειλές για την υγεία των Αμερικανών έμπαιναν στο στόχαστρο αυστηρότερων δημόσιων ρυθμίσεων, σε ό,τι έχει να κάνει λχ με την ασφάλεια των αυτοκινήτων, το κάπνισμα ή τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, και που η αξιοποίηση νέων φαρμάκων για τον HIV/AIDS ή των στατινών για τα καρδιαγγειακά νοσήματα απέτρεπαν περισσότερους θανάτους, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι παραγωγικής ηλικίας, δηλ. μεταξύ 25 και 64 ετών, έφευγαν πρόωρα από τη ζωή για άλλες αιτίες, που παρέπεμπαν σε ένα «τοπίο αυτοκαταστροφής».

Μεταξύ 1999 και 2017 οι θάνατοι λόγω υπερβολικής δόσης ναρκωτικών σε Αμερικανούς αυτής της ηλικίας σχεδόν πενταπλασιάστηκαν, εκτοξευόμενοι από 6,7 ανά 100.000 άτομα σε 32,5 ανά 100.000 άτομα.

Οι αυτοκτονίες την ίδια περίοδο αυξήθηκαν κατά 38,3%, ήτοι από 13,4 ανά 100.000 άτομα το 1999 σε 18,6 ανά 100.000 το 2017.

Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ είχε επίσης βαρύ τίμημα. Οι θάνατοι από κίρρωση του ήπατος αυξήθηκαν, πάντα την ίδια περίοδο και για την ίδια ηλικιακή κατηγορία, κατά 40%, ενώ οι θάνατοι από καρκίνο του ήπατος αυξήθηκαν κατά 60%, σε εμφανή παρέκκλιση από τη χαλιναγώγηση άλλων τύπων καρκίνου, και οι περιπτώσεις μοιραίας αλκοολικής δηλητηρίασης σχεδόν τετραπλασιάστηκαν.

Οι ηλικιωμένοι αλκοολικοί πίνουν πολύ περισσότερο από τους νεότερους – για τους άνω των 60 αυτό σημαίνει κατά μέσο όρο 42,5 ποτά κάθε εβδομάδα, σύμφωνα με μελέτη των ΗΠΑ του 2009. [MARK RALSTON / AFP]

Την εικόνα συμπληρώνουν άλλες παθολογικές καταστάσεις σχετιζόμενες, αν και λιγότερο εμφανώς, με την ψυχολογική κατάπτωση, όπως οι θάνατοι στη μέση ηλικία από υπέρταση, παχυσαρκία κ.λπ.

Θα φανταζόταν κανείς ότι οι θάνατοι από απελπισία αφορούν περισσότερο τις μειονότητες (Αφροαμερικανούς, Αμερινδιάνους, Ισπανόφωνους), ως εξ ορισμού λιγότερο προνομιούχο κοινωνική κατηγορία. Στην πραγματικότητα, όμως, το μεγάλο άλμα συντελέστηκε αλλού. Σύμφωνα με τα στοιχεία των δύο ερευνητών, το 1999 οι θάνατοι από overdose των (μη ισπανόφωνων) λευκών Αμερικανών 25-64 ετών υπολείπονταν αυτών των άλλων εθνοτικών ομάδων, όμως το 2017 οι θάνατοι λευκών από ναρκωτικά είχαν επταπλασιασθεί και βρίσκονταν στην κορυφή της κλίμακας. Ομοίως, αυξήθηκαν μεταξύ των γυναικών οι αυτοκτονίες και οι θάνατοι από αλκοόλ, κάτι σπάνιο άλλοτε.

Οι Woolf και Shoomaker υπολογίζουν ότι μεταξύ 2010 και 2017 σημειώθηκαν 33.307 «επιπλέον θάνατοι» (excess deaths) που αποδίδονται σε αύξηση κατά 6% της θνησιμότητας των νέων και μεσήλικων Αμερικανών. Όπως το περιγράφουν γλαφυρά, είναι σαν τρία Boeing 737 γεμάτα επιβάτες να συντρίβονταν κάθε εβδομάδα επί επτά έτη.

Δεν είναι δύσκολο να συσχετίσει κανείς αυτή την εικόνα με κοινωνικούς δείκτες όπως η καθήλωση των πραγματικών εισοδημάτων των εργαζομένων από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η αύξηση του αριθμού των ανασφάλιστων, η όξυνση της ανισότητας στην κατανομή εισοδημάτων, η αύξηση της παιδικής φτώχειας.

Οι αιτίες

Η γεωγραφία των θανάτων από απελπισία είναι επίσης διαφωτιστική. Πολιτείες που άλλοτε αποτελούσαν την καρδιά της αμερικανικής μεταποίησης βυθίστηκαν στην αποβιομηχάνιση, τη μαζική απώλεια θέσεων εργασίας και τη διαρροή πληθυσμού. Το Οχάιο, η Πενσιλβάνια, το Κεντάκι και η Ιντιάνα αντιπροσωπεύουν μόλις το 11% του συνολικού αμερικανικού πληθυσμού, αλλά εμφανίζουν περίπου το ένα τρίτο των «επιπλέον θανάτων» της περιόδου 2010-2017. Σε ποσοστιαία αναλογία, οι μεγαλύτερες αυξήσεις των πρόωρων θανάτων σημειώθηκαν στο Νέο Χάμσαϊρ, τη Δυτική Βιρτζίνια, το Οχάιο, το Μέιν και το Βερμόντ, ενώ σε πέντε πολιτείες, την Άιοβα, το Νέο Μεξικό, την Οκλαχόμα, το Ουαιόμινγκ και πάλι τη Δυτική Βιρτζίνια η αύξηση της θνησιμότητας της μέσης ηλικίας υπήρξε αδιάσπαστη από το 199 μέχρι το 2017.

Το ερμηνευτικό κλειδί που γεφυρώνει τα κοινωνικά με τα υγειονομικά δεδομένα είναι το χρόνιο στρες, είτε αυτό οφείλεται στην ανεργία, είτε στην έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης, τη μοναξιά, την έλλειψη προοπτικών. Και το αποτύπωμα του χρόνιου στρες στον οργανισμό είναι η φλεγμονή, η υπέρταση, η κατάθλιψη.

Στην πραγματικότητα, το κυριότερο πρόβλημα έγκειται στη διάβρωση του κοινωνικού ιστού, όταν ολόκληρες κοινότητες μαραζώνουν όχι απλώς από την απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά κάθε οικείου σημείου αναφοράς: του τοπικού καφέ που κλείνει, της αθλητικής ομάδας, της λειτουργικής οικογένειας, της γειτονιάς – για να μη μιλήσει κανείς για ιατρικές και προνοιακές υπηρεσίες. Οι εναπομείναντες παραμελούν τον εαυτό τους, αφήνουν αφρόντιστα υποκείμενα νοσήματα, όπως η υπέρταση και ο διαβήτης, τρέφονται με φτηνό junk food και στρέφονται σε ουσίες κάθε είδους.

Το σκάνδαλο της κρίσης των οπιοειδών (opioid crisis) αποτελεί ξεχωριστή και καθοριστική πτυχή αυτού του υγειονομικού δράματος. Εδώ και δύο δεκαετίες το επιθετικό λανσάρισμα από μεγάλες φαρμακευτικές των συνθετικών οπιοειδών ως αναλγητικών για κάθε χρήση –με τη συνενοχή του ιατρικού σώματος και εν απουσία αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου– έχει γεννήσει στρατιές εξαρτημένων, σε μια χώρα όπου ο πόνος αποτελεί πολιτισμικό ταμπού και οι αναρρωτικές άδειες σπανίζουν. Είτε συνταγογραφημένα είτε όχι (αφού κανείς μπορεί να τα προμηθευτεί και ταχυδρομικώς) τα συνθετικά οπιοειδή οδήγησαν, σε συνδυασμό με την παραμέληση υποκείμενων νοσημάτων ή την παράλληλη χρήση αλκοόλ και ηρεμιστικών, χιλιάδες ανθρώπους στον θάνατο, ενώ αναίρεσαν τα όρια ανάμεσα στο νόμιμο και το παράνομο εμπόριο ουσιών, αφού από ένα σημείο και μετά ο ντίλερ ηρωίνης της γειτονιάς πρόβαλλε για τους εξαρτημένους ασθενείς ως μία φθηνή και εύκολη εναλλακτική.

Δάσκαλος με συμμετέχοντα σε σεμινάριο για την αποτροπή λήψης υπερβολικής δόσης οπιοειδών, στη ΜΚΟ Positive Health Project στη Νέα Υόρκη. [SPENCER PLATT / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / Getty Images via AFP]

Η μακροπρόθεσμη απώλεια κοινωνικού κεφαλαίου ή «η καταστροφή του καθιερωμένου τρόπου ζωής», όπως θα το έθεταν οι ίδιοι οι πληγέντες, εξηγεί γιατί η επιδείνωση του προσδόκιμου επιβίωσης προχωρά με μια σχετική ανεξαρτησία από τις συγκυριακές μεταβολές των οικονομικών δεδομένων. Οι Deaton και Case επισημαίνουν ότι οι θάνατοι από απελπισία αυξάνονταν τόσο πριν από την κρίση του 2008, όσο και μετά, όταν η ανεργία εκτοξεύθηκε από το 4,5% στο 10% – και δεν υποχώρησαν ούτε κατά τη μετέπειτα περίοδο ανάκαμψης, οπότε το ποσοστό ανεργίας προσγειώθηκε (μέχρι να χτυπήσει ο κορονοϊός) στο 3,5%.

Σε μια πρώτη φάση, οι θάνατοι από απελπισία θεωρήθηκε ότι αποτελούσαν θλιβερό προνόμιο κυρίως της υποβαθμιζόμενης λευκής αμερικανικής υπαίθρου, η οποία «χάνει τη χώρα που ήξερε» και για τον λόγο αυτό στρέφεται σε οργισμένες πολιτικές επιλογές όπως η υπερψήφιση του Ντόναλντ Τραμπ. Όταν άλλωστε η Χίλαρι Κλίντον χαρακτήρισε «αξιοθρήνητους» (deplorables) τους μισούς ψηφοφόρους του Τραμπ, εννοώντας τους σεξιστές, ομοφοβικούς και ρατσιστές, ο Τραμπ παρουσίασε τη δήλωση σαν να εννοούσε τους φτωχούς των Μεσοδυτικών πολιτειών – οι οποίοι και της απάντησαν αναλόγως στην κάλπη.

Όμως, με το πέρασμα του χρόνου, η απελπισία εισβάλλει και στην Αμερική των προαστίων, ενώ και η ψαλίδα με τις μειονότητες κλείνει προς τα κάτω, καθώς η πρόοδος των τελευταίων ως προς το προσδόκιμο επιβίωσης (από χαμηλότερο, εννοείται, σημείο αφετηρίας) έχει και αυτή φρενάρει. Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή παραμένει πάντως σταθερά αυτή που αποτυπώνεται στο μορφωτικό επίπεδο. Οι κάτοχοι τίτλου κολεγίου και άνω εξακολουθούν να υπερτερούν των υπολοίπων όχι μόνο εισοδηματικά, αλλά και από την άποψη της υγείας, καθώς το δικό τους προσδόκιμο επιβίωσης εξακολουθεί να αυξάνεται.

Στην εποχή της πανδημίας

Σε άρθρα και συνεντεύξεις μετά την έκδοση του βιβλίου τους, οι Deaton και Case αναρωτιούνται πώς πρόκειται να διαπλακεί η προϋπάρχουσα κρίση των θανάτων από απελπισία με την παρούσα πανδημία του κορονοϊού. Ιστορικά, οι μεγάλες πανδημίες λειτούργησαν εξισωτικά, καθώς πχ ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα δημιούργησε έλλειψη εργατικών χεριών, ενισχύοντας έτσι τη διαπραγματευτική θέση των εργατών. Όμως δεν είναι απαραίτητο ότι θα συμβεί το ίδιο και τώρα.

Από τη φύση των επαγγελμάτων τους, οι έχοντες τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διατηρούν τη δυνατότητα της εξ αποστάσεως εργασίας. Αντίθετα, οι υπόλοιποι είτε κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους (και μαζί με αυτήν την ασφαλιστική τους κάλυψη) είτε προσφέρουν «ζωτικές» υπηρεσίες (σερβιτόροι, κούριερ, εργάτες στην αλυσίδα τροφίμων, οδηγοί λεωφορείων κλπ) και ρισκάρουν την έκθεσή τους στον κορονοϊό. Το δίλημμα που τους τίθεται είναι ανάμεσα στην υγεία τους και τη δυνατότητα να συντηρηθούν οικονομικά.

Προετοιμασία για μεταφορά ασθενούς με Covid στο νοσοκομείο, στο Τέξας των ΗΠΑ. [JOHN MOORE / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / Getty Images via AFP]

Οπωσδήποτε, τα δισεκατομμύρια που διοχέτευσε η κυβέρνηση Τραμπ στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες για την ανάπτυξη εμβολίου για τον κορονοϊό (χωρίς προβλέψεις τιμολόγησης ή δημόσιας χρήσης των πατεντών), δεν σημαίνουν και πολλά πράγματα για όσους αποφεύγουν να νοσηλευτούν ή για όσους το αποτολμούν, συσσωρεύοντας έτσι δυσβάσταχτα χρέη.

Οι Deaton και Case δεν κουράζονται να καταγγέλλουν ότι κύρια πηγή των υγειονομικών δεινών, τωρινών ή παλαιότερων της Αμερικής, είναι η κοινωνική ανισότητα, αλλά και το ίδιο το σύστημα υγείας, που έχει την ιδιαιτερότητα να απορροφά το 17% του ΑΕΠ. Και μολονότι το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο παγκοσμίως, τα αποτελέσματα, όπως εκφράζονται σε δείκτες όπως το προσδόκιμο επιβίωσης, είναι πολύ χειρότερα από αυτά οποιασδήποτε ανεπτυγμένης χώρας (πχ της δεύτερης σε δαπάνες Ελβετίας με 12% του ΑΕΠ). Το φυλετικό ζήτημα κατέστησε αδύνατη την καθιέρωση ενός εθνικού δημόσιου συστήματος υγείας, καθώς η αντίσταση των γερουσιαστών του Νότου ήταν καθοριστική ήδη από τη δεκαετία του ’60. Tο αποτέλεσμα είναι ο ιδιωτικός τομέας να αναλαμβάνει τόσο την ασφαλιστική κάλυψη όσο και την παροχή περίθαλψης, δημιουργώντας ένα σπιράλ εκτόξευσης του κόστους. Πρόκειται για έναν μηχανισμό απόσπασης προσόδου τον οποίο οι Deaton και Case παρομοιάζουν με καταβολή φόρου υποτέλειας από την αμερικανική κοινωνία σε μια ξένη δύναμη.

Όμως ο φαύλος κύκλος δεν σταματά εδώ. Το υψηλό κόστος ασφάλισης αποθαρρύνει τους εργοδότες από τη διατήρηση θέσεων εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, μειώνοντας έτσι περαιτέρω τη συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό, ενώ οι επιδοματικές δαπάνες που καταβάλλει το δημόσιο για να διατηρήσει ένα κάποιο δίχτυ κοινωνικής προστασίας στερούν πόρους από μια εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική που θα λειτουργούσε αναπτυξιακά και θα λείαινε τις ανισότητες. Η απελπισία είναι πράγματι το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα και η μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον που αντιμετωπίζει η σημερινή Αμερική.

Κώστας Ράπτης

Σπούδασε γλωσσολογία στα Φιλολογικά Τμήματα του ΕΚΠΑ και του ΑΠΘ. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 2000, ασχολούμενος με διεθνή θέματα (Απογευματινή, το skai.gr, περιοδικές εκδόσεις, Κεφάλαιο, capital.gr), καθώς και τον Αθήνα 9,84, όπου παρουσιάζει την εκπομπή “Ω, τι κόσμος!”.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

το δοκίμιο “Εναντίον” στο οποίο παρέπεμψε όταν αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εναντίον (1984)

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.

Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.

Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’ αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. Xαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα του κατεστημένου.

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;…

* * * * *