Και οι φιλόσοφοι έχουν τις παραξενιές τους !

Ζαν Πολ Σαρτρ

Ο γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ, που αρνήθηκε το βραβείο Νόμπελ το 1964 γιατί θα μείωνε το γόητρο της συγγραφικής του δουλειάς, είχε ένα διαρκή φόβο για τα θαλάσσια τέρατα, που έφθανε στα όρια της παράνοιας. Μια φορά, καθώς κολυμπούσε σε μία παραλία της Γαλλικής Ριβιέρας με τη σύντροφό του Σιμόν Ντε Μποβουάρ, έπαθε κρίση πανικού, καθώς πίστευε ότι ένα γιγάντιο χταπόδι θα βγει από τη θάλασσα και θα τον πνίξει. Κάποια άλλη φορά, ενώ είχε καταναλώσει ναρκωτικές ουσίες, αντιλήφθηκε ένα γιγαντιαίο αστακό να τον κυνηγάει όπου και να πήγαινε. Οι εμμονές του με τα θαλάσσια τέρατα ανιχνεύονται και στα βιβλία του «Ναυτία», «Ηρόστρατος», «Οι Έγκλειστοι της Αλτόνα».

Ο κολοσσός της Google είναι ηγέτιδα εταιρεία παγκοσμίως στις υπηρεσίες διαδικτύου. Ιδρύθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1998, από δυο νεαρούς, τον Αμερικανό Λάρι Πέιτζ και τον Ρώσο Σεργκέι Μπριν

«Ένας από τους πιο κοινούς πειρασμούς, ο οποίος όμως οδηγεί στις μεγάλες συμφορές είναι ο πειρασμός των λέξεων: «Όλοι έτσι κάνουν»

Λ ΤΟΛΣΤΟΙ

 

Ο Διογένης ο Κυνικός είχε δει ένα μεσημέρι τον ρήτορα Δημοσθένη να γευματίζει σε μια ταβέρνα και πλησίασε ελαφρώς παραξενεμένος, δεδομένου ότι οι ταβέρνες, εκείνη την εποχή, θεωρούνταν κακόφημα στέκια και πρατήρια τροφής Β’ διαλογής, όπου έτρωγαν μόνον οι ξένοι και οι ζητιάνοι ― απ’ την πλευρά του, ο Δημοσθένης δεν ήταν ο τύπος που θα χαιρόταν να δώσει δείγματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς οπότε, βλέποντας τον φιλόσοφο να κατευθύνεται προς το μέρος του στηριγμένος στη βακτηρία του και συνοδευόμενος ως συνήθως από δυο τρεις αδέσποτους σκύλους, τραβήχτηκε βαθύτερα στο εσωτερικό του ταβερνείου με την ελπίδα ότι έτσι θα μπορούσε να κρυφτεί ώστε να αποφύγει την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις· εντούτοις, κατά την αφήγηση του Λαέρτιου πάντοτε, ο Κυνικός έσκυψε το κεφάλι του διά μέσου του πλαισίου του παραθύρου και, εντοπίζοντας τον ένοχο στο ημίφως, του είπε: «Όσο πιο μέσα μπαίνεις, τόσο πιο μέσα ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ μπαίνεις.»

Οι Ιφιγένειες της Λεωφόρου ΝΑΤΟ (της Ροζίτας Σπινάσα)

 

Η μητέρα μου ήταν το πέμπτο κατά σειρά κορίτσι της οικογένειας· ο παππούς μου έγινε έξαλλος, έκανε να μιλήσει στη γιαγιά μου μέρες μετά τη γέννα. Για καλή τους τύχη ακολούθησαν τέσσερα αγόρια, στη σειρά και αυτά. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν ο ένας μετά τον άλλον από την Αμαλιάδα για την Αθήνα, για να μπορέσουν να σπουδάσουν, ο κλήρος της συνοδού – τροφού έπεσε στη μητέρα μου: οι δυο μεγαλύτερες αδερφές της (που είχαν από νήπια επωμιστεί το μεγάλωμα των επόμενων επτά μωρών της οικογένειας) είχαν παντρευτεί, η τρίτη ήταν ερωτευμένη με έναν νταλικιέρη και δεν άντεξε μακριά του περισσότερο από μια εβδομάδα, ενώ η τέταρτη κρίθηκε από τη γιαγιά μου ακατάλληλη, ως υπερβολικά ευαίσθητη, γι’ αυτή τη δουλειά.  Έτσι προκρίθηκε η μητέρα μου, ως πιο ικανή και δυναμική.

Το να αποκαλέσεις τη νίκη της πύρρειο είναι understatement: ενώ ήταν καλή μαθήτρια, τη σταμάτησαν στην τρίτη γυμνασίου· στην Αθήνα δεν είχε γι’ αυτήν σχολείο, μόνο δουλειά. “Η Γωγώ θα τα βγάλει πέρα στη ζωή και χωρίς απολυτήριο”, τα μητρικά λόγια που έκριναν την τύχη της. Εβδομήντα τριών χρόνων σήμερα κι ακόμα βλέπει στον ύπνο της ότι πηγαίνει στο σχολείο – τα κομμένα φτερά αφήνουν τρύπες που δεν κλείνουν ποτέ. Και σα να μην έφτανε αυτό, στο εργοστάσιο που έπιανε αχάραγα βάρδια στα δεκάξι της, ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και οι ωτοασπίδες ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να χάσει μερικά χρόνια αργότερα μεγάλο μέρος της ακοής της. Βέβαια, η αναπηρία της πρόσφερε συχνά πυκνά στις οικογενειακές μαζώξεις στιγμές έξτρα διασκέδασης: ως γνωστόν, η κουφαμάρα βγάζει χοντρό γέλιο.

Όταν, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 τα αδέρφια της, φοιτητές πια, έκαναν μαθήματα αγγλικών στου Γκύζη όπου έμεναν, ο δάσκαλος τους έψησε να αγοράσουν ένα οικόπεδο στον Ασπρόπυργο: η οικογένειά του διέθετε μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή, παραπλεύρως της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, τις οποίες κατέτμησε σε μικρά οικόπεδα, εκτάσεως 250 τ.μ. το καθένα, και τα οποία παρουσίασε στα ανίδεα από real estate αγόρια ως μεγάλη ευκαιρία σε μια αναπτυσσόμενη, πολλά υποσχόμενη περιοχή. Τα αδέρφια πείστηκαν και συμφώνησαν να διαθέσουν τις αποταμιεύσεις τους για να το αγοράσουν στο όνομα της μητέρας μου, ως μια ανταπόδοση για την παραπάνω βοήθειά της (αυτοί το έλεγαν βοήθεια, εγώ το λέω θυσία). Όμως οι οικονομίες τους κάλυψαν μόνο ένα μέρος του τιμήματος· το υπόλοιπο το ξεχρέωσε η μητέρα μου σε δόσεις, από τον μισθό της στην εταιρία που εργαζόταν, πλέον ως υπάλληλος γραφείου.

Ήταν κάτι παραπάνω από ατυχία: ήθελε, θαρρώ, προσπάθεια να πετύχεις εκείνα τα χρόνια μια τόσο άστοχη αγορά. Τα ίδια χρήματα σε οποιοδήποτε άχτιστο προάστιο του λεκανοπεδίου θα είχαν αποφέρει δια της τιμημένης μεθόδου της αντιπαροχής ωραιότατα διαμερίσματα. Όμως αυτό το οικοπεδάκι δεν αξίζει πλέον ούτε μια δεκάρα από τα λεφτά του: σε μια περιοχή που, αντί να εξελιχθεί στον προσδοκώμενο οικιστικό παράδεισο, ξέπεσε σε μια παρακμάζουσα βιομηχανική ζώνη – κρανίου τόπο, δεν έχει καν την ελάχιστη έκταση για να μισθωθεί ως χώρος υπεργολαβικών κατασκευών ή, έστω, ταπεινή μάντρα. “Σας κορόιδεψε ο Χελιώτης” έλεγε ο πατέρας μου κάθε φορά που ερχόταν το οικόπεδο στην κουβέντα, ανασυρόμενο για λίγο από τη λήθη στην οποία το είχε καταδικάσει η πλήρης απαξίωσή του. “Και το θυμάμαι τόσο όμορφο, ένας αγρός γεμάτος λουλούδια” αποκρινόταν η μητέρα μου, με μια νοσταλγία σε απόχρωση ήττας – άραγε μιλούσε μόνο για το οικόπεδο; Κι εγώ σκεφτόμουν για παρηγοριά, όπως η αλεπού τα κρεμαστάρια, ότι αν είχαν πάει αλλιώς τα πράγματα, ίσως οι συγγενείς μας να “μακάριζαν” τη μαμά που θα είχε γίνει διαμερισματούχα στις πλάτες τις δικές τους – ίσως τότε η ήττα να ήταν μια σκοτεινή, πιο πικρή υπόθεση.

Την τελευταία φορά που μας απασχόλησε το θέμα οικόπεδο ήμουν ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο του πατέρα μου. Η μαμά άκουσε για απαλλοτριώσεις στην περιοχή και σκέφτηκε μήπως έπαιρνε, έστω κι έτσι, λίγα χρήματα. Μου ζήτησε να βρω το νούμερο του Χελιώτη και να του τηλεφωνήσω. Πέτυχα, μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια, τον ίδιο: “Είμαι η κόρη της Γωγώς Ανδρικοπούλου” του εξήγησα, “και ήθελα να σας ρωτήσω μήπως μπήκε το οικόπεδο στην απαλλοτρίωση.” “Όχι, δεν μπήκε”, η αρνητική, λακωνική απάντηση. “Είπε τίποτα όταν άκουσε το όνομά μου;” με ρώτησε αργότερα η μητέρα μου, ελπίζοντας σε ένα σπίθισμα προσωπικής ανταπόκρισης. “Όχι, δεν είπε”, η δική μου αρνητική, λακωνική απάντηση.

 

Σημ: το κείμενο  γράφτηκε με αφορμή την ανάγνωση του ομότιτλου βιβλίου του Νικήτα Σινιόσογλου “ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΑΤΟ”

Κάηκε το πούσι!!

Άλλη θα είναι η λέξη της χρονιάς, αλλά η λέξη της βδομάδας που διανύουμε, αν υπήρχε τρόπος να διοργανωθεί τέτοιος διαγωνισμός στα σόσιαλ, μπορεί και να είναι το πούσι.

Ποιο πούσι; Όχι εκείνο που έπεσε αποβραδίς, το πούσι του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών.

O αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών μετά την πυρκαγιά. Με το βελάκι η πύλη των λεόντων..

η κ. Μενδώνη λέει σε συνέντευξη και το εξηλε: «έχει καεί αυτό το οποίο ονομάζουμε πούσι, δηλαδή τα ξερά χόρτα, τα οποία ήταν απολύτως ξυρισμένα…»

Λοιπόν, κάηκε το πούσι, δηλαδή τα ξερά χόρτα.

Πολλοί που άκουσαν τη συνέντευξη της κ. Μενδώνη δεν ήξεραν τη λέξη, ή τουλάχιστον δεν την ήξεραν με αυτή τη σημασία. Άλλοι έκαναν συνειρμούς στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω.

Αν ανοίξετε το ΛΚΝ ή το λεξικό του Μπαμπινιώτη (5η εκδοση) το μόνο πούσι που θα βρείτε είναι αυτό που έπεσε αποβραδίς ενω το καραβοφάναρο ήταν χαμένο -αναφέρομαι βέβαια στο πασίγνωστο ποίημα του Ν. Καββαδία που το λέει πολύ ωραία η Μαρίζα Κωχ:

Αυτό το πούσι, το ομιχλώδες, εγώ το ήξερα χάρη στον Καββαδία αλλά δεν το λέω. Αν πέσει ομίχλη, θα πω «έπεσε ομίχλη».

Να βάλουμε έναν καλό βαθμό στο τρίτο μεγάλο και σύγχρονο έντυπο λεξικό μας, το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, το οποίο αναφέρει και το πούσι που ανέφερε η κ. Υπουργός -ή περίπου. Πράγματι, το Χρηστικό έχει δεύτερη σημασία στο λήμμα «πούσι»: στρώμα από πευκοβελόνες στο έδαφος. Ίδιος περίπου ορισμός και στο ΜΗΛΝΕΓ, οπότε μοιράζονται τον καλό βαθμό. Το ΜΗΛΝΕΓ προσθέτει ότι συνήθως στη σημασία αυτή χρησιμοποιείται πληθυντικός π.χ.

Μαζέψαμε τα πούσια για να στρώσουμε κάτω να φάμε

Το δρομάκι ήταν γεμάτο πούσια

Σύμφωνα και με τα δύο λεξικά, πρόκειται για δυο σημασίες της ίδιας λέξης, όχι για διαφορετικές ομόηχες λέξεις. Δεν είναι παράξενο, το στρώμα της ομίχλης μοιάζει με το στρώμα από τις πευκοβελόνες.

[ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Από την άλλη, δεν αποκλείεται το πούσι/πευκοβελόνες να είναι αλβανικό δάνειο]

Βέβαια, η κ. υπουργός είπε ότι πούσι είναι τα ξερά χόρτα, όχι οι ξερές πευκοβελόνες, αλλά ίσως σε κάποια μέρη ο όρος χρησιμοποιείται και για τα χόρτα. Εγώ τη σημασία αυτή την έμαθα στον στρατό, όπου η αποψίλωση έδινε κι έπαιρνε -μερικοί έγραψαν και βιβλίο, να φανταστείτε.

Οπότε, ένα το πούσι που έπεσε κι ένα το πούσι που κάηκε, έχουμε δυο πούσια.

Μόνο; Όχι μόνο.

Υπάρχει κι ένα τρίτο πούσι στην Ελλάδα, πούσι αρβανίτικο. Αυτό σημαίνει πηγάδι, και στην Αττική έχουμε διάφορα τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια σχετικά, όπως το Βρωμοπούσι της Κερατέας, που εξελληνίστηκε και εξευγενίστηκε σε Καλοπήγαδο. Στην εργασία αυτή βλέπετε να καταγράφονται δεκάδες κοινοτικά πηγάδια στο Μαρκόπουλο, που όλα έχουν ονόματα όπως Πούσι Αγγελίζη, Πούσι Βουρέζα, Πούσι Γιάννη κτλ.

Εδώ στο ιστολόγιο ένας φίλος μας, που δεν αφήνει να περάσει ούτε υποψία πονηρού συνειρμού που να την αφήσει ασχολίαστη, και πολλές φορές κατασκευάζει τέτοιους συνειρμούς με το ζόρι, έχει κάνει καναδυοπεντέξι φορές παιχνιδιαρικα σχόλια με το Βρωμοπούσι που το γράφει Βρωμοpussy ώστε να πιάσουμε το υπονοούμενο.

Και αυτό είναι το τέταρτο πούσι, το pussy, δηλαδή το γατάκι εκ πρώτης όψεως, αλλά και πασίγνωστος ευφημισμός για την αρχή του κόσμου (μας διαβάζει και η μαμά μου, να θυμίσω). Δεν ξέρω αν σήμερα μπορείς σε συζήτηση πχ στην αγγλική τηλεόραση να πεις pussy εννοώντας γατάκι και να μη γελάσει ο κόσμος. (Στα ελληνικά μπορείς να πεις πχ «πουλί» ή «πουλάκι» σε μια καθώς πρέπει συζήτηση). Παλιότερα, το pussycat ήταν και σε τίτλο κινηματογραφικής κωμωδίας, What’s new pussycat -αλλά δεν ξέρω αν ο θεατής σκεφτόταν κάποιο λογοπαίγνιο. Η λέξη pussy έχει και άλλες σημασίες, δηλώνει ας πούμε τον φοβιτσιάρη, όπως και τη γυναίκα γενικά, που μπορείτε να τις βρείτε σε μια καλή σύνοψη εδώ.

Επειδή τα αγγλικά είναι η κυρίαρχη γλώσσα παγκοσμίως αυτόν τον καιρό, πολλοι γέλασαν με το πούσι που είπε η κυρία Μενδώνη, ιδίως όσοι δεν ήξεραν την ελληνική σημασία της λέξης. Οι Λούμπεν φτιάξανε αυτό το βιντεάκι, και μετά το επεκτείνανε σε αυτό. Κάηκε το πούσι μας, κοινώς. Βλέπουμε λοιπόν πώς μια κυρίαρχη ξένη γλώσσα επηρεάζει και κάνει να ακούγεται κωμική μια ντόπια λέξη, επειδή θυμίζει κάτι σε αυτή την ξένη γλώσσα.

Αναρωτιέμαι αν έχουμε άλλα παραδείγματα. Δεν ξέρω αν στην Κύπρο αποφεύγεται για τον ίδιο λόγο ο τύπος «φακκάς» (μάλλον όχι, αν κρίνω από αυτό, ίσως επειδή εκεί προφέρονται τα διπλά σύμφωνα) πάντως έχω ξαναγραψει στο ιστολόγιο ότι σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη, τον Μεσαίωνα η λέξη απίδι έχασε έδαφος στην Αττική και σε όλα τα άλλα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι, και τελικά αντικαταστάθηκε από το αχλάδι, επειδή στα αρβανίτικα πίδε είναι ό,τι και το pussy (όχι η γάτα).

Αυτά για το πούσι, κι αυτό που έπεσε, κι αυτό που κάηκε και όλα τα άλλα τέλος πάντων.

Απόσπασμα από ανάρτηση στο:sarantakos.wordpress.com

Λες να το δούμε και αυτό;

Πώς τα σχολεία έγιναν υπαίθρια στην πανδημία της φυματίωσης
 
Εναν αιώνα πριν, η μάχη κατά μία άλλης θανατηφόρας μολυσματικής νόσου, οδήγησε σε μια νέα ιδέα που θα κρατούσε τα παιδιά ασφαλή: τη διδασκαλία σε εξωτερικούς χώρους. Η φυματίωση σκότωνε τότε έναν στους επτά ανθρώπους στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Η αρχή έγινε στη Γερμανία και γρήγορα το μοντέλο εξαπλώθηκε

Protagon Team