Κάηκε το πούσι!!

Άλλη θα είναι η λέξη της χρονιάς, αλλά η λέξη της βδομάδας που διανύουμε, αν υπήρχε τρόπος να διοργανωθεί τέτοιος διαγωνισμός στα σόσιαλ, μπορεί και να είναι το πούσι.

Ποιο πούσι; Όχι εκείνο που έπεσε αποβραδίς, το πούσι του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών.

O αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών μετά την πυρκαγιά. Με το βελάκι η πύλη των λεόντων..

η κ. Μενδώνη λέει σε συνέντευξη και το εξηλε: «έχει καεί αυτό το οποίο ονομάζουμε πούσι, δηλαδή τα ξερά χόρτα, τα οποία ήταν απολύτως ξυρισμένα…»

Λοιπόν, κάηκε το πούσι, δηλαδή τα ξερά χόρτα.

Πολλοί που άκουσαν τη συνέντευξη της κ. Μενδώνη δεν ήξεραν τη λέξη, ή τουλάχιστον δεν την ήξεραν με αυτή τη σημασία. Άλλοι έκαναν συνειρμούς στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω.

Αν ανοίξετε το ΛΚΝ ή το λεξικό του Μπαμπινιώτη (5η εκδοση) το μόνο πούσι που θα βρείτε είναι αυτό που έπεσε αποβραδίς ενω το καραβοφάναρο ήταν χαμένο -αναφέρομαι βέβαια στο πασίγνωστο ποίημα του Ν. Καββαδία που το λέει πολύ ωραία η Μαρίζα Κωχ:

Αυτό το πούσι, το ομιχλώδες, εγώ το ήξερα χάρη στον Καββαδία αλλά δεν το λέω. Αν πέσει ομίχλη, θα πω «έπεσε ομίχλη».

Να βάλουμε έναν καλό βαθμό στο τρίτο μεγάλο και σύγχρονο έντυπο λεξικό μας, το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, το οποίο αναφέρει και το πούσι που ανέφερε η κ. Υπουργός -ή περίπου. Πράγματι, το Χρηστικό έχει δεύτερη σημασία στο λήμμα «πούσι»: στρώμα από πευκοβελόνες στο έδαφος. Ίδιος περίπου ορισμός και στο ΜΗΛΝΕΓ, οπότε μοιράζονται τον καλό βαθμό. Το ΜΗΛΝΕΓ προσθέτει ότι συνήθως στη σημασία αυτή χρησιμοποιείται πληθυντικός π.χ.

Μαζέψαμε τα πούσια για να στρώσουμε κάτω να φάμε

Το δρομάκι ήταν γεμάτο πούσια

Σύμφωνα και με τα δύο λεξικά, πρόκειται για δυο σημασίες της ίδιας λέξης, όχι για διαφορετικές ομόηχες λέξεις. Δεν είναι παράξενο, το στρώμα της ομίχλης μοιάζει με το στρώμα από τις πευκοβελόνες.

[ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Από την άλλη, δεν αποκλείεται το πούσι/πευκοβελόνες να είναι αλβανικό δάνειο]

Βέβαια, η κ. υπουργός είπε ότι πούσι είναι τα ξερά χόρτα, όχι οι ξερές πευκοβελόνες, αλλά ίσως σε κάποια μέρη ο όρος χρησιμοποιείται και για τα χόρτα. Εγώ τη σημασία αυτή την έμαθα στον στρατό, όπου η αποψίλωση έδινε κι έπαιρνε -μερικοί έγραψαν και βιβλίο, να φανταστείτε.

Οπότε, ένα το πούσι που έπεσε κι ένα το πούσι που κάηκε, έχουμε δυο πούσια.

Μόνο; Όχι μόνο.

Υπάρχει κι ένα τρίτο πούσι στην Ελλάδα, πούσι αρβανίτικο. Αυτό σημαίνει πηγάδι, και στην Αττική έχουμε διάφορα τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια σχετικά, όπως το Βρωμοπούσι της Κερατέας, που εξελληνίστηκε και εξευγενίστηκε σε Καλοπήγαδο. Στην εργασία αυτή βλέπετε να καταγράφονται δεκάδες κοινοτικά πηγάδια στο Μαρκόπουλο, που όλα έχουν ονόματα όπως Πούσι Αγγελίζη, Πούσι Βουρέζα, Πούσι Γιάννη κτλ.

Εδώ στο ιστολόγιο ένας φίλος μας, που δεν αφήνει να περάσει ούτε υποψία πονηρού συνειρμού που να την αφήσει ασχολίαστη, και πολλές φορές κατασκευάζει τέτοιους συνειρμούς με το ζόρι, έχει κάνει καναδυοπεντέξι φορές παιχνιδιαρικα σχόλια με το Βρωμοπούσι που το γράφει Βρωμοpussy ώστε να πιάσουμε το υπονοούμενο.

Και αυτό είναι το τέταρτο πούσι, το pussy, δηλαδή το γατάκι εκ πρώτης όψεως, αλλά και πασίγνωστος ευφημισμός για την αρχή του κόσμου (μας διαβάζει και η μαμά μου, να θυμίσω). Δεν ξέρω αν σήμερα μπορείς σε συζήτηση πχ στην αγγλική τηλεόραση να πεις pussy εννοώντας γατάκι και να μη γελάσει ο κόσμος. (Στα ελληνικά μπορείς να πεις πχ «πουλί» ή «πουλάκι» σε μια καθώς πρέπει συζήτηση). Παλιότερα, το pussycat ήταν και σε τίτλο κινηματογραφικής κωμωδίας, What’s new pussycat -αλλά δεν ξέρω αν ο θεατής σκεφτόταν κάποιο λογοπαίγνιο. Η λέξη pussy έχει και άλλες σημασίες, δηλώνει ας πούμε τον φοβιτσιάρη, όπως και τη γυναίκα γενικά, που μπορείτε να τις βρείτε σε μια καλή σύνοψη εδώ.

Επειδή τα αγγλικά είναι η κυρίαρχη γλώσσα παγκοσμίως αυτόν τον καιρό, πολλοι γέλασαν με το πούσι που είπε η κυρία Μενδώνη, ιδίως όσοι δεν ήξεραν την ελληνική σημασία της λέξης. Οι Λούμπεν φτιάξανε αυτό το βιντεάκι, και μετά το επεκτείνανε σε αυτό. Κάηκε το πούσι μας, κοινώς. Βλέπουμε λοιπόν πώς μια κυρίαρχη ξένη γλώσσα επηρεάζει και κάνει να ακούγεται κωμική μια ντόπια λέξη, επειδή θυμίζει κάτι σε αυτή την ξένη γλώσσα.

Αναρωτιέμαι αν έχουμε άλλα παραδείγματα. Δεν ξέρω αν στην Κύπρο αποφεύγεται για τον ίδιο λόγο ο τύπος «φακκάς» (μάλλον όχι, αν κρίνω από αυτό, ίσως επειδή εκεί προφέρονται τα διπλά σύμφωνα) πάντως έχω ξαναγραψει στο ιστολόγιο ότι σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη, τον Μεσαίωνα η λέξη απίδι έχασε έδαφος στην Αττική και σε όλα τα άλλα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι, και τελικά αντικαταστάθηκε από το αχλάδι, επειδή στα αρβανίτικα πίδε είναι ό,τι και το pussy (όχι η γάτα).

Αυτά για το πούσι, κι αυτό που έπεσε, κι αυτό που κάηκε και όλα τα άλλα τέλος πάντων.

Απόσπασμα από ανάρτηση στο:sarantakos.wordpress.com

Λες να το δούμε και αυτό;

Πώς τα σχολεία έγιναν υπαίθρια στην πανδημία της φυματίωσης
 
Εναν αιώνα πριν, η μάχη κατά μία άλλης θανατηφόρας μολυσματικής νόσου, οδήγησε σε μια νέα ιδέα που θα κρατούσε τα παιδιά ασφαλή: τη διδασκαλία σε εξωτερικούς χώρους. Η φυματίωση σκότωνε τότε έναν στους επτά ανθρώπους στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Η αρχή έγινε στη Γερμανία και γρήγορα το μοντέλο εξαπλώθηκε

Protagon Team

ΓΕΙΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΗΣΙΑ

Δύο γριούλες για βοσκή
βγάλανε τα ζωντανά τους
αντάμωσαν κι αρχίσανε
να λεν’ τα βάσανα τους.
Σε φτύνω να μη βασκαθείς
για πες μου τι μαντάτα.
Οι γίδες απορίξανε
και στέρεψαν τα πράτα.(πρόβατα).
Φτάνει να είσαι συ καλά
και άσε τις μαρτίνες
γιατί εγώ παιδεύομαι
εδώ και τόσους μήνες.
Μου κόβονται τα πόδια μου
πονάει το ΑΙΣΧΕΙΟ
και τα παιδιά με πήρανε
για το νοσοκομείο.
Μου κάνανε ΥΠΕΡΟΧΟ
και δεν μου βρήκαν κάτι
και στο ΨΙΘΥΡΟΓΡΑΦΗΜΑ
με βρήκαν αεράτη.
Δε φτάνει που πονώ πολύ
και ποιος να με πιστέψει
με κόλλησε μια ΓΕΙΩΣΗ
που μ’εχει σακατέψει.
Και είναι και ΚΟΛΑΣΤΙΚΗ
γι’ αυτό καημένη Ζήσω
μη με ζυγώνεις και πολύ
μπορεί να σε κολλήσω.
Μη σκιάζεσαι για μένανε
καημένη Θανασιά
δεν με κολλάει τίποτα
έχω ΑΝΟΗΣΙΑ.

Βαγγέλης ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εφημερίδα “ΤΕΡΨΙΘΕΑ”

Ορεινής Ναυπακτίας.

 

Αν αισθάνεστε πως έχετε απορριφθεί στην ζωή, ήρθε η ώρα για μια αλλαγή στον τρόπο σκέψης σας. Κανείς δεν απορρίπτει πραγματικά κάποιον άλλον. Αντιθέτως, όλοι προχωρούν μπροστά και αυτοί που νιώθουν πως έχουν απορριφθεί είναι απλώς αυτοί που έχουν μείνει πίσω.