
Η μητέρα μου ήταν το πέμπτο κατά σειρά κορίτσι της οικογένειας· ο παππούς μου έγινε έξαλλος, έκανε να μιλήσει στη γιαγιά μου μέρες μετά τη γέννα. Για καλή τους τύχη ακολούθησαν τέσσερα αγόρια, στη σειρά και αυτά. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν ο ένας μετά τον άλλον από την Αμαλιάδα για την Αθήνα, για να μπορέσουν να σπουδάσουν, ο κλήρος της συνοδού – τροφού έπεσε στη μητέρα μου: οι δυο μεγαλύτερες αδερφές της (που είχαν από νήπια επωμιστεί το μεγάλωμα των επόμενων επτά μωρών της οικογένειας) είχαν παντρευτεί, η τρίτη ήταν ερωτευμένη με έναν νταλικιέρη και δεν άντεξε μακριά του περισσότερο από μια εβδομάδα, ενώ η τέταρτη κρίθηκε από τη γιαγιά μου ακατάλληλη, ως υπερβολικά ευαίσθητη, γι’ αυτή τη δουλειά. Έτσι προκρίθηκε η μητέρα μου, ως πιο ικανή και δυναμική.
Το να αποκαλέσεις τη νίκη της πύρρειο είναι understatement: ενώ ήταν καλή μαθήτρια, τη σταμάτησαν στην τρίτη γυμνασίου· στην Αθήνα δεν είχε γι’ αυτήν σχολείο, μόνο δουλειά. “Η Γωγώ θα τα βγάλει πέρα στη ζωή και χωρίς απολυτήριο”, τα μητρικά λόγια που έκριναν την τύχη της. Εβδομήντα τριών χρόνων σήμερα κι ακόμα βλέπει στον ύπνο της ότι πηγαίνει στο σχολείο – τα κομμένα φτερά αφήνουν τρύπες που δεν κλείνουν ποτέ. Και σα να μην έφτανε αυτό, στο εργοστάσιο που έπιανε αχάραγα βάρδια στα δεκάξι της, ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και οι ωτοασπίδες ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να χάσει μερικά χρόνια αργότερα μεγάλο μέρος της ακοής της. Βέβαια, η αναπηρία της πρόσφερε συχνά πυκνά στις οικογενειακές μαζώξεις στιγμές έξτρα διασκέδασης: ως γνωστόν, η κουφαμάρα βγάζει χοντρό γέλιο.
Όταν, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 τα αδέρφια της, φοιτητές πια, έκαναν μαθήματα αγγλικών στου Γκύζη όπου έμεναν, ο δάσκαλος τους έψησε να αγοράσουν ένα οικόπεδο στον Ασπρόπυργο: η οικογένειά του διέθετε μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή, παραπλεύρως της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, τις οποίες κατέτμησε σε μικρά οικόπεδα, εκτάσεως 250 τ.μ. το καθένα, και τα οποία παρουσίασε στα ανίδεα από real estate αγόρια ως μεγάλη ευκαιρία σε μια αναπτυσσόμενη, πολλά υποσχόμενη περιοχή. Τα αδέρφια πείστηκαν και συμφώνησαν να διαθέσουν τις αποταμιεύσεις τους για να το αγοράσουν στο όνομα της μητέρας μου, ως μια ανταπόδοση για την παραπάνω βοήθειά της (αυτοί το έλεγαν βοήθεια, εγώ το λέω θυσία). Όμως οι οικονομίες τους κάλυψαν μόνο ένα μέρος του τιμήματος· το υπόλοιπο το ξεχρέωσε η μητέρα μου σε δόσεις, από τον μισθό της στην εταιρία που εργαζόταν, πλέον ως υπάλληλος γραφείου.
Ήταν κάτι παραπάνω από ατυχία: ήθελε, θαρρώ, προσπάθεια να πετύχεις εκείνα τα χρόνια μια τόσο άστοχη αγορά. Τα ίδια χρήματα σε οποιοδήποτε άχτιστο προάστιο του λεκανοπεδίου θα είχαν αποφέρει δια της τιμημένης μεθόδου της αντιπαροχής ωραιότατα διαμερίσματα. Όμως αυτό το οικοπεδάκι δεν αξίζει πλέον ούτε μια δεκάρα από τα λεφτά του: σε μια περιοχή που, αντί να εξελιχθεί στον προσδοκώμενο οικιστικό παράδεισο, ξέπεσε σε μια παρακμάζουσα βιομηχανική ζώνη – κρανίου τόπο, δεν έχει καν την ελάχιστη έκταση για να μισθωθεί ως χώρος υπεργολαβικών κατασκευών ή, έστω, ταπεινή μάντρα. “Σας κορόιδεψε ο Χελιώτης” έλεγε ο πατέρας μου κάθε φορά που ερχόταν το οικόπεδο στην κουβέντα, ανασυρόμενο για λίγο από τη λήθη στην οποία το είχε καταδικάσει η πλήρης απαξίωσή του. “Και το θυμάμαι τόσο όμορφο, ένας αγρός γεμάτος λουλούδια” αποκρινόταν η μητέρα μου, με μια νοσταλγία σε απόχρωση ήττας – άραγε μιλούσε μόνο για το οικόπεδο; Κι εγώ σκεφτόμουν για παρηγοριά, όπως η αλεπού τα κρεμαστάρια, ότι αν είχαν πάει αλλιώς τα πράγματα, ίσως οι συγγενείς μας να “μακάριζαν” τη μαμά που θα είχε γίνει διαμερισματούχα στις πλάτες τις δικές τους – ίσως τότε η ήττα να ήταν μια σκοτεινή, πιο πικρή υπόθεση.
Την τελευταία φορά που μας απασχόλησε το θέμα οικόπεδο ήμουν ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο του πατέρα μου. Η μαμά άκουσε για απαλλοτριώσεις στην περιοχή και σκέφτηκε μήπως έπαιρνε, έστω κι έτσι, λίγα χρήματα. Μου ζήτησε να βρω το νούμερο του Χελιώτη και να του τηλεφωνήσω. Πέτυχα, μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια, τον ίδιο: “Είμαι η κόρη της Γωγώς Ανδρικοπούλου” του εξήγησα, “και ήθελα να σας ρωτήσω μήπως μπήκε το οικόπεδο στην απαλλοτρίωση.” “Όχι, δεν μπήκε”, η αρνητική, λακωνική απάντηση. “Είπε τίποτα όταν άκουσε το όνομά μου;” με ρώτησε αργότερα η μητέρα μου, ελπίζοντας σε ένα σπίθισμα προσωπικής ανταπόκρισης. “Όχι, δεν είπε”, η δική μου αρνητική, λακωνική απάντηση.
Σημ: το κείμενο γράφτηκε με αφορμή την ανάγνωση του ομότιτλου βιβλίου του Νικήτα Σινιόσογλου “ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΑΤΟ”
